Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Εν ληθάργω


Κι όμως ήσουν παντού. Όλο αυτό τον καιρό τον τελευταίο, που προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις σε μια σειρά, πάντα κάτι περίσσευε, δεν ταίριαζε ή απλά πεταγόταν στη λάθος θέση απο το πουθενά. Ήσουν εσύ. Και μετά πάλι απο την αρχή πάσχιζα να τα ξαναβάλω όλα σε μια σειρά. Κι ύστερα πάλι εσύ. Και δεν έψαξα να βρω τι συμβαίνει, απλά σε έβαζα στην άκρη και συνέχιζα.

Δεν έμεινες όμως στην άκρη σου. Μάλλον δεν βολευόσουν αρκετά ή ίσως ήταν πολύ μικρή για τα γούστα σου και πνιγόσουν. Πάλι, με έναν παράξενο τρόπο έβρισκες το δρόμο και ξαναφύτρωνες στα τακτικά. Και πάσχιζα με τις ώρες να βρω το γιατί. Να σε βάλω σε μια θέση που επιτέλους θα βολευτείς, να αδειάσω ράφια, να τα μετακινήσω, ίσως αν σε τοποθετούσα ψηλά; Τα φοβάσαι τα ύψη.

Πόσο αφελής ήμουν. Για μια ακόμα φορά δεν είχα καταλάβει τίποτα. Μέσα στο ίδιο μου το σώμα κι όμως δεν έβλεπα τίποτα απο αυτά που έβλεπαν οι άλλοι γύρω. Μέχρι που βρέθηκε κάποιος να μου το πει το μυστικό. Και μου ψιθύρισε στο αυτί την πραγματικότητα. Δεν δέχτηκα τίποτα. Μόνο ένα σφίξιμο στο στομάχι για τα κλειστά μου μάτια.

Έπιασα ένα κομμάτι χαρτάκι και εκεί τα έγραψα όλα. Μέσα σε πέντε σειρές. Αρκούσαν για να τα αντιληφθώ όλα. Σαν να ξύπνησα απο βαθύ κώμα και ζητούσα τα απολύτως απαραίτητα. Φαγητό, νερό κι εσένα. Όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά.

Κανένα λάθος δεν είχα κάνει. Απλώς δεν ήξερα. Αλήθεια δεν είχα καταφέρει τίποτα. Χρειάστηκαν πολλά τραγούδια, άλλες τόσες συγκινήσεις, λίγα δάκρυα στο μαξιλάρι μου, και τρομακτικά φιλιά για να καταλάβω.

Κοιμήθηκα για αρκετούς μήνες μέσα στο αστικό τοπίο. Κινήθηκα σε σκοτεινούς δρόμους και υπόγειες διαβάσεις. Τράφηκα με ψίχουλα γιατί νόμιζα πως θα μου αρκούσαν. Μπήκα σε ξερά σώματα. Μέχρι που τα αρνήθηκα κι αυτά. Κι αν θέλεις να ξέρεις αυτός ήταν ο λόγος. Μετά απο ένα ζωντανό αγκάλιασμα, ότι κι αν επιχειρήσεις θα είναι σα βιασμός σε πτώμα. Αρνήθηκα. Αρνούμαι.

Είναι δύσκολο να δω τον ουρανό απο αυτό εδώ το μπαλκόνι. Μα τον φαντάζομαι γεμάτο αστέρια. Να μη χορταίνεις λαμπυρίσματα. Αν κάποιο απο αυτά έπεφτε θα έκανα ευχή. Μια ευχή για εσένα. Να χορεύεις για πάντα μέσα στα όνειρα μου. Ποτέ να μην ξυπνήσεις εσύ. Ποτέ να μη φύγεις απο τον ύπνο σου. Να μην ξυπνήσεις ποτέ. Και πάντα να εμφανίζεσαι μπροστά μου να μου χαλάς τα σχέδια. Σου μιλάω για λατρεία υπνωτισμένη...


Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Πλατεία Φωτογραφία


Η τελευταία μου πηγαία ευτυχία είναι κλεισμένη ολόκληρη σε μια φωτογραφία. Ανόθευτη, προσωρινή κι όμως κοιτώ το φακό με βλέμμα που μοιάζει να μπορεί να υποσχεθεί ακόμα και σε μελλοθάνατο, αθανασία.

