Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Υπερβολική



Όμορφα περνούν οι μέρες, όμορφα και επικίνδυνα.
Ίσως και επικίνδυνα όμορφα.
Και αυτό το έτος το μαύρο που φεύγει,
έχει βαλθεί να με εκπλήξει με χρώμα.
Και οι νύχτες όμορφες κι εκείνες, και παράξενες.
Όχι, εκείνες δεν είναι επικίνδυνες.
Απλά παράξενες, διαφορετικές. Δε μοιάζουν
με τις άλλες. Τις προηγούμενες.

Σίγουρα υπερβάλλω πάλι.
Είναι στη φυση μου άλλωστε να ελπίζω.
Έχω όμως την επίγνωση του λάθους,
κι αυτό το κάνει να μοιάζει περισσότερο σωστό,
απο απλή αδυναμία.
Αν και δεν αισθάνομαι αδύναμη.
Ο φόβος έχει εκλείψει πλήρως.
Έφυγε κι αυτός, παρέα με τις ενοχές.
Έφυγε κι εκείνος.

Μα η ευτυχία δεν είναι ακριβώς το παρόν.
Δεν είναι καν το παρελθόν, και σίγουρα
όχι το μέλλον.
Η ευτυχία είναι η προσμονή της.
Μόνο αυτό.
Να ξέρεις πως το μέλλον θα ρθεί,
και θα ναι και χαρούμενο.
Αυτό κι αν είναι υπερβολή!

Έχω την τάση όταν ερωτεύομαι να γίνομαι γλυκανάλατη.
Και απίστευτα ονειροπόλα.
Και τρομερά αισιόδοξη.
Και υπερβολική.
Μα αλίμονο, δεν αξίζει αλλιώς.
Και ευτυχώς, που μπορώ ακόμα και νιώθω.

Κουράγιο.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Ανασκόπηση




Τι έμαθα κατα τη διάρκεια του (σωτήριου), εντος παρενθέσεως και φουλ στην ειρωνία, έτους 2009:
1. Εκτίμησα τη φιλία. Και απέρριψα τον έρωτα. Σε μια χρονία που δεν είχε έρωτα.
2. Έμαθα να βάζω στόχους, κι ας μην τους κατακτήσω ποτέ.
3. Εκτίμησα τη φύση, τα δέντρα, τη θάλασσα, τον Εθνικό κήπο.
4. Ανακάλυψα ανθρώπους που μου μοιάζουν, και τους αγάπησα.
5. Αποδέχτηκα την εικόνα μου, εκεί ανάμεσα στα γυμναστήρια και τις κρέμες αδυνατίσματος.
6. Έμαθα να παρκάρω με μια κίνηση!
7. Δικαίωσα τους γονείς μου, με ένα πτυχίο στον τοίχο.
8. Έμαθα πόσο δύσκολα βγαίνει ο πρώτος μισθός. (Και πόσο εύκολα τρώγεται)
9. Μέθυσα κι έκανα κεφάλι.
10. Έμαθα να μη μου κοστίζουν τίποτα οι παροδικές περιπέτειες που περνούν απ τα χείλη και το κρεβάτι μου.
11. Απέρριψα τον παιδικό μου έρωτα.
12. Απέρριψα τον έρωτα σαν κάτι λιγότερο απο ιδέα.Κάτι σαν το Θεό, ξέρεις ότι υπάρχει αλλά δεν έχει κάνει κανένα θαύμα για σένα.
13. Έμαθα πως ανα πάσα στιγμή μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και τα νέα που θα ακούσεις να είναι αρκετά ώστε να λιποθυμήσεις.
14. Έκλαψα, χάθηκα σε άλλο κόσμο, φόρεσα μαύρα.
15. Μέθυσα και ξεπέρασα το στάδιο του "κάνω κεφάλι".
16. Έκλαψα για 2 ώρες συνεχόμενα.
17. Έμαθα ποια είναι η ποινή, όταν δαγκώνεις το χέρι που σε ταίζει.
18. Έγινα αστέρι στο να αγαπάω.
19. Κοιμήθηκα σε άβολες καρέκλες θαλάμων νοσοκομείου.
20. Έζησα 7 ώρες αγωνία.
21. Απέκτησα φύλακα άγγελο, και νιώθω αθάνατη.
22. Νίκησα για λίγο το θάνατο με 2 νέες ψυχούλες.
23. Είδα και τους δύο γονείς μου σε ασθενοφόρο.
24. Μέθυσα και βρέθηκα σε ξένα σεντόνια.
25. Είδα όλα μου τα παιδικά χρόνια σε ένα μαρμάρινο 1,79.
26. Δεν αρρώστησα ούτε μια φορά (Δεν πρόλαβα)
27. Σταμάτησα να κάνω Θεό τον κάθε Αθεο.
28. Πίστεψα για λίγες μέρες, ώρες, πως ερωτεύτηκα. Μετά άλλαξα γνώμη.
29. Έβαλα όμως κάθε αδύναμο πουλάκι κάτω απο τις φτερούγες μου. Ανέπτυξα ένστικτο.
30. Έχασα για πάντα μια φίλη, χωρίς να μπορώ να την ξαναδώ ποτέ,
απέκτησα όμως μια φίλη, που θα έχω για πάντα .

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στο 10. Πάντοτε νηφάλια

(Εύχομαι μόνο κάθε χρονιά που περνάει να μεγαλώνω μόνο ένα χρόνο απο εδώ και πέρα. Το 2009 μου έβαλε τουλάχιστον 10 στην πλάτη και στο μυαλό)

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Είναι όλα άυπνα


Τον τελευταίο καιρό, κάθε που νυχτώνει, αρνούμαι πεισματικά να κλείσω τα μάτια μου. Δεν είναι ότι δεν μπορώ, αλίμονο, πάντα μπορούσα να τα κλείνω ερμητικά, ακόμα και τις νύχτες που ήμουν μόνη και ανήσυχη. Είναι που νιώθω έναν ανείπωτο φόβο. Απο αυτούς που δε τους φανερώνεις ούτε στους κοντινότερους, τους εσωτερικούς. Και τη φοβάμαι τη νύχτα. Έχω καταφέρει να ξαναφέρω πίσω, όλα τα φαντάσματα της εφηβείας μου. Να βιώνω μεταφυσικές εμπειρίες μέσα στον ύπνο μου. Και να μεθώ για να ξεγελώ μια πραγματικότητα άθλια και σχεδόν τρομερή. Αυτή είναι που φοβάμαι περισσότερο. Και νοσταλγώ τις περιόδους που υπήρξα ευτυχισμένη. Ήταν πάντα εκείνες οι εποχές που άνθιζαν τα ρόδα. Κι δε ένιωθα φόβο αληθινό. Μόνο αυτόν τον παιδικό, που σε σηκώνει ξαφνικά και σε κάνει να τρέχεις στο κρεβάτι των γονιών. Να χώνεσαι ανάμεσα τους και να μπερδεύεσαι στα όνειρα τους. Τέτοιος φόβος όχι δεν υπήρχε. Παρόλο που τα αντικείμενα του φόβου είναι πάντα τα ίδια. Ο θάνατος και η απειλή του. Μα απο τότε περάσαν μέρες. Και κυρίως νύχτες. Πολλές νύχτες. Πολλά σκοτάδια. Πολλά αστέρια, πολλά φεγγάρια. Πολλές μοναξιές, πολλά χάδια. Πολλά σημάδια. Πολύς θάνατος. Ανεξήτιλα όλα τα βράδια. Άραγε θα καταφέρω σήμερα να κοιμηθώ;

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Μια νύχτα στην Οδό Ονείρων

Σε μια βραδιά αφιερωμένη στο μεγάλο Μάνο,
τίποτα δεν απασχολεί βασικά το κεφάλι σου.
Ούτε η βροχή, ούτε το άτσαλο πάρκινγκ, ούτε καν
η γκρίνια απο τους φίλους.
Άλλωστε δε το φανερώνεις σε κανένα, πως είτε
είναι εκεί, είτε δεν είναι, για σένα είναι το ίδιο.
Εφόσον υπάρχει τσιγάρο, αλκοόλ και νότες.



Πιάνεσαι απο τις νότες. Και περνάς σε άλλη διάσταση.
Πάντοτε αυτό έκανες. Μικρό παιδάκι στα ωδεία,
σχόλαγες και μουρμούραγες τις μελωδίες του Χατζιδάκι.
Και μετά έμαθες πως γράφεται το όνομα του.
Όλα ανάποδα τα έκανες. Απο το τέλος στην αρχή.
Και αυτή η βραδιά που έρχεται στη ζωή σου,
είναι ακόμα μαγική...

Δεν ξέρεις αν ήταν τα μπλέ φώτα και η μαγική φωνή του τραγουδιστή.
Μάλλον ξέρεις και είσαι σίγουρη.
Είναι αυτή η μοναδική σχέση έρωτα της μορφής του με την παρτιτούρα.
Μάλλον δεν είσαι σίγουρη αν χρησιμοποιούσε πάντα παρτιτούρες.
Όπως και οι συγγραφείς δεν χρειάζονται αναγκαστικά μελάνι.
Κάθονται απλα και κοιτάζουν τον ουρανό και συνθέτουν,
με το κεφάλι τους, και πλάθουν με τα χέρια τους. Νότες και λέξεις.

