
Με έχω θαυμάσει ψηλά σε μεσαιωνικά κάστρα, να κρεμιέμαι ανέμελη απο τους πύργους. Να πετάω πάνω απο φράχτες, να υψώνομαι πιο ψηλά και απο τα δέντρα. Να αγναντευω ποτάμια με πεντακάθαρα νερά. Να προσγειώνομαι άτσαλα σε θάλασσες με το αυτοκίνητο μου. Τοπία. Παράξενα μέρη που δεν έχω ποτέ επισκεφθεί, και ούτε πρόκειται σαφώς να δω. Ίσως να έχουν μέσα κάποια σπέρματα απο μέρη που κάποτε είχα πάει. Μα και πάλι ενας νους δε μπορεί ποτέ να συγκρατήσει όλα τα μέρη που έχει επισκεφθεί. Ακόμα και ενας νέος.
Αυτό που φοβάμαι περισσότερο ακόμα κι εκεί όμως, είναι οι άνθρωποι που συναντάω σε αυτά τα αλλόκοτα μέρη. Ζευγάρια που τρίβονται στα σεντόνια, χέρια που απλώνονται για να με βοηθήσουν, επίμαχοι δολοφόνοι με στιλέτα, και άνθρωποι δολοφονημένοι και νεκροί. Το υποσυνείδητο μου δεν ησυχάζει αν δεν σκοτώσει τον εχθρό του τουλάχιστον τρεις φορές. Με βίαιο τρόπο. Αίμα πολύ. Και φωτιά. Τι να σημαίνει άραγε η φωτιά στο τραυμα; Πόνο;
Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι ενα κάρο να γκρεμίζεται. Εκεί μέσα εσυ, ο εχθρός. Πέφτεις στο πλάι, αδειάζεις το σώμα σου στο χώμα και σπας το λαιμό σου άτσαλα. Οι φλέβες σου πετάγονται και σπάνε. Με πιτσιλάς απο απέναντι. Ξάφνου αντιλαμβάνομαι αυτό που έβαλε τρικλοποδιά στο άλογο που σφαδάζει απο τους πόνους. Ενα σχοινί στα πόδια μου, και το δεξί μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου ακρωτηριασμένο. Παντού αίματα. Μα το πιο πρωτότυπο απο όλα, ήταν που είδα τα μάτια σου. Εκει στο σπάσιμο του αγριεμένου σου λαιμού, τα μάτια σου με κάρφωσαν, σαν δαίμονα. Και μετά πλημμυρίσαμε στο αίμα, παρέα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ούτε στα όνειρα μου ζεις πλέον.
Απέκτησες την ιδιότητα να ξεψυχάς στα μάτια μου σχεδόν κάθε βράδυ.
Μα πάρε τα μάτια σου σε παρακαλώ.
Ενοχλούν το τραύμα μου.
Πάει, έκλεισε τώρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου