Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Επιστροφή στο εσύ



Θυμάμαι μια πολύ συγκεκριμένη σκηνή. Οτί ήμασταν λέει δίπλα σε ένα οργισμένο ελαφρά ποτάμι, δίπλα ακριβώς. Πάνω σε δύο βραχάκια, ή ψέμματα. Εγώ ήμουν στο βραχάκι, κι εσύ λίγο πιο δίπλα. Πέτρες δεν είχε; Δεν Θυμάμαι. Δίπλα. Ίσως πάλι να τα φαντάστηκα όλα αυτά ή να τα βγάζω απο το μυαλό μου. Μια εκκλησία; Καμπάνα; Και μια πηγή δίπλα. Όχι είμαι σίγουρη. Δεν τα έχω βγάλει απο το μυαλό μου όλα αυτά. Αυτό ήταν το τοπίο. Ίσως, λίγο περισσότερο πραγματικό απ την πραγματικότητα μας. Υπήρχε κι ενα ηλιοβασίλεμα αλλά γι αυτό ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα.

Χέρια και ανάσες. Αυτά μου μένουν πάντα. Μπορεί να ξεχνάω επίμονα ολά τα άλλα χαρακτηριστικά, τα χέρια όμως ποτέ. Γιατί τυπώνονται τόσο έντονα; Κρατάνε. Έχεις κρατήσει την ομπρέλα μου. Κράτησε τη. Είναι μεγάλη και προστατευτική. Θα σου χρειαστεί. Δεν χρησιμοποιείς; Λυπάμαι. Εγώ πάντως να θυμάσαι ότι στη χάρισα. Δεν θέλω να την κρατάω πιά. Συνήθισα να βρέχομαι. Συνηθίσαμε. Να μην κρατάμε χέρια, ακόμα κι όταν βρέχει. Δεν την είχα χρησιμοποιήσει ούτε εκείνη τη μέρα την ομπρέλα αυτή. Δε με ένοιαζε. Είχα αφεθεί πλήρως στα χέρια σου. Κι εσύ κάτι έγραφες σε ενα χαρτί στο κομοδίνο, κι έσκυψα να σε φιλήσω, μήπως πρόλαβα να σηκωθώ; Εκεί έμεινα.

Μου αρέσει η νύχτα. Τα βράδια. Γιατί εκεί μπορώ να κρύβομαι πιο εύκολα. Ξυπνάω τα βράδια εγώ, δεν θέλω να ζω στη μέρα και να μου φαίνονται όλα αληθινά. Μου αρέσουν τα ψέμματα. Βασικά, μου αρέσουν οι αλήθειες μέσα στα ψέμματα. Αυτές ψάχνω. Να είναι το φεγγάρι παρανυχίδα και να το λέω πανσέληνο. Αυτό ψάχνω. Ίσως πάλι να μου αρέσουν τα βράδια γιατί εκεί μπορώ να ονειρεύομαι ανενόχλητα, χωρίς να στοιχίζει σε κανέναν. Ησυχία, θέλω να κοιμηθώ τώρα, αυτό μου έμεινε...


"Αλλά τα βράδια, τι όμορφα που μυρίζει η γή. Τι όμορφα! Τι όμορφα, που μυρίζει η γή...
Δως μου το χέρι σου...Δως μου το χέρι σου!"
(Θεσσαλονίκη, Δον Κιχώτης 2010. Με ένα τσιγάρο στη μπάρα,
στη γνωστή μας τη θέση.)

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Όλα αυτά που μείναν πίσω

Αυτή τη φορά τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Το είχα προβλέψει άλλωστε. Όχι πως έχω μαντικές ικανότητες, αλλά πώς γίνεται να μείνει ίδιο κάτι που έχει την τάση να εξελίσσεται;
Φυσικός νόμος και αυτό. Κουβάλησα στο σάκο μου πολλά πράγματα και άλλα τόσα μέσα μου. Αυτή τη φορά δεν θα κατέβαινα στο Σύνταγμα όμως. Ούτε θα περίμενα έξω απο το υπουργείο το τρόλει. Η διαδρομή ήταν διαφορετική και αρκετά μακρύτερη. Έκανα υπομονή. Μια όμορφη μελωδία μου χάιδευε τα αυτιά και υπέμεινα αναμονές και προσμονές.

Κι όμως, αυτή η πόλη έχει την ιδιότητα να με μαλακώνει. Να με αλλάζει λίγο και να με κάνει να κοιτάζω μπροστά. Ή απλώς να κοιτάζω. Δεν είναι η πόλη ακριβώς. Είναι ο αέρας μιας μεγάλης συνήθειας. Και αυτοί που σε περιμένουν εκεί, για να γελάσεις μαζί τους και να προβληματιστείς. Εκείνοι, δεν έχουν να σου πουν πολλά. Απλώς σου δείχνουν γιατί σε ξέρουν λίγο παραπάνω, κι εσύ καταλαβαίνεις, δε θες περιστροφές κι επεξηγήσεις. Γύρισα με προβλήματα. Δεν συζήτησα όμως τίποτα. Ήπια τέσσερα διαφορετικά ποτά και μαζί τους ξεχάστηκα. Θυμήθηκα πως είναι να είσαι όμορφα και ανέμελα. Όχι πως τελευταία έχω πολλές έγνοιες να με απασχολούν.

Τα συναισθηματικά δράματα τα έχω περάσει. Τα περνάω. Κι όμως, πάντα κάτι λείπει. Αυτό που θα φέρει την απογείωση. Ξέρω, έχω τη μανία να πλέκω τόσο τεράστιες ιστορίες για απλές χειραψίες, κι όμως, αυτό δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω. Είναι ο κινητήριος μοχλός μου. Μια αλλιώτικη ελπίδα πως πάντα όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά. Κι ας ξέρω, πως τίποτα δεν θα πάει καλά τελικά. Είμαι παράξενα αφελής.

Περνώντας απο την Ακαδημίας στην Πανεπιστημιού (εγώ θέλω να την λέω πάντα Πανεπιστημίου όσα ονόματα κι αν αλλάξει, είμαι γραφική) είδα λίγο απο τον ουρανό. Τελευταία βλέπω πολύ ουρανό. Πολύ θάλασσα. Έχω τα πιο απλά σε υπερθετικό βαθμό. Μου λείπουν όμως τα σύνθετα. Ίσως απο τη φύση μας πάντα να επιδιώκουμε να μπλέκουμε και να μη ζούμε. Η υπερανάλυση της πραγματικότητας είναι μια παγίδα. Τι υπεραναλύεις άνθρωπε μου; Ζείς; Αυτό έχει σημασία!

Και αντιλήφθηκα κάτι πολύ σημαντικό για τα δράματα μου. Ποτέ δεν ερωτεύθηκα άνθρωπο πρώτη. Πάντα ερωτευόμουν εκείνους που μου το έδειχναν, και έλεγα ναι, δεν βαριέσαι. Κι ύστερα ήταν και το άλλο. Πάντα παιδευόμουν με εκείνους που μου το έδειξαν και μετά το πήραν πίσω. Μα γιατί να το πάρεις πίσω; Μα αλήθεια, όλοι αυτό δεν κάνουμε; Μεγαλώνουμε. Έτσι τα εξηγώ όλα (πάλι υπεραναλύω).

Γιατί να το πάρουν πίσω όμως; Τόσο πολύ κοστίζει το να αφήνεσαι; Αυτή τη φορά στη Κολοκοτρώνη ντύθηκα μια υπέροχη απελευθέρωση. Γιατί δεν σκεφτόμουν τίποτα. Αλήθεια, τίποτα. Αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη τη στιγμή πως με έλεγαν δεν θα ήξερα να απαντήσω, θα ήθελα να το επεξεργαστώ πρώτα. Τόσο πολύ είχα αφήσει τον εαυτό μου να κυλήσει. Και να σας αποκαλύψω κάτι; Σε αυτή την πόλη που όλοι παραπονιούνται για δυσοσμίες και βρωμιές, εγώ ανεβαίνοντας τις σκάλες στην Κοραή είμαι σίγουρη πως μου μύρισε γαζία...

(ούτε εικόνα ούτε τραγούδι σήμερα. Έχω hangover.)

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Κατα έναν παράδοξο τρόπο



Σήμερα θα ήθελα να ήμουν ρολόι. Είναι παράλογες οι εμπνεύσεις μου το ξέρω, αλλά άλλες μέρες μου ρχεται να είμαι πέτρα, ή παιδικό παιχνίδι. Μην ψάχνεις σκεπτικό, δεν πρόκειται να βρεις. Μη με ψάχνεις, δεν πρόκειται να με βρεις.

Ρολόι, για να μπορώ να ελέγχω και να κατέχω τις ώρες της σκέψης σου, τις ώρες της τέρψης σου. Να σε βρίσκω στα δευτερόλεπτα και να σε χάνω στις ώρες. Μου λείπεις πάρα πολύ. Αλλά για ένα ρολόι ο χρόνος δεν έχει σημασία σωστά; Απλώς κυλάει, μαζί με τους λεπτοδείκτες.

Για άλλη μια φορά με πιάνω αιχμάλωτη. Εξομολογούμαι την αδυναμία μου, κι εσυ τη δικιά σου. Μας βρίσκω πάντα τους ίδιους, σαν να μην έχει περάσει μέρα απο πάνω μας. Σαν να γνωριστήκαμε εχθές ή σαν να γνωριστούμε αύριο. Πάλι τα ίδια λόγια θα σου πω θυμάσαι; Θα σε ξαφνιάσω θυμάσαι; Θα γελάς και θα αμύνεσαι. Θυμάμαι.

Κάναμε πολλά και μεγάλα αστεία. Ρουφάγαμε καφέ, τσιγάρα και τα κορμιά μας. Είχαμε δίψα για το επόμενο. Και λαχταρούσαμε. Γιατί δεν λαχταράμε πια; Που πήγαν όλα αυτά τα παράξενα; Μου λείπει ο θυμός σου. Το ανεξήγητο πάθος των χεριών σου. Τα ευαίσθητα ταξίδια σου στα αθέατα. Μου λείπει αυτό που σήμαινες και δεν σημαίνεις πια.

Όχι, δεν φταίει ο χρόνος. Αυτός απλά λαξεύει τις άγριες πέτρες στις παραλίες και τις κάνει βότσαλα. Δεν γίνεται να λαξεύσει συναισθήματα, απλώς τα βγάζει στην επιφάνεια. Πέθανα πριν λίγο καιρό. Έπρεπε να γίνει για να αποφασίσω να ξαναζήσω.

Κρυώνω αυτές τις μέρες. Έχει αρχίσει να φεύγει κι ο ήλιος. Μάκρυναν και τα μανίκια μου. Οι αναμνήσεις μου σταματάνε σε τέτοια βράδια κρύα. Έβρεχε; Δεν μπορώ να θυμηθώ, ήμουν δακρυσμένη. Αναδύθηκα μετά. Έφτασα ψηλά και πήρα ανάσα. Σε άφησα κάτω στο βυθό, σε ξέχασα. Σβήστηκαν όλα κι έμεινες κάτω.

Δεν σε λατρεύω πια. Δε σε επιθυμώ. Δε σε αμφισβητώ. Παραμένεις παντοτινή αλήθεια όπως οι νομοι της φυσικής. Δεν αναιρείσαι καλέ μου.

Κι εγώ είμαι πάντοτε η ίδια. Διαφορετική όπως με άφησες.

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Τι πρέπει να κάνετε σε περίπτωση που ερωτευθείτε.




Καταρχάς ηρεμήστε και χαλαρώστε. Δεν είστε ούτε ο πρώτος, και σίγουρα ούτε κι ο τελευταίος. Με το να σκέφτεστε πως δεν υπάρχει ανέμελη ζωή μετά απο αυτό, δεν κάνετε απόλυτα λάθος, αλλά μη σας παίρνει απο κάτω. Έπειτα αρχίστε να συνειδητοποιείτε τη νέα κατάσταση και τα δεδομένα. Απο εδώ και πέρα βιώνετε μια ασθένεια την οποία και πρέπει να παλέψετε αν θέλετε να βγείτε ζωντανοί στο τέλος. Ξαπλώστε αναπαυτικά στο κρεβάτι σας, κοιτάξτε το ταβάνι για τις επόμενες δέκα ώρες σκεφτόμενος και έπειτα σηκωθείτε για να πιείτε μπόλικο αλκοόλ. Είπαμε, η συνειδητοποίηση του προβλήματος είναι το πρώτο στάδιο. Για αυτό μόλις αντιληφθείτε το που έχετε μπλέξει, πιείτε αρκετά ώστε να ξεχάσατε γιατί αρχίσατε να πίνετε εξαρχής.

Στάδιο δεύτερο: Το αντικείμενο. Διατηρήστε απόσταση ασφαλείας απο το αντικείμενο του πόθου σας. Μην εξωτερικεύσετε σε καμία περίπτωση απευθείας τα συναισθήματα σας. Κάντε καλές πλύσεις στο στόμα σας, ώστε να φύγει η μυρωδιά του αλκοόλ. Πιείτε καφέ σκέτο και κάντε τρία τσιγάρα για να συνέλθετε. Σε περίπτωση που το αντικείμενο επιδιώξει συνάντηση, μην αρνηθείτε, αλλά να θυμάστε πάντα πως η στάση σας πρέπει να είναι σκληρή και αλύγιστη. Φράσεις όπως "μου έλειψες" ή "μου αρέσεις" ανήκουν στο απαγορευμένο λεξιλόγιο και διώκονται ποινικά.

Στάδιο τρίτο: Πολιορκία. Έχετε φτάσει στο απόγειο του συναισθήματος σας. Συγκρατείτε τον εαυτό σας απο το να παραμείνει στο κρεβάτι με κομπρέσες και χάπια. Δεν ανέχεστε να μιλάει κανείς για τίποτα άλλο παρα μόνο για το αντικείμενο σας. Νιώθετε συχνά στηθάγχη και ελαφρείς πόνους στο στομάχι. Μην τρέξετε στους γιατρούς, είναι φυσιολογικά. Στο αντικείμενο σαφώς είστε ακόμα βράχοι. Πολιορκήστε το διακριτικά με μικρά κοπλιμέντα και υποκοριστικά. Θυμώστε μαζί του για να δείτε αν θα ανταποκριθεί, στην ανάγκη δώστε του λεφτά. Ζούμε σε δύσκολες περιόδους και θα το εκτιμήσει στο μέγιστο. Ποτέ μα ποτέ μη το κάνετε να πιστέψει ότι είναι το κέντρο του κόσμου σας. Κάντε το να ζηλέψει. Ξεμοναχιάστε το. Αν όλα έχουν πάει καλά, απο εδώ και πέρα θα ζείτε ευτυχισμένος, και θα βλέπετε καρδούλες παντού. Πηγαίντε να σας δεί ο οφθαλμίατρος αν συνεχιστεί. Είναι άκρως επιβλαβείς για την υγεία του βολβού και του σώματος γενικότερα.

Στάδιο τέταρτο: Η χυλόπιτα. Επειδή όμως τα πράγματα δεν πάνε πάντα ρολόι υπάρχει και η περίπτωση να έχετε πέσει θύμα της πλεκτάνης του αντικειμένου που δεν επιστρέφει τα συναισθήματα σας. Ψυχραιμία. Απομακρύνετε μαχαίρια, λεπίδια και κοφτερά αντικείμενα. Αφοσιωθείτε σε μια ασκητική ζωή. Κάντε δίαιτα, βάψτε τα μαλλιά σας, αλλάξτε πόλη και τηλέφωνο. Καλύψτε μαύρους κύκλους, και ποτέ μα ποτέ μην ακούσετε ξανά μουσική. Η μουσική σε αυτό το στάδιο είναι απαγορευμένη και οποιαδήποτε παράβασις μπορεί να σας κάνει να πάτε ένα στάδιο πίσω. Και δεν το θέλετε αυτό, πιστέψτε με.

Στάδιο πέμπτο: Η εκδίκηση. Και αφού έχετε απομακρυνθεί για καιρό απο το αντικείμενο,(οποιος βρίσκεται στο στάδιο τέταρτο και επιμένει να βρίσκεται κοντά στο αντικείμενο, διατρέχει άμεσο κίνδυνο και καλά να πάθει!) εμφανίζεστε μόνο για να πάρετε την εκδίκηση σας. Πρέπει να είστε σκληροί και αμείλικτοι. Πιο σκληροί και απο το στάδιο πρώτο. Πρέπει να διαθέτετε την πειθαρχία της Θάτσερ και την αυστηρότητα του Χίτλερ. Περνάτε δήθεν τυχαία μπροστά απο το αντικείμενο, αγκαλιά με το νέο αντικείμενο. Φροντίζετε να δείχνετε υπέρλαμπροι σαν να βγήκατε μόλις απο σελίδα περιοδικού. Αυτό ήταν, μπορείτε να χαλαρώσετε. Η ζωή είναι ωραία ξανά, απολαύστε υπεύθυνα το καινούργιο σας αντικείμενο.

Για τους φίλους μου που βρίσκονται σε διάφορα στάδια...
Και για μένα που επιμένω να πηδάω ανάμεσα.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτό (ή γιατί πρέπει να υπάρχει αλκοόλ)


Η μεγαλύτερη παραίσθηση. Ψευδαίσθηση. Ψέμμα δηλαδή.
Κι όμως εγώ αυτά που μου συμβαίνουν όταν το αίμα είναι γεμάτο κρασί τα λέω αλήθεια.

Είναι σαφώς μια μεγάλη ηλιθιότητα. Αλλά πάντοτε στη ζωή μου είχα καταφέρει να κρατάω την αίσθηση του μέτρου (όποιος διαφωνήσει με αυτό να έρθει αύριο με τον κηδεμόνα του). Αλήθεια, τώρα δεν έχω πιεί! Δεν συνηθίζω να πίνω όταν δεν προσδοκώ, κι όταν παραδίδω τα χέρια και τα όπλα μου στην άκρη. Τα συμπεράσματα της παρούσας μου ανάγκης, δικά σας.

Η πραγματικότα είναι μια μεγάλη ηλιθιότητα επίσης. Οπότε καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στο λιγότερο ηλίθιο. Στην παραίσθηση δηλαδή του ποτού ή στην πραγματική ζωή.
Δεν μ'αρέσει να διαλέγω όμως. Τα μεγαλύτερα πάθη μου, τα πιο ανομολόγητα, και τις μεγαλύτερες εξομολογήσεις μου τις πιο βαθιές τις έχω ζήσει με ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο. Και δεν μετανιώνω για τίποτα.

Ποτέ μου όμως δεν συμπάθησα τους ρηχους και ανέρωτους ανθρώπους. Αυτούς που φροντίζουν πάντοτε να έχουν μια λύση, που κρατάνε πάντα ομπρέλα ακόμα κι αν δεν βρέχει, που κρατιούνται γερά απο τα χαλινάρια τους. Εμένα μου αρέσει όταν έχει βροχή να τρέχω και να γίνομαι μούσκεμα. Μ'αρέσει στα βαθιά να κολυμπάω πρώτη. Να ονειροβατώ. Να αδειάζω το ποτήρι μου και να λέω "στην υγειά μας". Να εθίζομαι σε πρόσωπα και ψυχές και μετά να μπορώ να τις ξεχνάω. Γιατί αυτό συμβαίνει με την παραίσθηση του αλκοόλ. Κάποτε περνάει.

Ξεχνάει όμως μόνο εκείνος που ζαλίστηκε περισσότερο.

Όταν μπαίνεις μέσα στη λήθη δεν σου είναι εύκολο να ανατρέξεις σε αγκάθια. Δεν σου αρέσει ούτε να πληγώνεσαι, ούτε να πληγώνεις. Αλκοόλ όμως πρέπει να υπάρχει. Για να βρίσκουν λύσεις και οι ανύμποροι, να αισθάνονται και οι φοβισμένοι, για να παθιάζονται οι τρελοί. Ανήκω και στις τρείς κατηγορίες. Σερβίρετε μου, δεν κάθομαι με αδειανό ποτήρι!

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Τραπουλόχαρτα




Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες,

όπως θα έχετε διαπιστώσει τον τελευταίο καιρό έχω γίνει λίγο πιο διαπροσωπική.
Έχει σταματήσει να με βασανίζει η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μου, και έχω στραφεί και σε άλλους ανθρώπους πέρα απο την πάρτη μου. Ως εκ τούτου, έχω πάψει να μελαγχολώ (είχα προειδοποιήσει για αυτό άλλωστε), και έχω αφεθεί σε μια αυστηρά φυσική ζωή. Όλα είναι μέλι και γάλα μαζί.
Αλλά.
Όπως κάθε ηλίθιο έλογο ανθρώπινο όν, που θέλει κάτι να το βασανίζει για να συνεχίσει να πορεύεται προς ένα στόχο, παιδεύω συχνά το μυαλό μου με σκέψεις πολλές, ανούσιες, και απευθυνόμενες κυρίως προσωπικά. Στιγμές είναι, σας ορκίζομαι, δεν υποκύπτω ποτέ πλέον στα πάθη μου, αποφάσισα να αλλάξω σύστημα, ήχο και ρυθμό. Να επαναστατώ σιωπηρά, και να ελέγχω τις όποιες αποφάσεις μου επιφέρουν ντόμινο. Δηλαδή κομμάτια που πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και γκρεμίζονται, και όταν φτάνουν στο τελευταίο σταματάει και το παιχνίδι.
Μ'αρέσει να παίζω όμως.
Το θέμα είναι πως στα παιχνίδια χρειάζεσαι και έναν αντίπαλο. Αντίπαλο ενεργό και πρόθυμο. Τα παιχνίδια που παίζω μόνη μου τα βαριέμαι. Τα έχω παρατήσει στις άκρη απο το δημοτικό. Μετά τις κούκλες, το χάος. Θέλω να παίζω αμπάριζα, τάβλι, μπιρίμπα και μουτζούρη. Θέλω να παίζω και να κερδίζω, ενίοτε να χάνω, αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι μέσα στο παιχνίδι;
Κλείσε τα μάτια σου. Θα παίξουμε ενα παιχνίδι και θα κάνεις τον δολοφόνο. Τι; Δεν αντέχεις να σκοτώνεις; Δεν πειράζει. Όταν ξανανοίξεις τα μάτια σου ίσως ο δολοφόνος να είμαι εγώ. Η ζωή είναι μια εναλλαγή ρόλων σε παιχνίδι. Άλλος θα είναι ο αρχηγός και άλλος ο ηττημένος. Ποτέ και οι δύο μαζί.
Ή θα νιώθω εγώ ή εσυ.
Ποτέ και οι δυό μαζί.
Τα συναισθήματα μας είναι ή αρχηγικά ή χαμένα.
Συγχρονίσου, παίζεις.

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Έρωτας, όπως Έμφραγμα


Οι άγγλοι το λένε "heart attack". Αν το πάρεις κυριολεκτικά είναι σαν μια επίθεση της καρδιάς σε ολόκληρο το σώμα σου, που το παραλύει και τελικά καταλήγεις να χεις στηθάγχη, λιποθυμία μέχρι και άλλα πολύ χειρότερα. Ουσιαστικά όμως δεν επιτίθεται. Απλά σταματάει να λειτουργεί. Άρα θα πρεπε να λέγεται "heart failure" ή ίσως "heart off". Το θέμα είναι πως όλο το υπόλοιπο σώμα εξαρτάται απο αυτή και η όποια παραίτηση ή πιθανή παύση της καρδιάς αποκλείεται. Είναι καταδικασμένη εκεί να χτυπάει. Αυτά περι ανατομίας.

Αυτό το καλοκαίρι ήταν μέσα στην ιλαρότητα του, ένα εποικοδομητικό καλοκαίρι για τα συναισθήματα μου. Ήταν ωραίο. Το ξέρουνε όσοι με ξέρουν και όσοι διαβάζουν το μπλόγκ μου. Και είχε θέματα πολλά. Που ανοίγονταν συνήθως σε ενωμένα τραπέζια, με πολλές (πάρα πολλές!) καρέκλες και πάντοτε με συνοδεία ούζου (πλωμάρι!). Τους νέους ανθρώπους δεν τους απασχολούν πολλά. Μπορούν να σκάνε και να πεθαίνουν για έναν καυγά. Ή να τρελαίνονται για κάποιον, να ασχολούνται συνέχεια μαζί του, και μετά απλώς να τον ξεχνάνε. Για τους νέους ανθρώπους όλα είναι απλά, και λύνονται ακόμα πιο απλά.

Δεν είμαι σίγουρη για τα θέματα που συζητούσαμε κάθε βράδυ. Ήταν αστεία όμως, τόσο αστεία που πάντα θα γελούσα μόνη μου και μετά. Αυτή είναι η αξία μιας ωραίας παρέας. Να διαρκεί η επίδραση της και τις ώρες που είσαι μόνος. Θυμάμαι όμως όταν μιλήσαμε για έρωτα. Και τι να ξέρουν οι νέοι άνθρωποι για αυτά; Νομίζουμε οι κακόμοιροι πως τα γνωρίσαμε όλα. Προσπαθούσα με μανία να πείσω τους πάντες ότι ήξερα. "Ο έρωτας φίλοι μου, είναι άρρωστο πράγμα. Είναι διεκδίκηση, μανία". Μάλλον τον Νίτσε σκεφτόμουν και κατέβαζα αράδες έτοιμες στο μυαλό μου. (Που τις είχα διαβάσει άραγε;). Στην πραγματικότητα δεν είχα μπεί ποτέ στην εξαντλητική διαδικασία διεκδίκησης κάποιου. Βαριόμουν, τα έχανα. Μάλλον δεν ξέρω πως γίνεται και χρειάζομαι πάντα οδηγίες για ό,τι κι αν κάνω. Ε, δεν είχα οδηγίες.

Το έμφραγμα όμως σου έρχεται ξαφνικά. Ξέρεις τι σημαίνει έμφραγμα στα ελληνικά; Οτιδήποτε χρησιμοποιήται για να φράξει. Φράγμα. Στοπ. Μπάρα πώς το λένε; Αν τα συνδέσεις μαζί με τον έρωτα, το έμφραγμα ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση μου. Αρα έρωτας δεν είναι διεκδίκηση. Φραγμός είναι. Και έρχεται ξαφνικά. Σου γυρίζει το κεφάλι, κατεβάζεις την μπάρα εκεί που την είχες όρθια και τα πάντα ανοιχτά, και σταματάς. Σταματάς να νιώθεις όμως; Όχι, απλώς συνηθίζεις. Βάζεις τη μπάρα και την ξανασηκώνεις μόνο όταν θέλεις. Τις περισσότερες φορές είναι αργά. Κάποτε η κουβέντα έφτασε και στην αγάπη. Αυτή δεν την άγγιξα καν. Είναι μια μαγική χώρα. Κάτι σαν τη χώρα του Πίτερ Παν. Φαντασία.

Μπορεί να σου ακούγονται νεφελώδη αυτά που λέω. Αλλά συχνά χρησιμοποιώ πρακτικές μεθόδους για να μετρήσω συναισθήματα. Οπότε οι αποδείξεις είναι -τουλάχιστον- αληθοφανείς! Είναι η τετράγωνη λογική μου που φυσικά με καταπιέζει. Έρωτας μπορεί και να υπάρχει. Δε θα βγάλω κανένα απόφθεγμα. (Έχω και φίλους που αν με διαβάσουν θα αρχίσουν να μου τα χώνουν για την απολυτοσύνη μου οπότε δεν θα το κάνω!). Ξέρεις τι προέκυψε όμως μέσα απο όλα αυτά; Μια ζωή στην οποία μπορώ να είμαι λιγάκι πιο πολύ ο εαυτός μου. Και όχι ο καταπιεσμένος. Ο -σχεδόν- ελεύθερος.
Υγιαίνετε, τα λέμε στο δημοτικό καφενείο.

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Αύγουστος



Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
αυτός ο μήνας το έκανε πάλι το θαύμα του. Πέρυσι με είχε εκπλήξει με την εισαγωγή του με το χειρότερο τρόπο. Και φυσικά φέτος, για να μην περάσω πάλι τα ίδια κλείστηκα στο καβούκι μου με σκοπό να μην τον αφήσω να μου κάνει κανένα κακό. Άμυνα, απαισιοδοξία, όπως θέλεις πες το. Πράγμα που τήρησα κιόλας αρκετά πιστά.
Αλλά όπως κάθε άνθρωπος που έχει αδυναμίες και ελαττώματα δεν το τήρησα ολοκληρωτικά. Και απο αυτό το παραθυράκι που άφησα γυρτό μπήκε μέσα ένας ολόκληρος καινούργιος κόσμος. Ευτυχώς τελικά που δεν το είχα σφαλίσει εντελώς. Ο φετινός Αύγουστος μου έφτιαξε αναμνήσεις. Με πέταξε σε μια θάλασσα λάδι για να κολυμπήσω. Μου έφερε φίλους παλιούς, βλέμματα, ιστορίες, τραγούδια, εβδομάδες ξενύχτισσες, λουλούδια στα χέρια, ποτά γυαλιά, κουτσομπολιά και ανάσες. Και άλλα πολλά που, αγαπημένο μου ημερολόγιο τα φαντάζεσαι, αφού μου έχουν ξανατύχει στο παρελθόν.
Και όπως κάθε τι που περνάει, σε τσιμπάει και φεύγει, έτσι κι αυτό το καλοκαίρι έχει την περίοδο επούλωσης του. Τώρα την περνάω και δεν είναι καθόλου εύκολη. Ειδικά όταν αρνείσαι τα πάντα. Ποιός ξέρει; Ίσως έτσι συνηθίσω αλλιώς. Δεν μπορώ να πω όμως πως η πληγή είναι εκτεθειμένη. Την έχω καλύψει επιμελώς για τυχόν μολύνσεις. Άλλη φορά, θα σου γράψω και για την καινούργια μέλισσα που πέταξε κι αυτή μετά το τσίμπημα πίσω στο μελίσσι της. Δεν ήρθε η ώρα ακόμα. Είναι νωρίς.
Σχεδιάζω δύο ταξίδια μέσα σε αυτό το μήνα. Σχεδιάζω και κάτι άλλο. Ούτε αυτό ήρθε ακόμα η ώρα να στο αποκαλύψω. Πολλούς γρίφους με γέμισε αυτό το καλοκαίρι. Δεν καλούμαι όμως να τους λύσω. Όλα τα προηγούμενα καλοκαίρια αυτό έκανα. Όχι, αυτό το καλοκαίρι δεν θα λύσω κανένα γρίφο, καμία εξίσωση. Θα περιμένω τη λύση ουρανοκατέβατη. Κι αν δεν έρθει;
Δεν πειράζει. Μια μέρα έμεινε ακόμα στον Αύγουστο. Απο Τετάρτη θα έχουμε Φθινόπωρο.
Θα αλλάξουν όλα. Δεν το πιστεύω. Ήθελα απλά να βάλω μια πινελιά αισιοδοξίας στο τέλος, χάριν εντυπωσιασμού. Για να μη με λένε κάποιοι απαισιόδοξη. Εγώ θα τους το ξαναπώ. "Βεβιασμένη ρεαλίστρια" είμαι...