Κάπως έτσι σε ένα μικρό σπιτάκι, λίγο πιο κάτω απο το δικό μου,
σε ενα στενάκι στο Παγκράτι, τον φαντάζομαι να μελαγχολεί,
να παρατηρεί την Ακρόπολη και τους περαστικούς, το Γιάννη το φονιά,
και τη Ραλλού, να κλαίει, να τρομάζει, και να χαμογελάει.
Ακόμα και όταν ακουώ τα πιο θλιμένα λόγια, και τις πιο μελαγχολικές νότες,
τις μινόρε, ένα πράγμα είναι αυτό που με κάνει να τον αγαπώ.
Πως όλες του οι νότες, κρύβουν μια συγκαλυμμένη ευτυχία, μια χαρά,
πέρα απο το ανύπαρκτο νόημα της παρατήρησης.
Μέσα στα δύσκολα χρόνια, μέσα στους κινδύνους, ο Κύριος αυτός,
είχε καταφέρει να είναι ευτυχισμένος.
Δεν μπορώ να εικάσω πως ήταν κάτι άλλο που μου δίνει αυτή την
εντύπωση, παρά η ευτυχία που τον γέμιζε ο έρωτας με το πιάνο του.
Και κάθε τραγούδι του, με τις πεταχτές νότες και τις αναιπαίσθητες παύσεις,
που τις φαντάζεσαι να ντύνονται απο τον ήχο της λατέρνας είναι ένα
παιδί, γεννημένο απο έρωτα πεταχτό. Απο έρωτα με οργασμό.

Εσύ όμως, τον έχεις εγκαταλέιψει. Δεν έφτασες ακόμα τα 22
και τον παράτησες να αιωρείται σαν ανύπαρκτη ιδέα.
Μακριά απο τις πράξεις.
Πλανάσαι πλάνην οικτράν μικρή μου.
Σε γέλασαν και γελάς.
Απομακρύνσου εγκαίρως απο τον καθρέφτη.
Η ζωή είναι λίγο πιο έξω απο αυτό το φράχτη.
Η ζωή είναι να φωνάζεις δυνατά, κι όχι να αποφεύγεις τις ματιές.
Και η άρνηση του έρωτα είναι η μεγαλύτερη ταπείνωση.
Και μια αιώνια σκλαβιά, σε ανοργασμικές ερωτικές πράξεις
και ανούσια παιδιά.

Κίνδυνος αποτυχίας. Κίνδυνος ούτως ή άλλως.
Η ασφάλεια άλλωστε κρύβεται στο αληθινό.
Γιατί που είναι το αληθινό; Ή μάλλον καλύτερα, γιατί, που ήταν το αληθινό;

{Αισθήσεις και παραισθήσεις....}

Ας συνεχίσει ο ουρανός

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Το πένθος




Κάπως έτσι πρέπει να γίνεται πάντα στον κόσμο των μεγάλων.
Να μην προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις το τι σου συμβαίνει,
να μην προλαβαίνεις να θρηνήσεις για αυτό που χάνεις.
Και να χάνεις το επόμενο.
Κομμάτια του πάζλ είναι και διαλύονται, χάνει ο πίνακας που
έφταχνες με τα χέρια σου τη μορφή του.
Μικρά κομμάτια με αναμνήσεις πολλές.

Και σκέφτεσαι και αποδομείς.
Όλα αρχίζουν όμορφα με χάδια και αγκαλιές.
Και τελειώνουν με αναμνήσεις. Ποτέ άσχημες.
Αυτή την εξαιρετική ιδιότητα έχει το πένθος. Να κρύβει όλα
τα άσχημα. Να ντύνει τα πάντα με ένα πέπλο.
Κάπως έτσι μοιάζει και το παρελθόν.
Τυλιγμένο με πέπλο.

Και κατα βάθος μου αρέσει που έχω ακόμα τη
δυνατότητα να κλαίω. Να γεμίζω δάκρυα όλο το
λεκανοπέδιο της Αττικής, και ολόκληρη την επικράτεια
της πρωτέυουσας. Και να λυπάμαι. Πολύ.
Και να πενθώ. Ακόμα πιο πολύ.
Φόβος δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε μια στιγμή.

Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι άρνηση.
Αλλά φαίνεται είμαι ακόμα στο πρώτο στάδιο του πένθους.
Δε δέχομαι το ότι κάτι τόσο ζωντανό δεν υπάρχει πιά.
Το σκεπάζει χώμα.
Δέχομαι με ευκολία τις τύψεις που με πλακώνουν
καθημερινά.

Και κάνω τα πάντα για να ξεχαστώ.
Για να ξεχνιέμαι.
Για να ξεχνάω.
Για να ξεχάσω.

Δύσκολος ο κόσμος των μεγάλων.
Δύσκολος πολύς κι ο θάνατος.
Ακόμα πιο δύσκολη όμως. Η ζωή. Χωρίς.

(Ευτυχώς που είμαι ακόμα παιδί)

{Στον κόσμο αυτό γυρίζοντας
την πλάτη. ..}

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Μυωψία


Με τα πραγματικά μου μάτια,
δεν έχω δει ποτέ τον κόσμο.
Ο γιατρός ήδη απο τα 12 μου,
είχε διαγνώσει μυωψία.
Και σε συνδυασμό με την μυωπία,
μπαίνω απευθείας στην κατηγορία των τυφλών.
Ποτέ δεν έχω δει τον ουρανό μπλέ,
ποτέ δεν έχω δει τους τοίχους λευκούς.
Έχω παράσιτα στα μάτια,
που πάντοτε τα μισούσα, στο τέλος όμως τα συνήθισα.
Δεν έκλεισα όμως τα μάτια.
Αυτό θα ήταν παραίτηση.

Το μόνο που έκανα ήταν να αλλάξω μάτια.
Να κοιτάζω με τα μέσα μου.
Ή να βλέπω τα σχέδια που σχηματίζονται στον ουρανό
και να παίζω μαζί τους.

Μοιάζαν συχνά με μικρά σκουλήκια,
τους έδινα και ονόματα.
Ή σκύλοι. Πότε πότε και μαργαρίτες.
Έπλαθα πάντα με τη φαντασία μου το δικό
μου κόσμο, και τον έβλεπα με τα μάτια μου.

Ακόμα και τώρα στα μελαγχολικά σου μάτια,
με τα δικά μου μάτια βλέπω χρυσές πεταλούδες.
Και γαρδένιες. Και γεράνια.
Κάνω πως δε βλέπω τη θλίψη σου,
βάζω πάνω της με τις κουκίδες των ματιών μου,
χρώμα. Μπλε και κόκκινο.

Μακάρι να μπορούσες να με δεις κι εσύ χρωματιστή.
Μπορεί να βλέπεις καθαρά.
Αλλά ξέρεις, είναι καιρός να ανοίξεις τα μάτια σου.

Κι εγώ υπόσχομαι να σου δείξω όλα τα λουλούδια.
Κι όλα τα σχέδια τα παιδικά.
Και να παίξουμε πάλι.
Να ταξιδέψουμε ξανά
με κρεβάτι για καράβι.
Σε ταξίδια γνώριμα.
Το υπόσχομαι.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Νόστος





Δεν ξέρω πως ακριβώς το λένε αυτό το συναίσθημα. Δεν ξέρω καν αν έχει όνομα. Δε θυμάμαι και πολλά για να πώ την αλήθεια. Μάλλον μεθυσμένη ήμουν πάλι. Γιατί η μνήμη μου νηφάλια, βάζει κάτω και ελέφαντα. Αλήθεια, όχι αστεία.

Κάτι σαν γλυκό είναι. Κάπως έτσι το θυμάμαι. Τούρτα σοκολατίνα, ή μπλάκ φόρεστ, κάτι λιπαρό πάντως, και χορταστικό. Που έκανε όλες τις αισθήσεις να πάλλονται. Και το σώμα. Σαφώς το σώμα, όλο το κορμί να ριγεί.

Σε ρυθμό αλλιώτικο. Έμοιαζε με μικρή ανάσταση, απο αυτές που νιώθουν σπάνια οι νεκροί. Και ενα δεύτερο ζευγάρι χέρια για να κρατούν το σώμα καλά, να το προσέχουν στα πιο απόκρυφα. Με μάτια κλειστά, πάντοτε.

Δεν είναι άλλωστε απαραίτητο να βλέπεις. Έχεις όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις να δουλεύουν υπερωρίες. Ένας λαιμός να φτάνει στην απόλυτη έκταση του, κι άλλο ενα ζευγάρι μάτια κλειστά. Πόση ομορφιά Θεέ μου, σε αυτό το σκοτάδι.

Πόση νοσταλγία φώς μου, μην τολμήσεις να ανοίξεις το φώς.
Ούτε όταν ξημερώσει.
Μην ανοίξεις τις κουρτίνες και φοβηθώ.

Μα τώρα που ήρθε ο καιρός να βρεθώ έξω απο το στρώμα,
ξυπνάω απο το όνειρο σε λευκό φόντο,
ξυπνάω,
ωραίο το όνειρο, μα κρατάει μόνο για ένα βράδυ, πάντα τόσο κρατούσε.
Βρήκα και πως λένε το συναίσθημα που έψαχνα στην αρχή: Νοσταλγία.


Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

'Εφυγα




Μικρές στιγμές απο όνειρα μου γεμίζουν ολόκληρη τη ζωή.
Κάτι τέτοιες ώρες, με μοναξιά βαριά και όμορφη,
και σκέψεις στα νυσταγμένα μάτια.

Και ένα μυαλό γεμάτο που δουλεύει στο ρελαντί,
και μια καρδιά σε παύση.
Πότε πάτησα το στοπ δεν το θυμάμαι, θυμάμαι μόνο
το μετά, το πριν διαγράφτηκε, εκείνη τη στιγμή.

Παράξενα πλάσματα που είμαστε.
Μας αρκεί μια κουκίδα για να φέρνουμε την καταστροφή,
και όταν αυτή η κουκίδα κρύβει χαρά, τη θάβουμε
κάτω απο τις άλλες, της μάχης.

Οι βιτρίνες της πόλης ντύνονται σιγά σιγά με λαμπιόνια.
Να δούμε πότε θα ντυθούν και οι καρδιές.
Παρόλο που αγαπώ αυτή τη γιορτή,
σ'αυτά τα χρόνια που έρχονται είμαι σίγουρη,
πως πάντα θα με θλίβει.

Έφυγα τώρα, με τριαντάφυλλο ανθισμένο,
γιατί τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα...

(Αν και πάντοτε αγαπούσα περισσότερο την προσμονή για κάτι, παρα το ίδιο το Κάτι.)

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

εν κρυπτω




Για ποιά καρδιά μιλάτε ακριβώς;

Ξέρετε πόσα μονά κρεβάτια είναι εκει έξω;

Και πόσες φωτιές;

Μα ναι ξέχασα. Μυστικές. Μυστικό. Μυστικά.

Έλα όμως που ο καπνός δεν κρύβεται...

Κρύβεται;

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009



Που πήγανε τα χρόνια μου;
Σε ποιό στενό έχει ξεχαστεί
η ευτυχία μου, σαν τον σκυφτό
ζητιάνο, και επαιτεί, για λίγο ήλιο;
Και λαχταράει το ανείπωτο,
αυτό το λίγο παρελθόν που
έφυγε σαν το πουλί το βιαστικό
που κάθεται λίγο στη στέγη
ίσα να ξεκουραστεί,
κι ανοίγει για αλλού φτερά.


Έτσι γλιστράς κι εσυ
στο μαύρο αιθέρα.
Που και που μου χτυπάς το τζαμάκι.
Πίσω απο τις γρίλιες φέρνω τις κόγχες
μου για να σε δώ, να δω ποιός τόλμησε
να αναδεύσει την στάσιμη ηρεμία μου.
Με δυό χτυπήματα απαλά
λες το σύνθημα.
Και γίνονται όλα άνοιξη,
κι οι χτυποι σου τραγούδια.

Ποτέ δεν προφταίνω όμως
να ανοίξω τις γρίλιες.
Μέχρι να το επιχειρήσω σε βλέπω
να πετάς απέναντι με μια ανάταση
σαν περιφρόνηση.
Δεν ξέρω αν είναι για εμένα,
δεν ξέρω αν είναι μόνο για σένα,
ή για τον ελεύθερο ουρανό,
που αγαπάς πιο πολύ απο όλους,
πιο πολύ και απο μένα, μου λές.

Σε θυμάμαι να φεύγεις πάντα 12 παρά,
ποτέ δε ζήσαμε μαζί μεσάνυχτα.
Και είναι αυτή η μαγική ώρα,
που οι δείκτες ευθυγραμίζονται,
σαν τη μοναξιά μου που εφάπτεται με τη δική σου.

Και πάντα λέω πως θα αφήσω ανοιχτές
τις γρίλιες, γιατί πρέπει να σε προλάβω.
Και πάντα φοβάμαι.
Πάντα φοβάμαι τις νύχτες τα σκοτάδια,
και τις μέρες,
το ατέλειωτο φως.
Αυτό,
που δεν αφήνει τίποτα κρυφό.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Η αγάπη θα σε βρει όπου κι αν είσαι



Τέτοιες φωνές στα αυτιά μου, και λίγο στα χείλη μου.
Κανείς δε περιμένω να καταλάβει την ανάταση που νιώθω
κάθε που γεμίζω έτσι.

Ίσως λίγοι άνθρωποι, που κι αυτοί με αγνοούν.
Έτσι πάει, όσα θέλω να χαρίσω τα κρατάω τελικά
απο φόβο μηπως τα δώρα μου γίνουν άδωρα.

Μα εμένα τέτοιες γυναίκες με εμπνέουν.
Με όλα τα γράμματα της λέξης "Γυναίκα" κεφαλαία.
Γιατί δείχνουν πως δεν έχουν ανάγκη.

Και δεν έχουν, αλήθεια έτσι είναι. Ούτε
κι εγώ έχω. Αν είχα θα το έδειχνα, θα ήμουν ευάλωτη.
Έτσι δεν γίνεται πάντα;

Κάθε που κλαίω πρέπει να σκέφτομαι το χαμόγελο.
Κάθε που μελαγχολώ πρέπει να σκέφτομαι εσένα.
Κάθε που μου λείπει κάτι βάζω μπροστά το πάθος.
Όχι αυτό που λαχταρώ, αυτό που πέρασε.
Και φυσικά την αγάπη.
Αυτή που υπάρχει.

Και δεν της κρύβομαι.
Πώς θα μπορούσα άλλωστε;
Η αγάπη έχει ενα μάτι διαπεραστικό.
Σε βρίσκει παντού και σε τραβάει σα μαγνήτης.

Σε βρίσκει στα ήρεμα βλέμματα της συμπόνοιας τα κρύα βράδια.
Στα νυσταγμένα μάτια του σκύλου που χαιδεύεις.
Στο χέρι που σου απλώνεται για στήριξη.
Στην καρδιά λιγάκι.
Εκεί είναι η αγάπη.
Και δεν μας λείπει ποτέ.

Έχει αυτή την εξαιρετική ιδιότητα
να μας κυνηγάει όπως οι πεταλούδες τη φωτιά.
Κι εμείς καίμε σωστά;
Την καίμε, σωστά;

Λάθος μάτια μου γλυκά, λάθος.


Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Τρις εξαμαρτείν

Τρεις σταγόνες πίναμε μαζί, κόκκινο κρασί,
εσυ και ενα φεγγάρι.
Κι ήτανε νύχτα πάντα,
που έβγαινε η αλήθεια απ το συρτάρι.
Κλεμένες ανάσες τα φιλιά,
σε σάκο τα κρυψα βαθιά,
να μη τα βρει άλλη ανάσα,
κι έπαιξα μόνη με φωτιά,
τόλμησα κι άνοιξα παρτίδες με Θεό,
ζήτησα μόνο αλήθεια και νερό.
Να πιώ, να ξεδιψάσω.
Σταγόνες τρείς στα χείλη,
φοβάμαι μόνο να μη κλάψω,
γιατί
κρυφό καημό έχω το δείλι.

Τρέχει η ζωή σε κατοστάρι,
και κλαίω τις νύχτες που είμαι αργή.
Κόβει το νήμα πάντα πρώτη,
και μένω ασήμαντη και τραγική.
Τι θέλει ο άνθρωπος για να πετάξει,
μια σπίθα κι έρχεται φωτιά να ανάψει,
τι θέλει ο άνθρωπος σε αυτό το θλιβερό,
λίγο αλκοόλ, φιλί στα χείλη και νερό.
Να πιεί, να ξεδιψάσει.
Σταγόνες τρεις στα χείλη,
φοβάται μόνο μήπως κλάψει,
γιατι κρυφό καημό έχει το δείλι.


(Σε μισερά κρεβάτια απλώνεται η ζωή.
Με πόδια έξω απο τα σκεπάσματα,
και καρδιές κουκουλωμένες με κουβέρτες.
Έτσι θα ζήσουμε.
Έτσι θα πάμε ως το φεγγάρι και πίσω.
Με νερό και αλκόολ,
χωρίς Θεό, μόνο με ανάσες θνητές.)






Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Αυτή είναι η λέξη





Που να ξέρει ο άνθρωπος...
Και ευτυχώς που δεν ξέρει.
Ούτε κι εγώ ξέρω.
Άνθρωπος είμαι με φωνή,
κι απλός κι ανόητος.

Το σκηνικό είναι κάπως έτσι:
Πρωινό μιας βρoχερής μέρας. Φοράς μάυρα μπλουζάκια και παπούτσια, το πένθιμο το χρώμα της σιωπής. Ο ήλιος κρύβεται πίσω απο επίσης μαύρα και σιωπηλά σύννεφα. Τα βλέπεις να ζυγώνουν κοντά. Πάνω απο το εκκλησάκι στην κορφή του λόφου. Δίπλα στο άγαλμα που απεικονίζει έναν άγγελο. Και εσύ περπατάς τραβώντας χειρόφρενο προς το δικό σου άγγελο. Με δύο τριαντάφυλλα λευκά στα χέρια. Τόσα παίρνεις πάντα. Δύο. Ενα για εκείνη, για τιμή, κι ένα για σένα, για παρέα. Και πάντα λευκά. Τι άλλο θα ταίριαζε σε έναν άγγελο;
Η βροχή της προηγούμενης μέρας, η μανιασμένη, που ήρθε με αέρα και βουητό έχει ρίξει κάτω τις γλάστρες. Τις σηκώνεις με το ένα χέρι. Πάντα έτσι τα κατάφερνες. Με το δεξί. Σηκώνεις και τις κούκλες που φιλάνε με το στόμα τους το μάρμαρο πεσμένες. Και κάθεσαι γονατιστή μπροστά στα πόδια της με τα λευκά τα τριαντάφυλλα. Μεγάλη σιωπή εκεί μέσα. Μα και ποιός να μιλήσει. Οι νεκροί σιωπούν, και οι ζωντανοί μοιάζουν με φαντάσματα που τριγυρνούν αθόρυβα. Και ακούγεται μόνο το γυάλινο τζαμάκι που τρίζει με τον αέρα. Και που και που το θρόισμα των φύλλων. Τα πουλιά σιώπησαν κι αυτά στα κυπαρίσσια. Βράχηκαν οι φτερούγες τους.
Αναπτήρα δε βρίσκεις να ανάψεις το καντηλάκι που έχει σβήσει. Και λυπάσαι πολύ που είναι σβηστό, δεν πρέπει και δεν θα έπρεπε. Δανείζεσαι εναν μαύρο αναπτήρα απο τον διπλανό. Δεν θα φέρει αντίρηση, σωστά; Και ανάβεις τα πάντα. Τα κεράκια τα σβηστά, το καντήλι με το περίσσιο λάδι. Ανάβεις και ένα τσιγάρο. Και σκύβεις πάλι το κεφάλι στα γόνατα. Για να θαυμάσεις τη γαλήνη. "Γαλήνη" αυτή είναι η λέξη που γυρνάει στο κεφάλι σου, και σκαρφαλώνει απο τα πόδια στο λαιμό σου. Τόση σιωπή σημαίνει γαλήνη. Και τη νιώθεις στα δικά σου χείλη, που δεν ανοίγουν να πουν κουβέντα. Όλα τακτοποιημένα. Και συνεπή και επιτηδευμένα. Μόνο ο θάνατος έμεινε τριγύρω, να θυμίζει πως κάποτε υπήρχε αταξία και γέλιο στη ζωή σου.
Μα δε φοβάσαι εσύ, έχεις συνηθίσει τα σκοτάδια και τις σιωπές.
Έρχεσαι καιρό τώρα εδώ με την ίδια ρουτίνα, τα ίδια λουλούδια, και το ίδιο σκύψιμο κοντά στα γόνατα, ακόμα και το ίδιο τσιγάρο.
Ο ουρανός είναι πολύ απειλητικός μα δε φοβάσαι και ακολουθείς τα βήματα σου λίγο πιο κάτω, σε αυτούς που άθελα σου ξεχνάς. Που η λύπη σου για κείνους, καλύφθηκε απο μεγαλύτερη. Το καντηλάκι της γιαγιάς ανάβει όμως και κρατάει γερά. Κι εκείνη μες στη γαλήνη, παρα τη βροχή που αρχίζει και πέφτει σιγά και μουσκέυει τα δάχτυλα που ξεσκονίζουν με την αφή το μικρό κουτί.
Βροχή έντονη που κάνει τους υαλοκαθαριστήρες να τρέχουν σαν τρελοί.
Σιγανή μουσική στο ραδιόφωνο, με φωνή μοναδική.
Και ακόμα γαλήνη μέσα σε αυτή τη βόλτα με τα χέρια στις τσέπες,
και το άσπρο να γεμίζει το μάτι και το νου.

Έτσι είναι.
Αλλοι κάνουν βόλτες μέσα σε θάνατο,
κι άλλοι μέσα σε ζωές καινούργιες.


Και η καρδιά χτυπάει γλυκά, νωχελικά.
Χτυπάει χαμογελαστή.
Συνήθως.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Πάντοτε ψυχή, ποτέ βαθιά





Μετά απο τόσο αίμα, μαζεμένο,
και τόση βία ανείπωτη,
μα τόσο αληθινή,
το μόνο που μπορεί να
σε κάνει θνητό απο αθάνατο
είναι το αλκοόλ.
Μα εσύ είπες θα το κόψεις το αλκοόλ.
Το δήλωσες καταφατικά.
Χωρίς "δεν".

Μικροί θάνατοι, σε μεγάλες ζωές,
και ποτέ το αντίθετο.
Όπως θα έπρεπε να είναι σε αυτό
εδώ το μικρό που ξεκινάει στα
μαιευτήρια και τελειώνει στα
μαρμάρινα κελιά.

Πάλι 31 ο μήνας.
Πως περνούν αυτοί οι μήνες στις 31 τους.
Και τρείς μήνες ακριβώς στην πλάτη.
Χωρίς μεγάλα λόγια,
και με ανύπαρκτα συναισθήματα.
Σαν ερημιές.
Σαν χάη.
Πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη.
Είναι ο πληθυντικός και
ο υπερθετικός μιας απώλειας
που δεν λέει να κλείσει τις τρύπες της.
Έστω προσωρινά με στόκο.
Και να βαφτεί απο πάνω,
στο κόκκινο χρώμα της φωτιάς
και του αίματος,
που τόσο το αγαπώ.

Ανεβαίνω τη σκάλα βιαστικά
και σταματάω στο πλατύσκαλο
για να κοιτάξω πίσω.
Σαν να φάρδυναν τα σκαλοπάτια της
μου φαίνεται.
Και τώρα πια τα ανεβαίνω ξεκούραστη.
Χωρίς να λαχανιάζω.
Μόνο λαχταρώ να πέσω απο εκεί,
να γκρεμιστώ στη βάση της,
να δω πως είναι ο πόνος.

Θα έρθεις να με βρείς ποτέ;
Περνάς καλά εκεί;
Μου λείπεις χαμόγελο.
"Σε ποιόν θάνατο πήγες...;
Περνούσε άραγε αεράκι απο εκεί;"

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

(παλακ)οίδα ότι ουδέν οίδα

Ξεκαθάρισμα και άρνηση σκέψεων. Με απόλυτο και σατράπικο τρόπο.
Δεν υπάρχει δεν μπορώ.
Δεν υπάρχει δεν πρέπει.
Δεν υπάρχει "δεν" συννενοηθήκαμε;
Υπάρχει μόνο αρχή και μέση.
Και "πάντα" και "ποτέ".
Αρχή μιας αρχής.
Μέση μιας συνέχειας.
Πάντα νικημένη και ποτέ αρνηθής.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως
"Ο καλύτερος τρόπος ν' αντιστέκεσαι σε έναν πειρασμό, είναι να υποκύπτεις σ' αυτόν".
Κι αν περιμένεις ο πειρασμός που μπήκε στο κεφάλι σου, να φύγει έτσι απλά θεωρητικά, χωρίς να γίνει η πράξη, η όποιαδήποτε πράξη (η απόλυτη πράξη του ένα κι ένα), γελιέσαι, συμπληρώνω εγώ.
Και κατα εναν περίεργο τρόπο αρνούμαι να σκεφτώ περαιτέρω.
Απλά και μόνο για να δικαιολογήσω τον τίτλο της παλακίδος.
Το τι θέλει το χέρι μου βέβαια είναι άλλο θέμα.
Άλλωστε η επιθυμία δεν συμπίπτει πάντοτε με τον πειρασμό.
Αν και ο πειρασμός επιθυμία είναι.
Σαφώς. Μεγάλη.
Σαφώς. Και εκπληρωμένη. Τελικώς.

Βάζουμε τα θέλω σε ένα κουτί. Και σε ένα άλλο τη ζωή.
Και πίσω στο πατάρι.
Έτσι πρέπει.
Μα τι λέω; Δεν είπαμε δεν υπάρχει "δεν πρέπει";
Ή μήπως υπάρχει;
Φάσκω και αντιφάσκω.
Είναι η φύση μου να αμφιβάλω για τα πάντα.
Έτσι, για να σιγουρευτώ πως τελικά υπάρχουν.

"Το χάσαμε και άντε να το βρούμε;
Ή μήπως το βρήκαμε και άντε να το χάσουμε;"
Ιδού η απορία.
Κι ένα αεράκι που φυσάει στην Αθήνα...

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Ψυχή ασθενούσα


Είναι φορές που βγαίνω απο το σώμα μου.
Και τρέχω τότε, και αισθάνομαι.
Και βλέπω τον εαυτό μου,
πάνω σε ένα χειρουργικό τραπέζι.
Με τα φώτα να με τυφλώνουν.
Εκτεθειμένη και ανύμπορη.

Και τριγύρω μου γιατροί και φωστήρες.
Να με επεξεργάζονται
και να κάνουν διαγνώσεις.
Με εργαλεία παράξενα.
Και εγώ αδύναμη απο τη νάρκωση που μου κάνουν,
που σε μένα όμως δεν πιάνει καλά,
και πάντα ξυπνάω
πριν προλάβουν να επέμβουν με νυστέρια.

Κάπως έτσι είναι και η ψυχή.
Όπως το σώμα.
Ίδιο ακριβώς,
Εκτεθειμένη και ανοιχτή,
σε ένα πλήθος γνωστικών.
Που κοιτάζουν να την κάνουν καλά,
πονώντας τη.
Και πάντα υπάρχει ο κίνδυνος,
να τραυματιστεί θανάσιμα.

Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται...
Κι ο πόνος αυτός δε γιατρεύεται με τοπική αναισθησία.
Ούτε καν με ολική.
Ο πόνος γίνεται ακόμα πιο δυνατός,
κάθε μικρή στιγμή, της μεγάλης μέρας,
που μου λείπεις.
Που σου λείπω.
Που σε ξεχνάω.
Και απομακρύνεσαι...


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Ιδού η αγάπη σου



Η αλλαγή.
Φόβος; Ή απαίτηση;
Εγώ άλλαξα. Μεγάλωσα, λένε κάποιοι.
Εγώ λέω πως ακόμα με ψάχνω.

Όνειρα.
Αλλοπαρμένα.
Χαρτιά με σφραγίδες και υπογραφές,
και στιχάκια καμωμένα πάνω στα καρμπόν.
Έτσι είναι οι μεγάλοι;

Δεν είμαι καθόλου μεγάλη.
Στο σώμα μπορεί.
Όταν ισορροπώ σε τακούνια,
όχι τις άλλες ώρες,
και σίγουρα όχι στις ώρες του μυαλού.
Μικρή είμαι ακόμα.

Θα μεγαλώσω, δε φοβάμαι.
Μα φοβάμαι μην τυχόν και μεγαλώσω.

Ίσια παπούτσια, και τρέξιμο χωρίς πρωινό.
Λίγες αγάπες και παραπονεμένα λόγια.
Κανένα φιλί και καμία αγκαλιά.
Και έπιπλα να γυρνάνε γύρω γύρω.
Με το κρεβάτι μου αυτή τη φορά να
κοιτάζει κατάματα την Audrey με το σιγαρέτο
στο στόμα.
Αυτή είναι ζωή.
Αυτή βασικά είναι μια ζωή.

Και η αγάπη μου. Για όλα τα πράγματα.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Η θάλασσα πιο πέρα



Φώτα σβηστά, μια καφετιέρα,

κι ένα μπαλκόνι αδειανό,

Χέρι κλειστό, μια ταμπακιέρα,

και πνίγω στάχτες με ποτό.

Ίδια εικόνα, μέρα τη μέρα,

και ένας καθρέφτης με κραγιόν,

Από τα χείλη μου σα σφαίρα,

ένα φιλί για μενταγιόν.



Πέρασαν μέρες λυπημένες και βαριές,

Κι εγώ στη θέση, τη δική σου μέχρι χτές.

Με δάκρυα για διακριτική παρέα,

Να λογαριάζω τόσα χρόνια στη σιωπή,

Και μια φωνή να ηχεί σαν τρέλα, δυνατή.


Κυνηγημένη από τον άλλο μου εαυτό,

Φτάνω στη πόρτα και κοιτάζω το κενό,

Στην πλάτη το ντουβάρι απαλά,

Με σταυρωμένα δάχτυλα και αναμνήσεις,

για να πιστεύω πως μια μέρα θα γυρίσεις.



Έκλεισα μάτια, είδα καρδιές,

άφησα μόνο τις ενοχές,

Μαύρη εικόνα, οι άσπρες μέρες,

οι δυο μαζί στις εξοχές.

Λείπει το βλέμμα, λείπεις κι εσύ,

και λείπει η μέρα,

Βέρα στο χέρι μου, εσύ εκεί,

κι η θάλασσα πιο πέρα.


Με δυνάστεψες


"Αν ο έρωτας είχε πρόσωπο θα είχε σίγουρα το δικό σου".
Έτσι μου είχαν πεί κάποτε. Και εγώ παραμόρφωσα αυτό το πρόσωπο
που είχα τότε, παραμόρφωσα και τον έρωτα, για να καταφέρω να σωθώ.
Και να γλιτώσω απο το δυνάστη. Γιατί αν δεν είναι ο έρωτας δυνάστης
και σατράπης, τότε ποιός είναι;

Είναι περίεργο πραγματικά, να μιλούν για αγάπες κι έρωτες αυτοί
που δεν έχουν ζήσει τη μαγεία τους, μα μόνο τον πόνο.
Και αναρωτιέμαι, γίνεται να βιώσεις τον πόνο, αν δε βιώσεις
πρώτα τη μαγεία; Δεν πάνε μαζί αυτά;

Μα και πάλι η μαγεία είναι προσωπική υπόθεση του καθενός.
Άλλος αγαπάει μια εικόνα. Και τη λατρεύει.
Άλλος λέει τον έρωτα Θεό, γιατί του κρατάει το χέρι στα δύσκολα.
Και ο άλλος, ο πιο επικίνδυνος, ερωτευέται τις αναμνήσεις.
Ο άρρωστος. Ο βαριά.

Δεν ξέρω τι απο όλα έχω θεοποιήσει.
Ίσως εσένα.
Ίσως την ελπίδα μου.
Ίσως το παρελθόν.
Σίγουρα τις αναμνήσεις.
Σίγουρα τον ίδιο τον έρωτα.
Και δεν ξέρω πλέον τι να πω,
και βασικά,
αν έχει αξία να τα πώ. Και αν μπορώ.

Μεγάλος δυνάστης ο έρωτας.
Με κυριεύει και μου δείχνει κάθε δρόμο.
Και εγώ υποταγμένο πάω.
Όπου μου δείχνει, όπως μου δείχνει.
Και με αγριεύει η απουσία σου.
Ταράζομαι κι ανατριχιάζω.
Με βλέπεις άραγε;

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Αγάπη μου, σκιά μου




Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.

Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.

Σκίζω το τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους,
χρωματισμένους εφιαλτικά,
κι οι μπάντες να χτυπάνε στους ρυθμούς ξέφρενα,

ενώ εγώ χάνομαι μέσα στο χρόνο, μόνος, έρημος,
μέσα από εκεί που ήρθα,
αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.

Γιατί ποτέ κανείς δεν θα γνωρίσει αν ήρθα,
αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους
.

(Χορός με τη σκιά. Και τον αόρατο εραστή.
Τη μοναξιά να ξεγελάει μια μπάντα,
και έξω απο το παράθυρο, ένα γατί.

Μούσκεμα και ουρλιάζει.
Και κανένας θνητός, να μη μπορεί
να με καταλαβει. Μόνο ο Θεός.
Και η σκιά μου. Μόνο αυτή.
Κι ο Θεός. Κι αυτός δεν είναι σίγουρο αν υπάρχει...
Μόνο αυτή, λοιπόν.)

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Feminine bites


Μπορεί απο την εποχή της Σιμόν ντε Μποβουάρ, και του πρώιμου φεμινισμού, με τα καμένα σουτιέν στις πλατείες να έχουν περάσει χρόνια, και τώρα πια οι γυναίκες να μη φορούν καν στηθόδεσμο, αλλά να φουσκώνουν απο μέσα τα στήθη τους για να μένουν σταθερά.
Ίσως, οι σύγχρονες γυναίκες απο την άλλη να έχουν πέσει σε παγίδες τρομερές και λούκια, όπως φωνάζουν πολλοί επίσης σύγχρονοι, άνδρες κυρίως, και να έχουν δημιουργήσει μόνες τους μια πραγματικότητα που θεωρητικά τους άρεσει, μα πρακτικά τη σιχαίνονται.

Εγώ θα αρκεστώ στη ρήση ενος αγαπημένου μου, με μυαλό πέντε αστέρων, που λέει πως "ο φεμινισμός είναι γυναικεία κατασκευή. Όπως και ο φαλλοκρατισμός". Και εγώ του απαντάω πως τα πάντα είναι γυναικείες κατασκευές (αν τα δεις ρεαλιστικά), όλα τα πράγματα, εκτος απο τον ιππόκαμπο, έχουν μητέρα, κατασκευάζονται σε αυγά και πλακούντες, και γαλουχούνται με γυναικεία στήθη. Σωστά;

Οι σύγχρονες γυναίκες είναι στη Βουλή, σε υψηλά αξιώματα, βάζουν υποψηφιότητα για πρόεδροι κόμματος, δουλεύουν παντού, συλλαβάνονται για ναρκωτικά, μοιράζουν πίτσες. Μήπως τελικά είμαστε όντως περισσότερες αριθμητικά; Γενικώς;
Ή απλώς επιβιώνουμε πιο εύκολα;
Το τελευταίο είναι μεγάλο ψέμα. Δεν επιβιώνουμε καθόλου εύκολα. Γιατί είμαστε εν τέλει φύλο ασθενές. Παρόλο που οι περισσότερες θέλουν να το παίζουν γιάπισσες και χειραφετημένες, όλες γυρίζουν σπίτι και μαγειρεύουν ταπεινά για τον άντρα τους. Άλλες κλαίνε και παρακαλάνε να τις ποτίσει λεφτά. Και άλλες παρατούν καριέρες για να σταθούν δίπλα τους και να κυβερνήσουν τη χώρα μαζί. Τέτοια αυτοθυσία οι χειραφετημένες.

Τελευταίο κάστρο της βασιλευομένης γυναικοκρατίας ήταν η κουζίνα. Έπεσε με το love bites, όπου βλέπουμε 5 άντρες να μαγειρέυουν σε μια γυναίκα, να συγυρίζουν, να κάνουν τη λάντζα, και οι υπόλοιποι να παρακολουθούν και να δίνουν κανόνες νοικοκυριού. Γλέντια.

Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά φαίνονται όλα αυτά στις προηγούμενες γενιές μου. Στη προγιαγιά μου που δεν θα καταλάβαινε γιατί δεν έχω παντρευτεί στα 22 μου χρόνια, και θα με θεωρούσε γεροντοκόρη. Στη γιαγιά μου, που δεν θα καταλάβαινε γιατί έπρεπε να σπουδάσω. Στη μητέρα μου που θέλει οπωσδήποτε να με δεί να στεριώνω με άντρα.
Και σε μένα. Που δεν καταλαβαίνω ούτε τα παραπάνω, ούτε το γύρω μου. Που στα 22 μου ζω με την τέχνη για τροφή, και την χορηγία για αέρα. Και μόνη. Για να μη με παρασέρνουν στη χειραφέτιση μου επίδοξοι μνηστήρες.
Αλλά φεμινίστρια υπήρξα πάντοτε.
Στη δική μου βέβαια κατασκευασμένη πραγματικότητα.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Σκοτούρα

Έχω μια καταραμένη συνήθεια.
Πάντοτε επιλέγω να ερωτεύομαι δειλούς.
Κι αυτούς που δεν είναι, τους κάνω με το
να τους ερωτεύομαι.
Και πάει λέγοντας...

Κρυώνω, νυστάζω, και ονειρεύομαι.
Και προδίδομαι απίστευτα.
Σε γνωστούς και αγνώστους.

Μα αν θές να μάθεις η αλήθεια είναι αυτή:



Μόνο τα μάτια μου να ρωτήσεις...
Γιατί είναι μεγάλοι μαρτυριάρηδες.
Μόνο αυτά.


Αν φυσικά τολμάς να τα κοιτάξεις...

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Τρενήρης


Μέσα στον πανικό αυτή η μέρα. Μα έπρεπε να το περιμένω. Άλλη μια αλλόκοτη Παρασκευή. Τι περίμενα δηλαδή;

Περίμενα, μια μέρα ανέφελη, να μοιάζει με τον ουρανό του Οκτωβρίου.

Παρότι βαθιά στο φθινόπωρο πλέον, τα καλοκαιρινά ρούχα και παπούτσια κατέχουν ακόμα την κυρίαρχη τους θέση στη ντουλάπα μου. Ευτυχώς. Γιατί λατρεύω τα ανοιχτά πέδιλα και μισώ τα καλσόν.

Ξυπνάω νωρίς, υπερβολικά νωρίς, με λίγο άγχος, από ένα όνειρο στο οποίο παρακολουθούσα μια απολαυστική ταινία και είχα παράλληλα το ραδιόφωνο στο τέρμα. Σημάδι; Στο διπλανό δωμάτιο του ονείρου μου, κάποιοι έκαναν έρωτα. Κι άλλο σημάδι;

Σκέφτομαι. Πόσο κενά τα νιώθω όλα. Παρόλο που δεν είναι. Πόσο πολύ μου λείπουν πολλά. Παρόλο που ουσιαστικά δεν τα απέκτησα ποτέ. Άλλη παράνοια κι αυτή. Να λαχταράς κάτι που ποτέ σου δεν το είχες, και είναι και αδύνατο να το αποκτήσεις. Κι εγώ που είχα ακούσει πως «η ευτυχία είναι η νοσταλγία της επανάληψης», και πλανεύτηκα. Πάλι.

Αλλά εντάξει, πιστεύω πως θα επιβιώσω. Άλλωστε κάπως έτσι γινόταν πάντοτε. Κάθε που τα σημαντικά στη ζωή μου τελείωναν, γυρνούσα στα ασήμαντα. Και τα έκανα να μοιάζουν πιο σημαντικά και από τα σημαντικά.

Ίσως αυτό το ταξίδι που κάνω με το τρένο να με χαλαρώσει. Πέρα δώθε στις ράγες.

Ίσως πάλι, αυτό μόνο να μην αρκεί.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Επιθετικός προσδιορισμός


"Ο έρωτας. Όνομα ουσιαστικό, πολύ ουσιαστικό" μας έλεγε
η Κική μας, όταν ήμασταν μικροί. Κι εμείς, λες και δεν επρόκειτο ποτέ
να γνωρίσουμε τον αληθινό κόσμο με τα χιλιάδες άλλα ουσιαστικά,
(και κυρίως τα επίθετα) την πιστεύαμε.

Γεμάτος ο ντουνιάς μας με ουσιαστικά. Κάποια σημαντικά:
"όνειρο", "ελπίδα", "φιλία"
και κάποια άλλα ακόμα πιο σημαντικά "γονείς", "αγάπη",
"θάνατος", "συνδυασμός".
Και αυτό που μένει για να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στα υπόλοιπα,
είναι τα επίθετα.

"Έρωτας", "Μεγάλος έρωτας",
"αξεπέραστος έρωτας", "μοναδικός έρωτας",
"μονόπλευρος έρωτας".

Μονόπλευρος έρωτας. Η πιο άξια κατηγορία έρωτα.
Ο λόγος για να γραφτούν τα πιο μεγάλα άσματα,
να εκδηλωθούν τα πιο θυελλώδη πάθη,
να ειπωθούν τα πιο υπερβολικά λόγια.
Άλλωστε πώς να το κάνουμε;
Οι ευτυχισμένοι έρωτες, και οι αμοιβαίοι,
θα είναι πάντοτε δέσμιοι σε μια δυστυχία
συμβατική.

Κι απο το δικό μας χέρι τίποτα δεν περνά...

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Δράμα-μήνες


Ο Τρούμαν Καπότε κάποτε είχε πεί πως: "Η ζωή είναι μια θεατρική παράσταση, με πολύ κακή τρίτη πράξη". Ο ίδιος, ήταν ενα ασθενικό, ομοφυλόφιλο και απο όλες τις πλευρές ταλαντούχο πλάσμα. Και μελοδραματικά δυστυχισμένο σε όλες τις φάσεις της μικρής ζωής του. Στο τέλος του, πνιγμένος μέσα στις παραισθήσεις του αλκοόλ υπέγραψε την τρίτη πράξη με ενα ηρωικό τέλος. Αν η κατάθλιψη θεωρείται βεβαίως, ηρωική πράξη.

Πρέπει να παραδεχτώ πως τον Τρούμαν τον θαυμάζω απεριόριστα. Απο την πρώτη πράξη του, ως και την τελευταία. Πρέπει να παραδεχτώ επίσης, πως η ζωή του είναι απο μόνη της μια έμπνευση.

Μέσα σε δράματα ζούμε όλοι. Και όποιος σας πει το αντίθετο λέει ψέμματα. Ή απλά είναι πολύ έξυπνος. Ή τυχερός. Όπως και να χει, μη φυσιολογικός. Απο την άλλη, πόσο φυσιολογικό είναι το δράμα, και αλήθεια πόσο κρατάει; Φεύγει; Πώς φεύγει; Μήπως τελικά το θέλουμε και λίγο; Και για αυτό το αναζητάμε, σαν δικαιολογία για να αιτιολογήσουμε κάθε μικρή μας βλακεία και ανοησία;
Μήπως είναι παραίτηση;

Όπως και να χει, το δράμα το δημιουργούμε μόνο εμείς. Και καμία άλλη ανώτερη δύναμη, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη της ανθρώπινης. Το δράμα, είναι ο τρόπος μας να επιβιώνουμε και να γινόμαστε καλύτεροι.
Το δράμα τελικά είναι η αφορμή για το ξέσπασμα.
Το μεγάλο.

Εγώ, κάθε μέρα σε δράματα ζω.
Και δεν ξέρει κανείς πόσο μα πόσο φοβάμαι για αυτή την επερχόμενη τρίτη πράξη.
Την τρέμω.
Και αυτό γιατί αρνούμαι να αποδεχτώ το θάνατο.
Προτιμώ να είμαι "δραματική" απο συναισθηματικά "ανάπηρη".
Τουλάχιστον έτσι νιώθω -κάπως- ζωντανή.

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Γλυκά του κουταλιού και σταυρωμένα ψηφοδέλτια


Αυτό το σπίτι εδώ, με τα 100 τετραγωνικά του σε ταβάνι, και τα 200 σε ουρανό, δεν ησυχάζει ποτέ.
Απο την ώρα που ανοίγω το μάτι μου, μέχρι να το κλείσω, βλέπω κόσμο. Φίλους, συγγενείς, θειούς, γείτονες. Και τα τηλέφωνα χτυπάνε. Μονίμως. Αυτά τα τηλέφωνα αν δεν προσγειωθούν καμία μέρα στο κεφάλι δικού μου συγγενή, δεν θα ησυχάσω. Μα ποιός χρησιμοποιεί το 2009 σταθερά; Υπάρχουν και κινητά hello!

Εντάξει είμαι λίγο εκνευρισμένη. Έχουν μαζευτεί πάλι χύλιοι μύριοι, και δεν είναι ότι είμαι αντικοινωνική απλά με ενοχλεί η πολλή βαβούρα. Εχω συνηθίσει σε μοναξιές και ελάχιστη χαβούζα. Και αν μη τι άλλο, σε αυτό τον τόπο επικρατεί αρκετή. Και είναι γενικό το φαινόμενο ενόψει εκλογών. Κάτι σαν παραμονή τελικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου μυρίζει η ατμόσφαιρα. Και τα βεγγαλικά έτοιμα και στημένα.

Να τη και η θεία μου! Αυτή που πάντα μας θυμάται τέτοιες εποχές. Έρχεται με το παλιό το σκουλαρίκι στο αυτί, αυτό με το κλίπ, και τα δυό της χέρια γεμάτα. Στο ένα, το βάζο με το γλυκό συκάκι, και στο άλλο τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια. Τέσσερα. Βέβαια, φέτος ψηφίζει και ο αδερφός μου, κερδίσαμε έναν. Θα τρίβει τα χέρια της.
Αφήνει τα ψηφοδέλτια στο τραπέζι, μας κάνει και το σήμα της νίκης φεύγοντας, και φεύγει.
Οι υπόλοιποι κερνιούνται γλυκό.
Εγώ πάλι ποτέ μου δεν τα χώνεψα τα γλυκά του κουταλιού.
Εντάξει, ούτε τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια.

Γελάω με τους υπόλοιπους που λένε ο καθένας μυστικά και έμπιστα τι θα ψηφίσει, και αποχωρώ.
Αναρωτιέμαι τώρα: Τέτοιοι μας κυβερνάνε; Τόσο φρέσκα μυαλά;
Κοιτάζω βέβαια και τους υποψηφίους. Όλοι τους 50 άνω.
Η σοφία πάει πάντα μαζί με την ωριμότητα;
Και απο ποιόν είναι αυτό δεδομένο;
Το γλυκό μου φέρνει αναγούλα.
Θα το έτρωγα μόνο αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο και πεινούσα φονικά.
Με παρόμοιο σκεπτικό θα πάω και αύριο να ψηφίσω.
Γιατί το μενού δεν έχει τίποτα φρέσκο και πρέπει αναγκαστικά
να φάω, με την ελπίδα πως θα χορτάσω.
Αλλά πού;

Άκουσα επίσης πως σήμερα το βράδυ απαγορεύεται το αλκοόλ.
Εμένα πάντως δεν μου το παίρνει κανείς απο το χέρι μου το κρασάκι.
Μήπως έπρεπε να γίνει το αντίθετο;
Να πίνουμε όλοι μέχρι σκασμού την προηγούμενη και να πηγαίνουμε ντίρλα στην κάλπη μπας και βγάλουμε καμία κυβέρνηση της προκοπής απο τύχη;
Λέω εγώ τώρα ρε παιδί μου!
Καλή ψήφο(μη στραμπουλήξετε κανένα πόδι στο παραβάν)!



Η εποχή της ξεπέτας

Γυναικεία συζήτηση σε παγκάκι πλάι στην ακροθαλασσιά, τη Χαλκιδείκη, αυτή με τα τρελά νερά μπροστά σου, και τη γέφυρα του Ευρίπου στο βάθος.
"Για πείτε, με πόσους έχετε πάει;".
Χα, ευκαιρία να συγκρίνουμε σκέφτονται οι άλλες.
Χα, ευκαιρία να δουν πόσο τσούλα είμαι, σκέφτομαι εγώ.
"Δηλαδή τι πειράζει που ο δικός μου αριθμός είναι διψήφιος;"
Βουβαμάρα.

Εντάξει, είμαι μελό κάποιες φορές. Και εμμονική ναι. Και κολλάω με όλους όσους δεν με θέλουν ναι.
Αλλά κατα βάση, είμαι πολύ ελευθεριάζουσα.
Πάντοτε είχα γκόμενους με το τσουβάλι. Γιατί;
Γιατί πολύ απλά μπορούσα.
Και επίσης πολύ απλά, έτσι ήθελα.
Εντάξει;

Σε αυτή την πόλη, την κάπως ρετρό, όλα είναι απλά.
Σε θέλω με θές.
Με θές. Με θές.
Αυτά τα πάθη μου ποτέ δεν τα κατάλαβα.
Κατώτερα, και αμαρτωλά.
Μα γούσταρα.
Πώς αλλιώς;

Εντάξει, δεν είμαι και η πουτάνα του χωριού.
Είμαι η πουτάνα της πόλης! Χα!
Σήμερα ξαναείδα μια ντουζίνα απο πρώην μου.
Και κάποιους επίδοξους θαυμαστές.
(Ωραία σε αυτή την πόλη είμαι περιζήτητη, δε θα μείνω ποτέ στο ράφι!)
Και τι περίεργο. Αυτοί που σε έχουν ξεχασμένη, αρκεί να
σε δούν μόνο μια φορά για να σε θυμηθούν. Και να αναζητήσουν λίγη
ακόμα περιπέτεια. Τι περίεργο δεν βρίσκω ησυχία.
Τα κινητά χτυπάνε, προτάσεις για ραντεβουδάκια,
ποτά, ξενύχτια, κουβεντούλες σε στενοσόκακα.

Και μερικά πεταχτά φιλάκια.
(Είπαμε, υποκύπτω εύκολα, πάντα μου άρεσε κι εμένα
η περιπέτεια).


Τι θα κάνω αύριο;
Θα εκμεταλευτώ τη φήμη μου, για κερασμένα ποτά διπλά και τριπλά.
Και θα φλερτάρω με όλους.
Είπαμε, σε όλους δίνομαι, μα δεν χαρίζομαι σε κανένα.
Και απο Δευτέρα αντίο σας.
Είμαι κυνική με το παρελθόν μου.
Πώς να το κάνουμε αγόρι;
Λατρεύω να σε μισώ, να ξέρεις.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Αυτό είναι έρωτας

Σήμερα μου βγήκαν όλα. Μαζεμένα.
Σαν μια έκρηξη. Θυμός και νευρικότητα μαζί.
Για εσένα, και μόνο για εσένα.
Λες και ονειρευόμουν όλες αυτές τις μέρες.
Με όνειρο έμοιαζε, μα ήταν κατα βάση,
ένας εφιάλτης.
Και πώς δεν το κατάλαβα;
Με τι είχα ντυθεί;

Σήμερα όλα. Μεγάλη έκρηξη, πίσω στο πατρικό.
Με τον πατέρα, πάντα.
Πατρικό σπίτι χωρίς πατέρα γίνεται;
Δε γίνεται.
'Εστω το μείον απο το 80% του.
Δάκρυα.
Είχες καιρό.
Θυμήθηκες πως σαν σήμερα πάνε και δύο μήνες
που έχασες κι εκείνη.
Αυτοί οι μήνες...Ο καθένας σου παίρνει και απο κάτι.
Και τώρα αρχίζει ενας ολοκαίνουργιος.
Και τρέμεις.

Τι δεσμός κι αυτός. Ήταν δεν ήταν 25 όταν σε πρωτοκράτησε στα χέρια του. Η κόρη. Η πρωτότοκη και η μονάκριβή. Εσύ όλα αυτά. Για δύο ολόκληρα χρόνια, μέχρι να σου κλέψει λίγη απο τη δόξα ο γιός που ερχόταν απο πίσω. Λίγη μόνο, γιατί ποτέ δεν έπαψες να είσαι πρώτη στην κατάταξη της καρδιάς του. Πάνω και απο τη μάνα. Μα κάνεις τις πράξεις. Εκείνη τον ξέρει και τον αγαπάει 24 χρόνια. Εσύ 22. Σιγά τη διαφορά. Αλλωστε αυτοί οι έρωτες δε σβήνουν με τα χρόνια. Μόνο φουντώνουν. 22 χρόνια φουντωμένα. Με παράπονα και τρυφερότητα σε λόγια, και σε πράξεις.
Κυρίως σε πράξη. Η αγάπη είναι πράξη. Η αγάπη δεν είναι το "σ'αγαπώ", το αβίαστο.

Είναι η πρώτη βόλτα στη θάλασσα. Απο το χέρι πάντα. "Μα δεν θα πάω βαθιά ρε μπαμπά!".
Σου φοράει μπρατσάκια και σε έχει απο το χέρι. Και σε τραβάει στα ρηχά. Εκεί με τα κουβαδάκια, και τα μαύρα βότσαλα. Σου φοράει και ενα σωσίβιο, μαζί με τα μπρατσάκια ναι! Και η μάνα κοροιδεύει.

Είναι οι πρώτες βραδινές εξορμήσεις. Δεν κοιμήθηκε ποτέ. Και δεν είπε κουβέντα τη μέρα που τέσσερις η ώρα ντύθηκε για να έρθει να σε πάρει απο το κλάμπ, και τον σταμάτησαν για αλκοτέστ, και ήταν μόνο με τα εσώρουχα και ντρεπόταν. Μα δεν βλασφήμησε!
Και εσύ γέλαγες.

Είναι το πρώτο φοιτητικό σπίτι. Το πιο μεγάλο έλεγε. Και το έντυσε τριγύρω με κάγκελα, γιατί φοβόσουν μόνη, και με σύρτες σε πορτοπαράθυρα. Σωστό φρούριο, κι εσύ πριγκίπισσα.
Και το κουζινάκι που στο χαν φέρει λάθος. Διέσχισε την εθνική οδό κάθετα, κουβαλώντας το. Και στο φερε στη σωστή του θέση.

Είναι το χέρι του δίπλα στο δικό σου, και οι ώμοι του. Δίπλα σου. Κι εσύ να κλαίς, να κλαίς μπροστά στο ιερό, παρέα με όλους τους συμμαθητές σου. Και να σου λέει με σιγουριά λίγο μετά πως "Εγώ αυτό δεν θα το αντέξω. Θα χαθώ." Και να τον πιστεύεις.

Είναι οι πρώτες νύχτες στο νοσοκομείο. "Δεν θα πάθεις τίποτα" να λές. Και να σε πιστεύει. Και να κάθεσαι εκεί με τις ώρες. Όχι για να προσφέρεις κάτι. Απλά ξέρεις πως σε θέλει εκεί, έστω να τον βλέπεις να κοιμάται.

Και οι άλλες νύχτες. Αυτές λίγο πριν κοιμηθείς. Που έχεις κλειστά τα μάτια σου, και τον ακους να πλησιάζει. Και δεν τα ανοίγεις, για να απολαύσεις το κρυφό φιλί του στο μάγουλο.


Αυτό είναι αγάπη.
Για την ακρίβεια είναι έρωτας.
Αγάπη μπορεί να θεωρηθεί κάτι παλιό. Κι αυτό εδώ είναι ζωντανό, υπάρχει και θα υπάρχει.
Όσο υπάρχεις, και υπάρχω. Και λίγο παραπάνω.
Για όλη μου τη ζωή θα ανησυχώ. Άλλωστε σε σένα τη χρωστάω. Όχι μόνο τη δημιουργία. Και την επιβίωση. Και την ευτυχία. Και την Ελένη. Που ποτέ δεν την είπες Ελένη. Λίλα. Σαν τις σοκολάτες που έτρωγα μικρή και ακόμα τρώω. Και φώναζα "Λίλα, λίλα αγελάδα". Λίλα. Απο τότε.

Τα δάκρυα μου θα κυλούν πάντα. Μέσα. Πίσω απο το χαμόγελο.
Κι αυτό δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Υπόσχομαι.

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Στην καμπίνα της Ιπποδάμου

Αυτή η μέρα ξημερώνει με τον ίδιο ήλιο, μόνο που μου φαίνεται λίγο πιο φωτεινός. Μόνο λιγάκι.
Και ανοίγω και τα μάτια μετά απο δεκατρείς ώρες σε λήθαργο.
Μπέρδεψα τον ύπνο με το θάνατο.
Ανενόχλητη σήμερα, και απερίσπατη.
Ευτυχώς.

Ο Παύλος με καλημερίζει, και κάνει και παράπονο που δεν πήγα νωρίς να πιούμε τον καφέ μας.
Ας τον πιούμε αλλού, δεν χανόμαστε, του απαντάω.
Και εκείνος θα αδειάσει το 617.
Μοναχικός όπως ήρθε.
Δυστυχώς.



Μέσα στην τρέλα μου και την τρεχάλα μου,
σε ξέχασα, μικρή μου λαχτάρα.
Μα δεν σε έσβησα. Μη θαρρείς.
Και δε με νοιάζει που όταν σε ρώτησα:
"Θα σε πείραζε να σε ερωτευθώ;"
μου κούνησες αρνητικά το κεφάλι.

Κάτι ερωτήσεις που κάνω κι εγώ, καιρούς
με καιρούς. Και απορώ.
Σε μέρες που οι αυθεντικοί άνθρωποι
φεύγουν για ψηλά. Τι κάνω εγώ;
Που ψάχνω για διαμάντια στα σκουπίδια;
Μια ρακοσυλλέκτρια παριστάνω.
Μια πεταμένη της ζωής μου.

