Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Επιστροφή στο εσύ



Θυμάμαι μια πολύ συγκεκριμένη σκηνή. Οτί ήμασταν λέει δίπλα σε ένα οργισμένο ελαφρά ποτάμι, δίπλα ακριβώς. Πάνω σε δύο βραχάκια, ή ψέμματα. Εγώ ήμουν στο βραχάκι, κι εσύ λίγο πιο δίπλα. Πέτρες δεν είχε; Δεν Θυμάμαι. Δίπλα. Ίσως πάλι να τα φαντάστηκα όλα αυτά ή να τα βγάζω απο το μυαλό μου. Μια εκκλησία; Καμπάνα; Και μια πηγή δίπλα. Όχι είμαι σίγουρη. Δεν τα έχω βγάλει απο το μυαλό μου όλα αυτά. Αυτό ήταν το τοπίο. Ίσως, λίγο περισσότερο πραγματικό απ την πραγματικότητα μας. Υπήρχε κι ενα ηλιοβασίλεμα αλλά γι αυτό ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα.

Χέρια και ανάσες. Αυτά μου μένουν πάντα. Μπορεί να ξεχνάω επίμονα ολά τα άλλα χαρακτηριστικά, τα χέρια όμως ποτέ. Γιατί τυπώνονται τόσο έντονα; Κρατάνε. Έχεις κρατήσει την ομπρέλα μου. Κράτησε τη. Είναι μεγάλη και προστατευτική. Θα σου χρειαστεί. Δεν χρησιμοποιείς; Λυπάμαι. Εγώ πάντως να θυμάσαι ότι στη χάρισα. Δεν θέλω να την κρατάω πιά. Συνήθισα να βρέχομαι. Συνηθίσαμε. Να μην κρατάμε χέρια, ακόμα κι όταν βρέχει. Δεν την είχα χρησιμοποιήσει ούτε εκείνη τη μέρα την ομπρέλα αυτή. Δε με ένοιαζε. Είχα αφεθεί πλήρως στα χέρια σου. Κι εσύ κάτι έγραφες σε ενα χαρτί στο κομοδίνο, κι έσκυψα να σε φιλήσω, μήπως πρόλαβα να σηκωθώ; Εκεί έμεινα.

Μου αρέσει η νύχτα. Τα βράδια. Γιατί εκεί μπορώ να κρύβομαι πιο εύκολα. Ξυπνάω τα βράδια εγώ, δεν θέλω να ζω στη μέρα και να μου φαίνονται όλα αληθινά. Μου αρέσουν τα ψέμματα. Βασικά, μου αρέσουν οι αλήθειες μέσα στα ψέμματα. Αυτές ψάχνω. Να είναι το φεγγάρι παρανυχίδα και να το λέω πανσέληνο. Αυτό ψάχνω. Ίσως πάλι να μου αρέσουν τα βράδια γιατί εκεί μπορώ να ονειρεύομαι ανενόχλητα, χωρίς να στοιχίζει σε κανέναν. Ησυχία, θέλω να κοιμηθώ τώρα, αυτό μου έμεινε...


"Αλλά τα βράδια, τι όμορφα που μυρίζει η γή. Τι όμορφα! Τι όμορφα, που μυρίζει η γή...
Δως μου το χέρι σου...Δως μου το χέρι σου!"
(Θεσσαλονίκη, Δον Κιχώτης 2010. Με ένα τσιγάρο στη μπάρα,
στη γνωστή μας τη θέση.)

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Όλα αυτά που μείναν πίσω

Αυτή τη φορά τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Το είχα προβλέψει άλλωστε. Όχι πως έχω μαντικές ικανότητες, αλλά πώς γίνεται να μείνει ίδιο κάτι που έχει την τάση να εξελίσσεται;
Φυσικός νόμος και αυτό. Κουβάλησα στο σάκο μου πολλά πράγματα και άλλα τόσα μέσα μου. Αυτή τη φορά δεν θα κατέβαινα στο Σύνταγμα όμως. Ούτε θα περίμενα έξω απο το υπουργείο το τρόλει. Η διαδρομή ήταν διαφορετική και αρκετά μακρύτερη. Έκανα υπομονή. Μια όμορφη μελωδία μου χάιδευε τα αυτιά και υπέμεινα αναμονές και προσμονές.

Κι όμως, αυτή η πόλη έχει την ιδιότητα να με μαλακώνει. Να με αλλάζει λίγο και να με κάνει να κοιτάζω μπροστά. Ή απλώς να κοιτάζω. Δεν είναι η πόλη ακριβώς. Είναι ο αέρας μιας μεγάλης συνήθειας. Και αυτοί που σε περιμένουν εκεί, για να γελάσεις μαζί τους και να προβληματιστείς. Εκείνοι, δεν έχουν να σου πουν πολλά. Απλώς σου δείχνουν γιατί σε ξέρουν λίγο παραπάνω, κι εσύ καταλαβαίνεις, δε θες περιστροφές κι επεξηγήσεις. Γύρισα με προβλήματα. Δεν συζήτησα όμως τίποτα. Ήπια τέσσερα διαφορετικά ποτά και μαζί τους ξεχάστηκα. Θυμήθηκα πως είναι να είσαι όμορφα και ανέμελα. Όχι πως τελευταία έχω πολλές έγνοιες να με απασχολούν.

Τα συναισθηματικά δράματα τα έχω περάσει. Τα περνάω. Κι όμως, πάντα κάτι λείπει. Αυτό που θα φέρει την απογείωση. Ξέρω, έχω τη μανία να πλέκω τόσο τεράστιες ιστορίες για απλές χειραψίες, κι όμως, αυτό δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω. Είναι ο κινητήριος μοχλός μου. Μια αλλιώτικη ελπίδα πως πάντα όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά. Κι ας ξέρω, πως τίποτα δεν θα πάει καλά τελικά. Είμαι παράξενα αφελής.

Περνώντας απο την Ακαδημίας στην Πανεπιστημιού (εγώ θέλω να την λέω πάντα Πανεπιστημίου όσα ονόματα κι αν αλλάξει, είμαι γραφική) είδα λίγο απο τον ουρανό. Τελευταία βλέπω πολύ ουρανό. Πολύ θάλασσα. Έχω τα πιο απλά σε υπερθετικό βαθμό. Μου λείπουν όμως τα σύνθετα. Ίσως απο τη φύση μας πάντα να επιδιώκουμε να μπλέκουμε και να μη ζούμε. Η υπερανάλυση της πραγματικότητας είναι μια παγίδα. Τι υπεραναλύεις άνθρωπε μου; Ζείς; Αυτό έχει σημασία!

Και αντιλήφθηκα κάτι πολύ σημαντικό για τα δράματα μου. Ποτέ δεν ερωτεύθηκα άνθρωπο πρώτη. Πάντα ερωτευόμουν εκείνους που μου το έδειχναν, και έλεγα ναι, δεν βαριέσαι. Κι ύστερα ήταν και το άλλο. Πάντα παιδευόμουν με εκείνους που μου το έδειξαν και μετά το πήραν πίσω. Μα γιατί να το πάρεις πίσω; Μα αλήθεια, όλοι αυτό δεν κάνουμε; Μεγαλώνουμε. Έτσι τα εξηγώ όλα (πάλι υπεραναλύω).

Γιατί να το πάρουν πίσω όμως; Τόσο πολύ κοστίζει το να αφήνεσαι; Αυτή τη φορά στη Κολοκοτρώνη ντύθηκα μια υπέροχη απελευθέρωση. Γιατί δεν σκεφτόμουν τίποτα. Αλήθεια, τίποτα. Αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη τη στιγμή πως με έλεγαν δεν θα ήξερα να απαντήσω, θα ήθελα να το επεξεργαστώ πρώτα. Τόσο πολύ είχα αφήσει τον εαυτό μου να κυλήσει. Και να σας αποκαλύψω κάτι; Σε αυτή την πόλη που όλοι παραπονιούνται για δυσοσμίες και βρωμιές, εγώ ανεβαίνοντας τις σκάλες στην Κοραή είμαι σίγουρη πως μου μύρισε γαζία...

(ούτε εικόνα ούτε τραγούδι σήμερα. Έχω hangover.)