Είμαι ντυμένη με ένα λάγνο ερωτισμό. Και φορώ για σκουλαρίκι, μια φθηνή ικανοποίηση. Τα χέρια μου έχουν σκύψει και ακουμπάνε πάνω σου. Αυτά δεν είναι ντυμένα. Τα άφησα γυμνά επίτηδες, για να ντυθούν τους ώμους σου.

Θέλεις το φόντο; Μια συννεφιασμένη ειρωνία, δύο τσιγάρα και δύο λουλούδια. Όχι του αγρού, της γλάστρας, απο αυτά που προτιμούν οι ευκολόπιστοι και οι εφήμεροι. Δε διαρκούν, αλλά τουλάχιστον μυρίζουν.

Ασύλληπτα και ξεχασμένα δάκρυα επιστρέφουν στον τόπο της φθοράς τους. Στα μάτια βουρκώνει μια νοσταλγία, γιατί να μη μπορώ να μπώ μες στη φωτογραφία να με ξυπνήσω και να με ζωντανέψω;

Θα ήθελα να ήμουν ένα μέρος του φόντου αυτής της φωτογραφίας. Η απόφαση έχει παρθεί. Ένα απο τα κάδρα που είναι ακουμπισμένα πίσω στον τοίχο. Ή ίσως το καρφί που τα στερεώνει στο σοβά.

Φαίνεσαι να έχεις αιχμαλωτίσει μέσα στα μάτια σου, το πιο μεγάλο μυστικό του κόσμου. Κι όμως το στόμα σου κλειστό, δε θα το ξεστομίσεις ποτέ. Είσαι ντυμένος μέχρι το λαιμό με ένα σιδερένιο πλέγμα ανασφάλειας.

Γέρνω, ακουμπάω και ματώνω. Τα μάτια μου μικραίνουν στο βάρος του πόνου. Αλλά η πηγαία ευχαρίστηση του ακουμπήματος σου είναι στο στόμα μου. Αυτό δεν κρύβεται. Έχει καρφωμένο σαν πολύτιμο πετράδι πάνω του, το πιο απλωτό χαμόγελο του κόσμου.

Έχει σφραγισμένη επάνω του, την άγνοια.


Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Κοιτάζω απ' το παράθυρο


Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλί-

σανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;


Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βρο-

χερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του

πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασι-

λεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι...


Α! Θέλω να' ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν' αρπάζουν. Η μέση των

συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέ-

βουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το

χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας


Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!


Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη κα-

ταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη

φεγγοβολή του.

Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της

καίει η απουσία.

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει...

Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!


Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται

όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφιερωμένη...


Στ' αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου

εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ' άφησε κει

δε ρώτησε.


Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη

μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ' από τ' άνθη.

Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.


Κι όμως πίσω από τ' αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναί-

σθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δε φεύγει δεν επιστρέφει.


Ένα δίχτυ αόρατο συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλή-

θειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβολία.

Φυσάει το αμέριμνο στόμα.


Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι

επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό

του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των μα-

τιών του.

Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε

την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυ-

χτερινής χλόης μου.


Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε

γι' αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή

που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

Φεύγα ζαρκάδι!

Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή.


Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβά-

ζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου.


Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί

μες στις ερωτοτροπίες των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων;


Δυο χέρια περιμένουνε.


Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη γη.


Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση.

Πίσω απ' το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Είχε φύγει μέσ' από το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα εί-

χανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ' τον ίσκιο

της επιθυμίας μου - κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της

αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία

τους ήτανε φωτεινή.


Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.


Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσό-

τερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ' αναγαλ-

λιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.


Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δέντρα θα βρουν τη μακροχρόνια

εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου

ξεγνοιασιά θ' αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου

θα δροσίσει τη δροσιά.


Τότε θ' ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα

συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Κι ενώ θα

τρέχει ο ουρανός κάτω απ' τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας

ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώ-

σουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές


Τότε θα δώσουμε

Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!