Σε σκέφτομαι συχνά,
τόσο συχνά που με ανησυχώ.
Και τα βράδια συνεχίζω να μην κοιμάμαι.
Μήπως έρθεις και θέλεις να με φιλήσεις πάλι.
Υγρά.
Μα εσύ μεταμφιέζεσαι.

"Πέτα τα πέπλα ρε πουλάκι μου! Λυτρώσου! Καλύτερα "λουλού στο σύρμα", παρά μίζερος και καταπιεσμένος. Ευτυχής όποιος γεύεται την κάθε επιθυμία του..."
όπως πολύ σωστά ξεστόμισε και μια τσίφτισσα,
μπριόζα και αυθεντική, της περασμένης -πια- εποχής.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Πόσα χαμόγελα σε μια Κυριακή;


Πάντοτε στη ζωή μου είχα την εξαιρετική δυνατότητα να αλλάζω κεφάλαια με ενα κλίκ. Όσο απότομα γυρνάς τις σελίδες ενος βιβλίου για το επόμενο κεφάλαιο, ξέρεις το πιο συνταρακτικό. Και δεν μου αρέσει να κολλάω σε ένα!

Όχι, όσο δυσκατανόητο κι αν είναι, εγώ ξεφυλλίζω.

Κυριακή στην Αρεοπαγίτου. Τίγκα στους τουρίστες. Το να έχεις φίλους που αργούν, σου δίνει τη μοναδική στιγμή μέσα στο εικοσιτετράωρο, να μπορείς να απολαύσεις παπούτσια, πόδια, κεφάλια, γυαλιά ηλίου, ζευγαρωμένα δάχτυλα, ανενόχλητη και απερίσπαστη.
Σχεδόν απερίσπαστη. "May I have a picture of you?" Ο νεαρός τουρίστας, που σε έχει περάσει προφανώς για αξιοθέατο, κάτι σαν την Ακρόπολη ενα πράγμα σου ζητάει μια πίκτσουρ. Κι εσύ, ντίβα σκέτη, ποζάρεις στο φακό με το γυαλί ηλίου και το νάζι το ελληνικό.
Σου φιλάει το χέρι φέυγοντας... Άντρες, και μάλιστα ξανθοί, κρύοι.


Ενα χωριό ολόκληρο στο μουσείο, το τεράστιο οικοδόμημα ανάμεσα στα νεοκλασικά γειτονόπουλα, που το κοιτάζουν σαν γήπεδο, ή κάτι τέτοιο τρομερό και γιγαντιαίο τελος πάντων. Και λίγη καρυδόπιτα με παγωτό στην ταράτσα. Έτσι γιατί σε κούρασαν οι ζωφόροι και οι καρυάτιδες. (Τις λυπάσαι κιόλας τις καρυάτιδες, και που να το πείς; Άδικη μοίρα ακίνητες να υπομένουν το βάρος η μια δίπλα στην άλλη). "Είναι ωραίο αυτό που τρώτε;" δεν ακους. Μα γιατί όλοι έχουν την ελπίδα πως παρακολουθείς τα πάντα γύρω σου; Είσαι στο κόσμο σου δεν το βλέπουν, μέσα στο πιάτο και μέσα στις σκέψεις. Τελικά απαντάς μετά απο δεύτερη ερώτηση του σερβιτόρου "Είναι τόσο ωραίο που συνεπήρε τις αισθήσεις μου και δεν σας άκουσα!" Χαμογελάς. Έτσι θέλουν.

Μα τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου εσύ τους αγαπάς! Σιγά παιδί μου, θα σκάσεις. Χαμογελάς ακόμα, χασκογελάς για την ακρίβεια σαν τα μικρά παιδιά στα νηπιαγωγεία και στις παιδικές χαρές. Ανέμελα. Ανέμελα κι όταν πηγαίνεις στο γνωστό σου το 617. Ανέμελα.
Ο Παύλος βλέπει ποδόσφαιρο και χαμογελάει. Σε ρωτάει πως πέρασες, του λες για την όμορφη μέρα σου με τη λιακάδα στα μαλλιά. Η δικιά σου λιακάδα τον κάνει κι εκείνον να γελάει. "Θα φύγω, θα πάω ταξίδι!" σου λέει. Παρανοικό ακούγεται, κι εσύ ακόμα πιο παρανοική συμφωνείς...

Εκείνος, μέσα στην άγνοια του είναι ευτυχισμένος.
"Και όχι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Μακάριοι οι αισιόδοξοι." λες στη μάνα σου μές στο ασανσέρ.
Αύριο θα πάω να γεμίσω μια μπουκάλα αλφα θετικό.
Έτσι γιατί είμαι αισιόδοξη.
Και μου αρέσουν τα χαμόγελα και οι λιακάδες. Και η Αρεοπαγίτου. Και οι άνθρωποι μου.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ατσαλένια


Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη, πόσοι πρέπει να περάσουν απο πάνω σου στη ζωή σου, για να σε κάνουν αυτό που είσαι. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι σε φτιάχνουν αυτοί ή αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο για πλάσιμο πάνω σε τραπέζια και κρεβάτια, σαν την πλαστελίνη.
Πάνω απο εμένα πάντως έχουν περάσει αρκετοί. Δεκάδες δάσκαλοι με γνώσεις, φίλοι με όρεξη και κέφι, συμμαθητές και συμφοιτητές με παρόμοια όνειρα, και πολλοί ισοπεδωτικοί εραστές. Οι τελευταίοι ειδικά, αν δεχτώ πως είμαι πλαστελίνη, πάντοτε με φτιάχνανε σε κάτι σχέδια παράξενα, σχεδόν άθλια, και με παρατούσαν μέχρι να με παραλάβει κάποιος άλλος που θα δει στο μαλακό άσπρο υλικό εναν κύκνο.

Το πως είμαι στα 22 μου χρόνια, δεν θα μπορούσα ούτε να το φανταστώ, ούτε να το προβλέψω όταν έπαιζα και εγώ με πλαστελίνες. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Μέσα στην ατυχία μου, βεβαίως.
Γιατί έμαθα πολλά με τη ζωή, και με τον θάνατο, και κυρίως με το φόβο του θανάτου. Και μες στις δυσκολίες έμαθα να φεγγοβολώ. Γιατί το νόημα αυτό είναι. Να είσαι λευκός μέσα στο μαύρο. Μόνο έτσι ξεχωρίζεις, ούτε όταν είσαι μαύρος μες στο μάυρο, ούτε λευκός μέσα στο λευκό. Μόνο έτσι σε βλέπουν.
Και εμένα με βλέπουν, αυτοί που χρειάζεται να με δούν, και οι άλλοι.
Μα είναι στιγμές που φοβάμαι πως έχω συμβιβαστεί, πως έχω γίνει ατσαλένια σαν βέργα που είναι αδύνατο να λυγίσει. Μόνο να σπάσει μπορεί. Μεγάλο βάσανο να νιώθεις τα πάντα σε υπερβολή, μεγάλο λάθος και να μη νιώθεις τίποτα. Πρέπει να ελίσσεσαι και να ταλαντεύεσαι.
Φαντάσου μια μεγάλη τραμπάλα. Βάζεις πάντα κάποιον να σε βοηθάει να πηγαίνεις μια πάνω μια κάτω, μόνο με την παρουσια του και το βάρος του.
Και έτσι, μια προσγειώνεσαι για να πάρεις φόρα πατώντας τα πόδια στο χώμα, μια πετάς στους ουρανούς.
Και η μπάρα είναι ατσαλένια, σίγουρο δεν σπάει.
Μόνο όταν χάσεις τον απέναντι, τότε μένεις σταθερά στο έδαφος.
Μέχρι να βρεθεί ο επόμενος...

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Άγνοια κινδύνου

Η σημερινή ημέρα είναι μια αλλόκοτη Παρασκευή. Απο αυτές τις μουτρωμένες, τις μέρες που εγώ τις λέω απλώς φορτίο με μελάνι, στο χαρτί του ημερολογίου. Τίποτα σημαντικό. Μα ούτε και ασήμαντο. Βουβαμάρα, εκτός απο λίγα όνειρα και χαμόγελα σε ενα τραπέζι με 4 καρέκλες. Και τρείς.

Κι εγώ να ανησυχώ για σένα, αλλόκοτο πλάσμα με την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Που δεν σε έχω ερωτευθεί, γιατί δεν κάνει, μα σε τρέμω σαν το ψαράκι το μικρό, που πιάνεται στα δίχτυα μαζί με τις φάλαινες. Και είναι άδικο να ξέρεις, να μην μπορείς να βγεις απο εκεί. Οι τρύπες είναι πολύ μεγάλες για το μέγεθος σου.

Ξέρω πως έχω άγνοια κινδύνου. Και εγώ, και το νεαρό αγόρι στα δεξιά μου. Παύλος. Ψηλός, γυμνασμένος, μελαχρινός. Με πράσινα μάτια και ένα σκουλαρικάκι μικρό στο δεξί του αυτί. Καπνίζει marlboro βαριά, και τρώει τιραμισού. Χαμογελάει συνέχεια. Παντελής άγνοια.

Θέλω να τον αρπάξω απο το χέρι, έστω απο το μανίκι, και να του πω στο αυτί: "Ξέρεις, κινδυνεύεις". Μα δεν αντέχω. Δεν του λέω κουβέντα. Και εκεί πάνω στην έξαρση μου την ευγενική αρχίζω και χαμογελάω κι εγώ. Με παρασύρει για λίγο και ξεχνάω την αλλόκοτη Παρασκευή μου. Βεβαίως ακόμα αλλόκοτη είναι. Ο Παύλος 23 και άνους. Χαμογελαστός άνους! Ένας χαμογελαστός ανόητος στο 617.

Πού ζείς, πού βρίσκεσαι, πού βαδίζεις; Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρώς;
Κινδυνεύεις;
Εγώ να δεις πως κινδυνεύω.