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Η αγάπη / Που δε θέλησα αλλού να δοκιμάσω

Σήμερα δε θα μελαγχολήσω. Το πήρα απόφαση. Για την ακρίβεια δε θα ξαναμελαγχολήσω ποτέ. Δεν θα θυμάμαι τίποτα. Δε θα ελπίζω σε κανένα μέλλον και θα ζώ σαν φυσικός άνθρωπος. Τι σημαίνει αυτό; Θα με ενδιαφέρει το φαγητό, το ποτό, τα παπούτσια μου και οι σειρές στην τηλεόραση. Θα κοιτάζομαι στον καθρέφτη μόνο για να δώ αν ταιριάζουν τα ρούχα μου μεταξύ τους. Και θα φεύγω. Δε τους φοβάμαι τους καθρέφτες τόσο πιά. Τους ξεπέρασα.

Όλα περνάνε. Τις τελευταίες μέρες έχω καταφέρει να κάνω μια απόσβεση. Δεν κόλλησα πουθενά αυτό το καλοκαίρι. Πέρασε σαν νερό ευτυχώς. Δεν ερωτευθηκα, ούτε πόνεσα. Πήγα μόνο δυό μέρες διακοπές γιατί τόσο έπρεπε, έκανα δέκα μπάνια μετρημένα και τόνωσα περισσότερο τη σχέση μου με το κλιματιστικό. Μπορώ να πω πως ήταν ένας καλοκαιρινός έρωτας. Αφού απο τον επόμενο μήνα θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. Θα τον αφήσω για το καλοριφέρ. Ανάγκες, πώς αλλιώς να το κάνουμε;

Ο Σεπτέμβριος όμως ήταν ανέκαθεν απο τους αγαπημένους μου μήνες. Έχει αυτή την ωραία νοσταλγία (για τους άλλους) αλλά για εμένα έχει αποκτήσει πλέον το όμορφο αυτό χρώμα της αναμονής, της μετάβασης. Πάντα μου άρεσαν οι μεταβάσεις. Τις στάσεις μισούσα. Οι θάλασσες σιγά σιγά ερημώνουν απο τους βάνδαλους που τις καταπατούν κρατώντας πλαστικά ποτηράκια, φεύγουν και οι ξαπλώστρες που τις κάνουν να μοιάζουν με ανοιχτό νοσοκομείο και επιτέλους μπορείς να δεις τα κοχυλάκια που κρύβονταν απο κάτω όλους αυτούς τους τρείς μήνες.

Άραγε τα σκέφτονται αυτά οι φυσικοί άνθρωποι ή παρασύρθηκα πάλι; Φυσικά και παρασύρθηκα. Έχω τάσεις φυγής ανεξέλεγχτες. Για εξωγαλαξιακά ταξίδια. Μοναχικά, κυρίως. Ώρες ώρες όμως σκέφτομαι και τα ανεκπλήρωτα και θέλω να τα πάρω μαζί μου. Θολές σκέψεις, ούτε καν τις διακρίνω πιά, δεν τις αναγνωρίζω απο τις κανονικές. Η αγάπη άλλωστε έχει καταφέρει να κορεστεί μέσα μου. Και με το χρόνο ωριμάζει σαν το καλό κρασί.
Τα υπόλοιπα ας τα εξομολογηθεί το τραγούδι. Και είναι όλες οι σκέψεις μου που γεννιούνται απο μια μικρή στιγμούλα. Μια ανάμνηση.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Ηλιοβασιλέματα


Θέλω να πω ναι. Θέλω να πω όχι. Θέλω να πω. Δεν κύλησε ούτε ένα δάκρυ. Αυτό θέλω να πω. Το βίασα πολύ για να τρέξει, κι αυτό δεν έκανε καμία βόλτα γύρω απ την ίριδα. Κρύφτηκε. Κρύβεται κι αυτό. Χτές το βράδυ βγήκα στην αυλή για να καπνίσω. Το ξέρεις μαμά, καπνίζω. Δε σε κάνω καθόλου υπερήφανη. Μαμά, δεν κοιμάμαι.
Είμαι έξω στον κήπο και καπνίζω.

Είναι ένα δέντρο απέναντι. Εγώ το έχω φυτέψει. Τα κλαδιά του με ξεπέρασαν πριν χρόνια.
Εγώ έμεινα σκέτος κορμός. Με ξεπέρασαν. Πνίγομαι. Αγχωμένες τζούρες κάτω απο το φεγγάρι. Ούτε φώς, ούτε κερί. Δε σκεφτόμουν τίποτα. Ίσως για αυτό αρνήθηκε και το δάκρυ να έρθει. Δεν το προσκάλεσα με καμία υπερβολική σκέψη. Δε νιώθω αδύναμη. Νιώθω απλός σκελετός, για αυτό με διώχνω.
Μαμά, μην ξυπνήσεις ακόμη.

Θα γίνεις καλά. Θα αναρρώσεις. Μη τα παίρνεις όλα τόσα βαριά. Σου αρέσουν τα δράματα ε; Τη βρίσκεις; Θέλω να πάρω το αυτοκίνητο να κάνω βόλτα. Και αν ξυπνήσει; Όχι. Άρνηση. Επιβράβευση της παράτολμης σκέψης με χαμόγελο. Αυτό ήταν μου πέρασε. Όλα περνάνε. Όλα. Το φεγγάρι κι αυτές οι μικρές κουκίδες γύρω του είναι που με κάνουν να υπερβάλλω.
Ο ήλιος είναι πάντα σύμμαχος. Μην ακούς τη λένε. Απ' όπου κι αν τα αντικρύζεις όλα τα ηλιοβασιλέματα ίδια είναι. Και οι ανατολές. Όλες ίδιες είναι.
Ασε με λίγο ακόμα όμως μαμά, να λατρέυω τη δύση.
Μην ξυπνήσεις σε παρακαλώ,
Μην ξυπνήσεις.

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Οι αποχωρισμοί


Όταν δεν είμαι χαρούμενη γράφω. Με μανία και διάθεση. Και όχι ακριβώς για εμένα. Αυτό εγώ δεν το ήξερα. Το έμαθα σε αυτή εδώ την πόλη. Τις άλλες στιγμές πάλι, που είμαι σε ευτυχισμένη διέγερση τα ξεχνάω όλα. Μέχρι να έρθουν πάλι αυτές οι στιγμές που θα πρέπει να τα βάλω όλα κάτω για να παλέψω τον εαυτό μου. Τους αποχωρισμούς όμως θέλω να τους κάνω με τελετουργικό. Γραπτό και προφορικό. Γιατί δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά τους καταλαβαίνω πάντοτε όταν έρχονται. Μπορεί να πιστεύεις κάτι, αλλά πάντοτε το έχεις σαν πιθανότητα. Μόνο όταν το βλέπεις με σάρκα και οστά αντιλαμβάνεσαι πως ναι, το ζούσες κι είναι αλήθεια. Μόνο τότε.

Δεν είχα γίνει ακόμα δεκαοχτώ χρονών. Φοβισμένη και δειλή. Φερμένη απο μια πατρίδα όπου τα νερά πηγαίνουν πάνω κάτω, κι είναι παντού. Κλεισμένη μετά σε ένα σπίτι με τοίχους παντού. Μου είχε κακοφανεί. Τις νύχτες κοιμόμουν με δυσκολία, και τις μέρες δεν εγκατέλειπα ποτέ τους τοίχους. Ίσως μια βόλτα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Την έχω συνδέσει με πολύ μοναξιά εκείνη την περιοχή. Δεν ξέρω, όπως κάθε τι μεγάλο αργείς μάλλον πάντα να συνειδητοποιήσεις την αξία του. Και έτσι περνούσαν μέρες. Απο εκείνο το χρόνο θυμάμαι τις μοναχικές βόλτες στην πλατεία. Τα πρώτα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Την ανάγκη. Και τον ουρανό που μου έλειπε πιο συχνά.

Πέρασε καιρός. Τα λεωφορεία και τα αμάξια στις λεωφόρους συνέχιζαν να με φοβίζουν. Κι ύστερα σαν μαγικό τα αγάπησα όλα. Μεγάλωσα. Και ήρθα και σε ντουβάρια που αγάπησα. Γίνεται άραγε να αγαπήσεις ντουβάρια; Εγώ δεν ξέρω τα αγάπησα πάντως. Έτσι απλά και ξαφνικά. Δεν θα πώ πως αγαπώ ακριβώς αυτή την πόλη, όσο τις αναμνήσεις της. Και δεν πρέπει να είναι αγάπη κάτι το τόσο ζωντανό. Αυτό είναι έρωτας. Με κτητικότητα. Με ανάγκη. Με επιθυμία. Δεν ξέρω επίσης αν είναι καλύτερα να μην επιχειρήσεις κάτι, απο το να αποτύχεις κάνοντας το. Και στις δύο περιπτώσεις χαμένος είσαι. Ίσως στην πρώτη με λιγότερες απώλειες, όσο και εμπειρίες.