{Όταν αποφασίσεις να απαρνηθείς κάθε εξωτερική δύναμη,

φρόντισε τουλάχιστον να διατηρείς πάντα μια σταθερά. Εγώ Σ'αγαπάω.}


"Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή"

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Στοιχεία


Γή: Μου στοίχισε. Σου στοίχισε. Μας στοίχισε. Έγειρα λίγο στον καναπέ σου και αποκοιμήθηκα. Μετά, έπρεπε να φύγω. Πάντα έτσι γίνεται. Πάντα πρέπει να φύγω. Και να πατάω σταθερά στο έδαφος για να μην αιωρούμαι. Η γή, λές πρέπει να είναι ο οδηγός μου. Να μασάω την τροφή του σπόρου καλά, και να κρατιέμαι απ τις χειρολαβές στα λεωφορεία. Ήμουνα πάντα σταθερή πριν σε αντικρίσω. Ποτέ δε διέγραφα ελλειπτικές πορείες. Είχα καταφέρει να αρνηθώ μέχρι και τη φυγόκεντρο. Έκανα κύκλους και δεν έπεφτα. Σκόνταψα σε μια ευθεία και κατηφόρα. Πήρα φόρα.

Αέρας: Αερόστατα. Αεροπλάνα. Το πιο ψηλό σημείο που έχω βρεθεί είναι μια ρόδα λουνα πάρκ. Σου αρέσει να πετάς. Πάντα σου άρεσε. Είναι σαν να γίνεσαι Θεός. Εσύ, που προτρέπεις να περπατάμε στη γή με τα τέσσερα αν γίνεται. Αιωρείσαι τόσο ψηλά. Κι εγώ δεν έχω βρεθεί ποτέ σε αεροπλάνο. Μόνο στη ρόδα του λούνα πάρκα της Βιέννης. Και εκεί φοβόμουν να κοιτάξω έξω. Έμεινα να αγναντεύω τον ξύλινο πάγκο. Τον πάγκο που είχε χαραγμένα πάνω του χιλιάδες ονόματα. Θηλυκά και αρσενικά. Και αγάπες που είχαν το θάρρος να αιωρούνται και να κοιτάζουν απ τα παράθυρα.

Φωτιά: Καμίνι. Έρωτας. Γλώσσες. Γλύφω. Κάποτε είδα έναν άνθρωπο να καίγεται. Έμοιαζε με τις κούκλες μου όταν τις έβαζα να κάνουν έρωτα. Πονούσε κι έλιωνε. Κι ύστερα κάηκα κι εγώ. Ελαφρά μόνο και γλίτωσα. Αν και είχα μια πρωτόγνωρη επιθυμία να αφήσω τις πορτοκαλί φλόγες να μου ξεσκίσουν τη σάρκα. Να λιώσω κι εγώ μέσα σε καμμένες ψευδαισθήσεις και να γίνω ξανά αέρας και γή. Να επιστρέψω αλλόκοτα σε σένα που πετάς, κι σε εμένα που μένω σταθερή και να μπορέσω έτσι να μας ενώσω.

Νερό: Μάταια. Ήρθε το νερό και έσβησε όλα τα επίπονα όνειρα. Ευλογημένο να ναι. Το λατρεύω όπως ο κρατούμενος τη φυλακή του. Όπου κι αν πάω δεν μπορώ να του ξεφύγω. Πιάνω το ποτήρι μου το δαγκώνω, στάζουν οι σταγόνες στο πάτωμα. Νερό και αίμα, αρχέγονα υλικά. Ποιό κακό να πάθω ακόμα; Πώς να επιστρέψω στα αρχέγονα τώρα που κινδυνεύω να γίνω αθάνατη; Και εκεί, πάνω στην εκκεντρική μανία μου, πάνω στα υδαρά όνειρα και μια σειρά απο καρπούς αραδιασμένους στον πάγκο σαν τιμαλφή πολέμου, πάνω στο πιο τρελό μπαλόνι που ξέφυγε ποτέ και πήγε κι αυτό να συναντήσει το Θεό, εκεί ήρθε η θάλασσα η απλωτή και έσβησε όλους τους καημούς μου.
Έριξε αλάτι, με έκαψε, με έκανε να αιωρούμαι ατέλειωτα υποβρυχίως, κι ύστερα σαν απο θαύμα με έσωσε απο τον καπνό και με σβησε.
Για αυτό την αγαπάω περισότερο απο εσένα.

Θές να κολυμπήσουμε -για λίγο- και μαζί;