Μεσημέρια. Απογεύματα. Πλατεία Ομονοίας, Συντάγματος, πλατεία Καρύτση, Μαβίλη και Κολοκοτρώνη. Βόλτες. Κουβέντες. Κι ύστερα τα βράδια τα υπέροχα. Με τη χρυσόσκονη. Θα μου λείψει πρώτα αυτή η υπέροχη αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Ταυτίστηκε και με την ευτυχία. Θα μου λείψει. Και όλοι όσοι μοιράστηκα μαζί τους αυτή την ελευθερία. Αυτοί κι αν θα μου λείψουν. Είναι μεγάλη πατρίδα αυτή η πόλη. Και ύστερα θυμάμαι κι άλλα μικρά και αυτονόητα. Τους μεγάλους περιπάτους στον Εθνικό κήπο με τους άγνωστους περαστικούς. Τα παγκάκια. Κι αυτά θα τα αλλάξουν έμαθα. Δε βαριέσαι, εγώ πάντα θα θυμάμαι την παλιά τους θέση. Την πρώτη φορά που ανακάλυψα την υπέροχη θέα της Ακρόπολης απο το στενό μου. Η διαδρομή στο τρόλει, γύρω απο τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Το μαρμάρινο στάδιο. Οι επιγραφές. Οι ζητιάνοι με τα χαρτομάντηλα.

Εκείνη η καφετέρια στην Κολοκοτρώνη. Και η άλλη. Δεν ξέρω αν με πονάει περισσότερο που δεν θα ξαναπάω, όσο αν θα θυμάμαι επιστρέφοντας που ήταν ακριβώς. Άραγε θα καταφέρει να διατηρηθεί; Να μείνει στη θέση της για να την ξαναβρώ; Ή θα κάνει κύκλους; Κι εγώ θα κάνω κύκλους στίβοντας το μυαλό μου να θυμηθώ που ήταν ακριβώς. Μα όταν την βρώ σίγουρα θα θυμηθώ. Αν βέβαια υπάρχει ακόμα και δεν έχει γίνει "υλικά οικοδομών". Και τα βράδια σε μια άλλη πλατεία. Πλατεία μαζεμένη και ονειροπόλα. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Κι ας μην κοιτάω ποτέ νοσταλγικά την παλάμη μου, κι ας μην την κοιτάω καθόλου.

Το σπίτι μου, τα σπίτια σας. Το έδαφος, τα πλακόστρωτα. Το έτοιμο φαγητό. Τα κρεβάτια. Άραγε οι καινούργιοι ιδιοκτήτες θα καταφέρουν να φτιάξουν αναμνήσεις αντίστοιχες μέσα σε αυτά τα ντουβάρια; Ή θα αρκεστούν σε μια ζωή συμβατική με νερό, φαγητό και ύπνο; Θα κατεβάζουν τα στόρια όταν κοιμούνται; Θα ξέρουν ότι το θυροτηλέφωνο δεν λειτουργεί και το παρκέ τρίζει πότε πότε; Οι δικοί μου άνθρωποι τα ξέρουν όλα αυτά. Και λέω δικοί μου γιατί έτσι είναι. Κι ας το αποκαλύπτω σπάνια. Πώς να μην είσαι ευγνώμων σε αυτόν που σε διδάσκει; Ήρθα τουρίστας και φεύγω ερωτευμένη. Δεν ξέρω όμως σε τι κούτα να κλείσω όλες αυτές τις αναμνήσεις. Και αν θα μπορέσω ποτέ να την ανοίξω, κυριευμένη απο τη μανία μου να θυμηθώ, να φυλακίσω τον χρόνο. Τουλάχιστον θα έχω τον αποχωρισμό μου να λατρεύω.

Ξέρω, πως απόψε θέλω να κάνω μνημόνιο. Να φέρω όμορφα και εξηγημένα δάκρυα στα μάτια μου με κόπο. Να βάλω κάτω όλους τους λόγους μου και να τους αναλύσω. Έτσι μόνο θα φύγει απο πάνω μου η νοσταλγία. Με διαδικασίες τυπικές και στοχευμένες. Ξέρω, πως θα κλαίω σε όλη τη διαδρομή και κανένας δεν θα ξέρει το γιατί. Τουλάχιστον όχι, το γιατί ακριβώς. Δεν είναι αποχωρισμός αυτό εδώ. Είναι απλώς ένας αποχαιρετισμός. Μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθώ στα ίδια, μα όχι στα ίδια ακριβώς. Σήμερα το βράδυ θα ανέβω νύχτα στο στενάκι πλάι μου, και θα καπνίσω ένα τσιγάρο αγναντεύοντας τη θέα του φωτισμένου βράχου. Κι όσο για τη χαρά μου, αυτή θα την βρώ στην πορεία, κάπου εκεί στα "τρελά νερά". Δεν μπορεί, κάπου εκεί είναι, δεν είναι;

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Το καλό σερβίτσιο


Ποτέ δεν κατάλαβα τους ανθρώπους που φύλαγαν πράγματα. "Για μετά" μου έλεγαν. 'Αλλοι "Για περίπτωση ανάγκης". Δεν είχα καταφέρει ποτέ να φυλάξω το οτιδήποτε. Μάλλον γι αυτό μισούσα αυτή τη συνήθεια. Έπαιρνα τη σοκολάτα απο το ράφι, και δεν ησύχαζα αν δεν την έτρωγα όλη. Ούτε λόγος να βάλω στην άκρη ένα κομμάτι για την επόμενη λιγούρα. Θα τη φάς ολόκληρη. Κι αμα πεινάσεις μετά, να τιμωρηθείς με την αναμονή της επόμενης. Α όλα για όλα. Με τον εαυτό μου πάντα καλά τα είχαμε. Και με τις τιμωρίες. Και με τις αμαρτίες. Και με αυτές καλά.

Σήμερα θυμήθηκα όμως την παλιά βιτρίνα της μητέρας μου. Αυτή που είναι γεμάτη με φλιτζάνια και πιάτα που δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Κάτι όμορφα κινέζικα και λεπτά φλιτζανάκια. Με λεπτά χείλη που δεν είναι φτιαγμένα για στόματα. Και κάτι κολωνάτα όμορφα ποτήρια απο φυσητό γυαλί. Πανέμορφα. Τα θαύμαζα με τις ώρες όταν ήμουν πιο μικρή. Πλέον απλώς τα προσπερνάω. Έστιψα το μυαλό μου όμως γιατί η μητέρα μου τα φυλάει εκεί, και σε περίοπτη θέση ενώ απαγορεύεται να τα αγγίξουμε. Δε βρήκα καμία εξήγηση.

Μέχρι που κοίταξα και τα δικά μου σερβίτσια. Τα ακριβά μου. Εκείνους τους ανθρώπους που έτσι και μου σπάσουν σε κομμάτια, θα καταστραφώ κι εγώ. Όχι επειδή θέλω να τους χρησιμοποιώ, αλλά να, θέλω να ξέρω πως υπάρχουν και να τους θαυμάζω έξω απο τη βιτρίνα τους. Δεν θέλω να τους χαρακώσω το πρόσωπο με γρατζουνιές. Δεν θέλω καν να τους κάνω δαχτυλιές. Θέλω να είναι ήρεμοι, ακίνητοι και να τους αγαπώ. Θέλω να τους αιχμαλωτίσω για πάντα, και να τους εκθέτω σε θέση περίοπτη, για να ξέρουν όλοι πως αυτοί είναι η περιουσία μου. Όσα ποτήρια κι αν περάσουν απο τα χέρια μου λοιπόν, πλαστικά ή ψεύτικα γυάλινα φθαρτά, πάντοτε εσυ θα είσαι το καλό μου το σερβίτσιο.

Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Εν ληθάργω


Κι όμως ήσουν παντού. Όλο αυτό τον καιρό τον τελευταίο, που προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις σε μια σειρά, πάντα κάτι περίσσευε, δεν ταίριαζε ή απλά πεταγόταν στη λάθος θέση απο το πουθενά. Ήσουν εσύ. Και μετά πάλι απο την αρχή πάσχιζα να τα ξαναβάλω όλα σε μια σειρά. Κι ύστερα πάλι εσύ. Και δεν έψαξα να βρω τι συμβαίνει, απλά σε έβαζα στην άκρη και συνέχιζα.

Δεν έμεινες όμως στην άκρη σου. Μάλλον δεν βολευόσουν αρκετά ή ίσως ήταν πολύ μικρή για τα γούστα σου και πνιγόσουν. Πάλι, με έναν παράξενο τρόπο έβρισκες το δρόμο και ξαναφύτρωνες στα τακτικά. Και πάσχιζα με τις ώρες να βρω το γιατί. Να σε βάλω σε μια θέση που επιτέλους θα βολευτείς, να αδειάσω ράφια, να τα μετακινήσω, ίσως αν σε τοποθετούσα ψηλά; Τα φοβάσαι τα ύψη.

Πόσο αφελής ήμουν. Για μια ακόμα φορά δεν είχα καταλάβει τίποτα. Μέσα στο ίδιο μου το σώμα κι όμως δεν έβλεπα τίποτα απο αυτά που έβλεπαν οι άλλοι γύρω. Μέχρι που βρέθηκε κάποιος να μου το πει το μυστικό. Και μου ψιθύρισε στο αυτί την πραγματικότητα. Δεν δέχτηκα τίποτα. Μόνο ένα σφίξιμο στο στομάχι για τα κλειστά μου μάτια.

Έπιασα ένα κομμάτι χαρτάκι και εκεί τα έγραψα όλα. Μέσα σε πέντε σειρές. Αρκούσαν για να τα αντιληφθώ όλα. Σαν να ξύπνησα απο βαθύ κώμα και ζητούσα τα απολύτως απαραίτητα. Φαγητό, νερό κι εσένα. Όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά.

Κανένα λάθος δεν είχα κάνει. Απλώς δεν ήξερα. Αλήθεια δεν είχα καταφέρει τίποτα. Χρειάστηκαν πολλά τραγούδια, άλλες τόσες συγκινήσεις, λίγα δάκρυα στο μαξιλάρι μου, και τρομακτικά φιλιά για να καταλάβω.

Κοιμήθηκα για αρκετούς μήνες μέσα στο αστικό τοπίο. Κινήθηκα σε σκοτεινούς δρόμους και υπόγειες διαβάσεις. Τράφηκα με ψίχουλα γιατί νόμιζα πως θα μου αρκούσαν. Μπήκα σε ξερά σώματα. Μέχρι που τα αρνήθηκα κι αυτά. Κι αν θέλεις να ξέρεις αυτός ήταν ο λόγος. Μετά απο ένα ζωντανό αγκάλιασμα, ότι κι αν επιχειρήσεις θα είναι σα βιασμός σε πτώμα. Αρνήθηκα. Αρνούμαι.

Είναι δύσκολο να δω τον ουρανό απο αυτό εδώ το μπαλκόνι. Μα τον φαντάζομαι γεμάτο αστέρια. Να μη χορταίνεις λαμπυρίσματα. Αν κάποιο απο αυτά έπεφτε θα έκανα ευχή. Μια ευχή για εσένα. Να χορεύεις για πάντα μέσα στα όνειρα μου. Ποτέ να μην ξυπνήσεις εσύ. Ποτέ να μη φύγεις απο τον ύπνο σου. Να μην ξυπνήσεις ποτέ. Και πάντα να εμφανίζεσαι μπροστά μου να μου χαλάς τα σχέδια. Σου μιλάω για λατρεία υπνωτισμένη...


Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Πλατεία Φωτογραφία


Η τελευταία μου πηγαία ευτυχία είναι κλεισμένη ολόκληρη σε μια φωτογραφία. Ανόθευτη, προσωρινή κι όμως κοιτώ το φακό με βλέμμα που μοιάζει να μπορεί να υποσχεθεί ακόμα και σε μελλοθάνατο, αθανασία.

Είμαι ντυμένη με ένα λάγνο ερωτισμό. Και φορώ για σκουλαρίκι, μια φθηνή ικανοποίηση. Τα χέρια μου έχουν σκύψει και ακουμπάνε πάνω σου. Αυτά δεν είναι ντυμένα. Τα άφησα γυμνά επίτηδες, για να ντυθούν τους ώμους σου.

Θέλεις το φόντο; Μια συννεφιασμένη ειρωνία, δύο τσιγάρα και δύο λουλούδια. Όχι του αγρού, της γλάστρας, απο αυτά που προτιμούν οι ευκολόπιστοι και οι εφήμεροι. Δε διαρκούν, αλλά τουλάχιστον μυρίζουν.

Ασύλληπτα και ξεχασμένα δάκρυα επιστρέφουν στον τόπο της φθοράς τους. Στα μάτια βουρκώνει μια νοσταλγία, γιατί να μη μπορώ να μπώ μες στη φωτογραφία να με ξυπνήσω και να με ζωντανέψω;

Θα ήθελα να ήμουν ένα μέρος του φόντου αυτής της φωτογραφίας. Η απόφαση έχει παρθεί. Ένα απο τα κάδρα που είναι ακουμπισμένα πίσω στον τοίχο. Ή ίσως το καρφί που τα στερεώνει στο σοβά.

Φαίνεσαι να έχεις αιχμαλωτίσει μέσα στα μάτια σου, το πιο μεγάλο μυστικό του κόσμου. Κι όμως το στόμα σου κλειστό, δε θα το ξεστομίσεις ποτέ. Είσαι ντυμένος μέχρι το λαιμό με ένα σιδερένιο πλέγμα ανασφάλειας.

Γέρνω, ακουμπάω και ματώνω. Τα μάτια μου μικραίνουν στο βάρος του πόνου. Αλλά η πηγαία ευχαρίστηση του ακουμπήματος σου είναι στο στόμα μου. Αυτό δεν κρύβεται. Έχει καρφωμένο σαν πολύτιμο πετράδι πάνω του, το πιο απλωτό χαμόγελο του κόσμου.

Έχει σφραγισμένη επάνω του, την άγνοια.


Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Κοιτάζω απ' το παράθυρο


Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλί-

σανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;


Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βρο-

χερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του

πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασι-

λεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι...


Α! Θέλω να' ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν' αρπάζουν. Η μέση των

συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέ-

βουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το

χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας


Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!


Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη κα-

ταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη

φεγγοβολή του.

Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της

καίει η απουσία.

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει...

Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!


Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται

όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφιερωμένη...


Στ' αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου

εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ' άφησε κει

δε ρώτησε.


Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη

μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ' από τ' άνθη.

Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.


Κι όμως πίσω από τ' αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναί-

σθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δε φεύγει δεν επιστρέφει.


Ένα δίχτυ αόρατο συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλή-

θειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβολία.

Φυσάει το αμέριμνο στόμα.


Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι

επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό

του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των μα-

τιών του.

Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε

την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυ-

χτερινής χλόης μου.


Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε

γι' αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή

που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

Φεύγα ζαρκάδι!

Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή.


Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβά-

ζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου.


Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί

μες στις ερωτοτροπίες των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων;


Δυο χέρια περιμένουνε.


Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη γη.


Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση.

Πίσω απ' το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Είχε φύγει μέσ' από το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα εί-

χανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ' τον ίσκιο

της επιθυμίας μου - κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της

αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία

τους ήτανε φωτεινή.


Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.


Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσό-

τερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ' αναγαλ-

λιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.


Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δέντρα θα βρουν τη μακροχρόνια

εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου

ξεγνοιασιά θ' αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου

θα δροσίσει τη δροσιά.


Τότε θ' ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα

συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Κι ενώ θα

τρέχει ο ουρανός κάτω απ' τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας

ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώ-

σουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές


Τότε θα δώσουμε

Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!


{Όταν αποφασίσεις να απαρνηθείς κάθε εξωτερική δύναμη,

φρόντισε τουλάχιστον να διατηρείς πάντα μια σταθερά. Εγώ Σ'αγαπάω.}


"Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή"

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Στοιχεία


Γή: Μου στοίχισε. Σου στοίχισε. Μας στοίχισε. Έγειρα λίγο στον καναπέ σου και αποκοιμήθηκα. Μετά, έπρεπε να φύγω. Πάντα έτσι γίνεται. Πάντα πρέπει να φύγω. Και να πατάω σταθερά στο έδαφος για να μην αιωρούμαι. Η γή, λές πρέπει να είναι ο οδηγός μου. Να μασάω την τροφή του σπόρου καλά, και να κρατιέμαι απ τις χειρολαβές στα λεωφορεία. Ήμουνα πάντα σταθερή πριν σε αντικρίσω. Ποτέ δε διέγραφα ελλειπτικές πορείες. Είχα καταφέρει να αρνηθώ μέχρι και τη φυγόκεντρο. Έκανα κύκλους και δεν έπεφτα. Σκόνταψα σε μια ευθεία και κατηφόρα. Πήρα φόρα.

Αέρας: Αερόστατα. Αεροπλάνα. Το πιο ψηλό σημείο που έχω βρεθεί είναι μια ρόδα λουνα πάρκ. Σου αρέσει να πετάς. Πάντα σου άρεσε. Είναι σαν να γίνεσαι Θεός. Εσύ, που προτρέπεις να περπατάμε στη γή με τα τέσσερα αν γίνεται. Αιωρείσαι τόσο ψηλά. Κι εγώ δεν έχω βρεθεί ποτέ σε αεροπλάνο. Μόνο στη ρόδα του λούνα πάρκα της Βιέννης. Και εκεί φοβόμουν να κοιτάξω έξω. Έμεινα να αγναντεύω τον ξύλινο πάγκο. Τον πάγκο που είχε χαραγμένα πάνω του χιλιάδες ονόματα. Θηλυκά και αρσενικά. Και αγάπες που είχαν το θάρρος να αιωρούνται και να κοιτάζουν απ τα παράθυρα.

Φωτιά: Καμίνι. Έρωτας. Γλώσσες. Γλύφω. Κάποτε είδα έναν άνθρωπο να καίγεται. Έμοιαζε με τις κούκλες μου όταν τις έβαζα να κάνουν έρωτα. Πονούσε κι έλιωνε. Κι ύστερα κάηκα κι εγώ. Ελαφρά μόνο και γλίτωσα. Αν και είχα μια πρωτόγνωρη επιθυμία να αφήσω τις πορτοκαλί φλόγες να μου ξεσκίσουν τη σάρκα. Να λιώσω κι εγώ μέσα σε καμμένες ψευδαισθήσεις και να γίνω ξανά αέρας και γή. Να επιστρέψω αλλόκοτα σε σένα που πετάς, κι σε εμένα που μένω σταθερή και να μπορέσω έτσι να μας ενώσω.

Νερό: Μάταια. Ήρθε το νερό και έσβησε όλα τα επίπονα όνειρα. Ευλογημένο να ναι. Το λατρεύω όπως ο κρατούμενος τη φυλακή του. Όπου κι αν πάω δεν μπορώ να του ξεφύγω. Πιάνω το ποτήρι μου το δαγκώνω, στάζουν οι σταγόνες στο πάτωμα. Νερό και αίμα, αρχέγονα υλικά. Ποιό κακό να πάθω ακόμα; Πώς να επιστρέψω στα αρχέγονα τώρα που κινδυνεύω να γίνω αθάνατη; Και εκεί, πάνω στην εκκεντρική μανία μου, πάνω στα υδαρά όνειρα και μια σειρά απο καρπούς αραδιασμένους στον πάγκο σαν τιμαλφή πολέμου, πάνω στο πιο τρελό μπαλόνι που ξέφυγε ποτέ και πήγε κι αυτό να συναντήσει το Θεό, εκεί ήρθε η θάλασσα η απλωτή και έσβησε όλους τους καημούς μου.
Έριξε αλάτι, με έκαψε, με έκανε να αιωρούμαι ατέλειωτα υποβρυχίως, κι ύστερα σαν απο θαύμα με έσωσε απο τον καπνό και με σβησε.
Για αυτό την αγαπάω περισότερο απο εσένα.

Θές να κολυμπήσουμε -για λίγο- και μαζί;

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Απόψυξη


"Οι πιο ευτυχισμένες μέρες είναι εκείνες που δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις τη δυστυχία σου". Έτσι της είχε πει κάποτε ενας περαστικός που πουλούσε κουλούρια. Κι αυτή πήρε ένα με σουσάμι, το έσφιξε γερά, άφησε ένα κέρμα, έφυγε και δεν απάντησε. Και ήταν όντως ευτυχισμένη γιατί δεν είχε προλάβει να επεξεργαστεί αυτή τη φράση.
Κάθε μέρα ήταν χαμένη μέσα σε βιβλία, και κάθε βράδυ έβγαινε και μεθούσε. Κανένα διάλειμμα σε αυτή τη ρουτίνα. Κανένα σημάδι αυθόρμητης ζωής, έξω απο το πρόγραμμα το καθημερινό. Μέχρι εκείνη τη μέρα. Καθισμένη στο συντριβάνι, παρέα με το κουλούρι. Μια γνωστή φυσιογνωμία την πλησίασε. Πόσο γνωστή, πόσο παλιά, πόσο αισθαντικά διφορούμενη μέσα της.
Είναι εκείνοι βέβαια που σου αφήνουν σημάδι. Αυτοί που έχουν την τάση να κινούνται στα δύο άκρα. Της έλλειψης και της υπερβολής. Πάλι αναδρομή στα βιβλία, τι απαίσια τάση.
Όσες φορές όμως κι αν είχε επεξεργαστεί κάτι στο μυαλό της, το είχε δει σαν πιθανότητα, το είχε χωνέψει σαν δυνατότητα, η πραγματικότητα είχε αυτή την υπέροχη τάση να σου αναιρεί ότι κι αν έχεις φτιάξει με το κεφάλι σου. Την πλησίασε. Διστακτικά στην αρχή, μετά φιλικά, τελικά εξομολογητικά.
Ποιό το νόημα όλων αυτών; Και ποιόν χρειάζομαι;
Του χάρισε το κουλούρι μαζί με το λόγο του πλανόδιου μικροπωλητή και έφυγε χαμογελώντας.
Ποιός ο λόγος της απόψυξης του παρελθόντος αν ξέρεις ότι θα σαπίσει αν δεν καταναλωθεί αμέσως;
Άφησε το τουλάχιστον στο πάγο, να ξέρεις ότι έχεις απόθεμα σε ώρες πείνας.
Κι ας μην πεινάσεις ποτέ.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Να λατρεύεις. Είναι απαίτηση


Δεν ξέρω κατα πόσο η λατρεία προς ένα πρόσωπο είναι ανάγκη ή τύχη. Κατά πόσο είναι εθελούσια ή επηρεάζεται απο κανόνες. Αλλά και πάλι ποιός φτιάχνει τους κανόνες αν όχι εμείς; Η λατρεία μου προς τον κίνδυνο είναι σαφώς εθελούσια. Και σχεδόν μηχανική. Σαν τον τρόπο που ανάβεις το επόμενο τσιγάρο, μετά το προηγούμενο, ή τον τρόπο που πλέκεις τα μαλλιά με τα δάχτυλα. Ή ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρα. Ή τα κλείνεις. Ή τα στρέφεις προς ενα πρόσωπο. Καταδικασμένη σε μια αιώνια λατρεία. Που κρατάει και υπάρχει απο τότε που οι κηφήνες άρχισαν να λατρεύουν τη βασίλισσα στο μελλίσι. Γιατί ήταν μοναδική και ξεχώριζε. Γιατί τα χρώματα της ήταν εντυπωσιακά. Τη λάτρευαν για την αίγλη και την δόξα. Μια δόξα πράσινη πορτοκαλί. Θυμάμαι ακόμα το κεντρί που είχε καρφωθεί στο χέρι μου. Λίγο μετά η μέλισσα ξεψύχησε παραδίπλα. Την πάτησα με μίσος που θύμιζε ηδονή. Ήταν μια πατημένη βασίλισσα. Μετά, θυμάμαι που μου είπες πως δεν υπάρχουν βασίλισσες. Κατέβασα τα σύννεφα να σου αποδείξω πως μετά το τσίμπημα έγινα κι εγώ μία. Και εσύ τεμπέλιαζες σαν τον κηφήνα και με αγνόησες. Δεν είδες ούτε ένα απο τα απίθανα χρώματα μου. Ξέρεις, μάλλον έπρεπε να γίνω πεταλούδα για να με λατρέψεις.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Η μνημη



Τη θυμάμαι εκείνη τη νύχτα.
Ήμουν μόλις 19 και εσύ 21.
Μας χώριζαν δυό χρόνια
κι ενας αιώνας.
Τη θυμάμαι εκείνη τη νύχτα με τη βροχή.
Κάπνιζες καρέλια
κι η στάχτη γινόταν λάσπη.
Κάτω στα πόδια σου,
και στα δικά μου,
με τα ανοιχτά παπούτσια.
Τα δαχτυλά μου είχαν πάρει
το χρώμα της στάχτης.
Και τα μαλλιά μου έγλυφαν το πρόσωπο.
Δε με ένοιαζε.
Τα έβλεπα όλα σαν υγρό όνειρο.

Θυμάμαι τα βλέφαρα,
τα νύχια σου που έγδερναν τη σάρκα μου.
Θυμάμαι τις ανάσες. Όλες μια προς μία.
Και ύστερα θυμάμαι την ενοχή.
Είχε μεγάλη αταξία αυτή η νύχτα.
Να μουσκεύομαι απ τη βροχή '
και τα χείλη σου.
Να σε μουσκεύω και να θέλω κι άλλο.
Θυμάμαι τη λαιμαργία και τον πόθο.
Τις γρατσουνιές και τις ρωγμές
κάτω απ το υπόστεγο.

Ύστερα θυμάμαι τη σιωπή.
Ακουγόταν μόνο μια γάτα που ούρλιαζε.
Δε χαμογέλαγε κανείς.
Κάπνιζες ακόμα
κι εγώ έγνεφα στη σκεπή.
Να με ακούσει η μπόρα και να κοπάσει.
Μίλαγε η αστραπή και
απαντούσαν τα κεραμίδια.
Θυμάμαι τη μυρωδιά της υγρής πλάκας.
Μύριζε μολύβι, σαν αυτά που φύλαγες
μες στα τετράδια.
Γιατί έχεις πάντα ενα μολύβι
μέσα σε κάθε τετράδιο;
Σε είχα ρωτήσει.
Για να χουν παρέα, μου απάντησες,
κι εγω δε ρώτησα άλλα.

Τη μορφή σου δεν την θυμάμαι.
Χάθηκε πίσω απ τη μνήμη της φωνής σου.
Άδικος ο νους κι αδικημένος.
Να θυμάται πάντα τα ανείπωτα
και να ξεχνά τα λόγια.
Μια μέρα μου έμεινε μονάχα
να θυμάμαι ολόκληρη.
Με τις ώρες και τα λεπτά της,
τους αιώνες που περνούσαν
σα δευτερόλεπτα,
και τις ανάσες μας που γυρνούσαν
πάλι στα κανονικά τους.
Εισπνοή και εκπνοή.
Πάντα έτσι ήταν.
Ένα διάλλειμα ήταν ο έρωτας
στο μονότονο ρυθμό των πνευμόνων μας.
Τα στόματα μας έκλεισαν ξανά.
Κόπασε κι η βροχή και φύγαμε απ το υπόστεγο.
Δεν χρειαζόταν να κρυβόμαστε.
Σώπασε και η γάτα.
Και έγινα εγώ 21 και εσύ έμεινες 21.
Μα δεν συναντηθήκαμε ποτέ
γιατί μας χωρίζε ο αιώνας.

Άραγε εσυ θυμάσαι λίγη απο τη μυρωδιά μου;
Σου έμεινε στη μύτη ενας παλμός
αντίστοιχος της λάμψης των αστεριών;
Ή μήπως συνέχισες να καπνίζεις
απο την κασετίνα σου;
Ποτέ δε θα το μάθω,
κι αυτή είναι η μαγική μου μνήμη.
Η ασάφεια που έντυσε
τις λέξεις και το κορμί σου.
Η μικρή αδιόρατη στιγμή
που ένιωσα να σ'έχω.
Άτιμο πράγμα η μνήμη.
Σε καταδικάζει σε αιώνια αμφιβολία
του παρόντος.

Μα αυτό καλέ μου, με κάνει αθάνατη.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Sunray

Αν υπάρχει έστω και μια πατρίδα
στην οποία θέλω να γυρίσω,
εσύ είσαι αυτή.
Και σε λέω πατρίδα,
γιατί ξέρεις να με υπακούς
χωρίς να επαναστατείς.
Σε λέω πατρίδα γιατί παγώνεις τα όνειρα μου.
Για να τα βρω όταν γυρίσω ανέπαφα.



Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Απίσταμαι

Όσος καιρός και να περάσει,
απο το στόμα μου δε θα βγεί λέξη.

Η αμφιβολία δε με άφησε ποτέ να κυβερνήσω το δικό μου καράβι.
Πάντοτε ταξίδευα φτωχή,
στο κατάστρωμα χωρίς αποσκευές.

Ούτε ενας φθόγγος τώρα που βουλιάζουμε,
ούτε ενα άρθρο, ούτε ενα φωνήεν. Τίποτα.
Πάντοτε ήμουν αδύναμη μπροστά στην τραγωδία.

Απο όλες τις ήττες μου,
αυτές που δε μπορώ να δεχτώ,

είναι αυτές που χάνω απο αμφιβολία.
Αυτές, που παλεύω να αναλύσω και να βρω εξήγηση.
Λές και υπάρχει εξήγηση στο κουβάρι του έρωτα ποτέ.
Όσο και να το μισούσα πάντοτε όμως το "ίσως"
είχε μεγαλύτερη γοητεία απο το "όχι".
Ακόμα κι όταν το "ναι" ήταν έξω απο τη ρότα.

Υπήρχε άραγε ποτέ κανένα φώς σε αυτό το ταξίδι;
Κάποιο μικρό νησάκι που θα ξαπόσταινα λίγο το κορμί μου;
Έστω μια μικρή λέμβος για τα γυμνά μου πόδια;
Ένας φάρος;
'Ενας γλάρος συνταξιδιώτης;

Η αμφιβολία έχει το δρόμο της,
θα βρει το δρόμο της. Μη μου αγχώνεσαι.
Θέλω να απέχω απο το γκρεμό.
Θέλω να γίνω φτερωτή και να εξαφανίζομαι.
Θέλω να βλέπω τετελεσμένα και όχι ενδεχόμενα.
Θέλω να φύγω επιτέλους απο αυτό το καράβι.
Θέλω ξέσκεπο ουρανό και γή για να πατώ.
Θέλω την ασφάλεια μιας άρνησης.
Θέλω να γίνω θάλασσα.
Και να ενωθώ με αυτό το καράβι.

Δε με πηγαίνει κάπου,
απλώς προχωράει.
Θέλω να κατέβω σταμάτα.
Να αποχωρήσω, να σε λησμονήσω,
να κάνω ταξίδια σε άλλους ωκεανούς.
Και όταν γυρίσω με τους καιρούς,
για να σε στεναχωρήσω,
να πω ότι ακόμα σε θυμάμαι.


Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Εξιδανίκευση

Ήταν η εποχή ιδανική για έρωτες.
Ξυπνούσα πάντοτε πρωί,
άνοιγα τα παραθυρόφυλλα,
και το φως έλουζε τα μουντά έπιπλα.
Τα γυαλιά μου, παρατημένα στο κομοδίνο,
έπαιζαν με τις αχτίδες,
έμπαιναν στα μάτια μου οι αντανακλάσεις,
και με τύφλωναν.
Κάτω στο πάρκο,
τα δέντρα είχαν αρχίσει να έχουν καρπούς.
Νεράτζια, πορτοκάλια και λεμόνια.
Μύριζε ο τόπος το τέλος της άνοιξης.
Και εσυ σκυφτός στην πολυθρόνα σου,
συζητούσες με τον καφέ σου και το τσιγάρο.
Ήταν η εποχή ιδανική για έρωτες.

Ήταν η εποχή ιδανική για ομορφιά.
Πόζαρα στη μηχανή σου γυμνή,
δίπλα στην ομορφιά του πάρκου
που έμπαινε απο το παράθυρο μαζί με το φώς.
Τα χείλη μου βαμμένα μοναχά.
Κόκκινα.
Και το δέρμα μου λευκό και γυμνό,
αγκάλιαζα τη σάρκα μου με τα νύχια.
Άκουγα το κλίκ κι ήταν εντάξει.
Στιγμές ηδονής. Δευτερόλεπτα.
Ύστερα λήστευα τις σκέψεις σου
πάνω στο κρεβάτι μου.
Σε έριχνα κάτω, γελούσες, δεν έλεγες κουβέντα.
Τα μάτια σου βαθιά πράσινα,
μπερδεύονταν με το κραγιόν μου
σαν σε παλέτα δημιουργού.
Ήταν η εποχή ιδανική για ομορφιά.

Κι ύστερα ήρθαν οι εποχές μετά απο αυτές.
Κάπνιζα μόνη για να φτιάχνω σύννεφα.
Έβγαζα φωτογραφίες τις μύγες,
που ξεψυχούσαν στο παραθύρι μου.
Δεν είχαν τίποτα απο την ομορφιά μου.
Το σπίτι αυτό άρχισε να αδειάζει.
Ζεσταίνονταν τα έπιπλα και τα πετούσα στην μπανιέρα.
Πέθανε και ο γλάρος μας.
Αυτός που είχαμε φυλακίσει απο μικρό.
Δεν τον αφήσαμε ποτέ να τρέξει πίσω απο ενα καράβι.
Έβγαλα κι απ τον κήπο την τριανταφυλλιά σου.
Πήγα και την φύτεψα με προσοχή στο πάρκο.
Απέναντι απο το δέντρο που είχαμε χαράξει.
Έκλεψα και δύο μανταρίνια απ το καλάθι.
Μήπως το άρωμα τους μου θυμίσει κάτι.
Είναι σκληρή η εποχή μετά απο αυτές.

Είναι η εποχή ιδανική για μελαγχολία.
Αν δεν υπήρχαν και οι καθρέφτες,
να μου θυμίζουν πως ζω ακόμα,
θα το είχα ξεχάσει μες στην τρέλα μου.
Μόνο για να με γιατρέψεις επιβιώνω.
Είναι η εποχή ιδανική για μελαγχολία.
Κρύψου πιο βαθιά, δε σου ταιριάζει αυτή η εποχή,

εαυτέ μου.


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Αυλαία




Οι άνθρωποι με κοιτάνε πια στα μάτια. Ρωτάνε να τους πω που έχω ζήσει. Σε μέρη που υπάρχει πιο πολύ πόλη απο ότι φύση, απαντώ. Σε εποχές που οι φιγούρες είναι πιο πολλές απο τα δέντρα, τα σπίτια στριμωγμένα, οι σχέσεις των ανθρώπων ανύπαρκτες, και ο έρωτας υπάρχει μόνο σε κάτι αρχαία βιβλία. Ρωτάνε να τους πω και για σένα. Και εκεί ήταν που έψαχνα να βρω τις λέξεις, για να γεμίσουν λίγο το στόμα μου. Και τότε κατάλαβα. Δε χωρούσες ποτέ σε ουσιαστικά και επίθετα. Ήταν πολύ έξω απο εσένα. Ή μάλλον εσυ πιο έξω απο τον κόσμο. Δεν ήσουν ποτέ μέρος αυτού του κόσμου, για να πω την αλήθεια.


Κάποτε κοίταξα κι εγώ τα δικά σου μάτια. Όπως με κοιτάνε οι άνθρωποι σήμερα. Περίεργα. Σαν να έβλεπα όραμα ή εφιάλτη. Μου φαινόταν αδιανόητο να σε λογίσω για άνθρωπο. Ήταν παράξενη η αύρα, πρωτότυπη για να μαι πιο σαφής. Αλλιώτικος θησαυρός χρυσός μέσα στην ασπρόμαυρη πόλη. Θυμάμαι που ξυπνούσα, έδενα τα κορδόνια μου γρήγορα και σε παρακολουθούσα πίσω απο τη βιτρίνα μου. Περνούσες απο το γνωστό σημείο με ακρίβεια βόμβας. Ούτε λεπτό παραπάνω. Κι αν ποτέ κοιτούσα τους δείκτες και τρόμαζα, έβγαινα στη βιτρίνα χωρις παπούτσια. Με ξυπόλητα πόδια για να προλάβω να αγναντέψω λίγη απο αυτή την αύρα σου. Και να ανοίξω την πόρτα μου.


Κι ύστερα ακολουθούσα το βάδισμα σου. Ήταν αναποφάσιστο, μα και σταθερό. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω πως έσερνες τόσο βελούδινα τα βήματα σου απο τη βιτρίνα ως στην πλατεία. Εκεί σου άρεσε να ξαποσταίνεις λιγάκι, να μυρίζεις τα κυκλάμινα και να αγναντεύεις τους περαστικούς. Εγώ, δε φανερώθηκα ποτέ. Ήμουν πάντοτε πίσω σου, άλλοτε ξυπόλητη, άλλοτε παπουτσωμένη, πάντα αθόρυβη. Εσύ μύριζες τα κυκλάμινα και εγω προσπαθούσα να μυρίσω λίγο απο το άρωμα του κορμιού σου. Σε έπαιρνε το λεωφορείο και δεν τα κατάφερνα ποτέ.

Πάει λίγος καιρός που έπαψες να περνάς απο τη βιτρίνα. Συνεχίζω να ντύνομαι και να περιμένω κάθε πρωί στις 12 ακριβώς το βάδισμα σου. Μα δεν έρχεσαι πιά. Και τώρα πια φοράω πάντοτε τα παπούτσια μου. Και κάθομαι στην ξύλινη σκάλα ως τις 3 μόνο με την ελπίδα. Μα εσύ δεν έρχεσαι πια. Φαίνεται άλλαξες διαδρομές. Και τώρα μετανιώνω. Καπνίζω ένα πακέτο για να σε περιμένω και μετανιώνω.

Που δεν πρόλαβα να σου πω πόσο λάτρευα τα άγρια χαρακτηριστικά σου. Πόσο παράξενο που φαινόταν που χωρίς να σε ξέρω θα μπορούσα να σε ερωτευτώ. Πόσο υπέροχα φαίνονταν τα κυκλάκια κάτω απο τα μάτια σου το πρωί. Πόσο πολύ μου άρεσε που χαμογελούσες μόνος σου στον κάθε περαστικό. Κι ας μη κοίταξες ποτέ μέσα απ τη βιτρίνα. Στην αρχή νόμισα πως έφταιγαν τα τζάμια. Τα έτριβα μετά τις 3, τα γυάλιζα για να είμαι σίγουρη. Και περίμενα. Άλλαξες δρόμους φαίνεται, βρήκες πιο σύντομους. Ίσως να ανακάλυψες πως στο παραπάνω στενάκι έχει ανθίσει μια τριανταφυλλιά και θέλησες να κλέψεις και το δικό της άρωμα. Ίσως να κοίταξες μέσα απο κάποια άλλη βιτρίνα.

Έφυγες όμως πρώτος. Και ήλπιζα πως θα σε προσπερνούσα μια μέρα στο δρόμο για την πλατεία.
Νικητής; Δεν ξέρω. Αν το υπολογίσουμε αυτό εδω για μάχη, το σίγουρο είναι πως κερδισμένος είναι αυτός που θα προλάβει να αποχωρήσει πρώτος. Και ο χαμένος αυτός που θα μείνει πίσω. Ο τελευταίος.