Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Ολική αναισθησία


Τον τελευταίο καιρό υπάρχει πολύ αναισθησία.
Και μέσα στη ζωή μου και γύρω.
Μπορώ να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου,
επιεικώς ως "χοντρόπετση".
Με ελάχιστα διαλείμματα τρυφερότητας,
και εθελούσιας ανάγκης για τον άλλον,
έχω γίνει κατα βάση ένα ψυχρό τέρας.
Ένας άντρας.

Και όχι απο αυτούς τους ρομαντικούς,
που διαβάζουν ποίηση και πηγαίνουν σινεμά.
Απο τους άλλους, που καπνίζουν, πίνουν,
τρώνε σαν τα γουρούνια, και υποκύπτουν
σε όλες τις σαρκικές τους επιθυμίες.

Για να φτάσω σε αυτό το σημείο τελικά,
δε χρειάστηκε πολύ. Ίσως να φταίει
η σημερινή εποχή, ίσως τα δεδομένα, σίγουρα
φταίω εγώ.
Που δίνω και δίνομαι σε κάθε επίδοξο λυτρωτή.
Μα δε με νοιάζει πλέον.
Έχω φτάσει επιτυχώς σε αυτό το ελεεινό σημείο.

Να μοιάζω με αναίσθητο ζώο.
Να μη μπορώ να κάνω τίποτα που με ευχαριστούσε πριν.
Να μην μπορώ να χαρώ, ούτε και να λυπηθώ αντίστοιχα.
Να μην μπορώ να κλάψω,
κι όταν χαμογελώ να είναι ψεύτικο.
Εσείς με καταντήσατε έτσι.

Πάντοτε ζήλευα τις γυναίκες εκείνες που έβλεπαν στο πρόσωπο ενος, τον ένα και μοναδικό. Τον Καρυωτάκη τους, τη πηγή έμπνευσης για όλα τα δεινά και τις ευτυχίες τους. Φαινόταν πως είχαν προσανατολισμό. Εγώ αν μη τι άλλο τον έχω χάσει. Εσείς με κάνατε να τον χάσω.

Να επιθυμώ άλλον, άλλος να με κάνει να κλαίω, άλλος να με κάνει να τρέμω, κι άλλον να αγκαλιάζω το βράδυ.
Και να μη νιώθω απολύτως τίποτα.
Ολική αναισθησία. Νάρκωση.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ενδοσκόπηση

Δεν ξέρω πραγματικά, αν η τόση ησυχία ανταποκρίνεται στην ανησυχία. Ή είναι απλώς κι αυτή ένα σημάδι πένθους. Κλείνω σε λίγο τρία εικοσιτετράωρα μέσα στο σπίτι. Ίσα ίσα για να αρχίσω να ανησυχώ που τα πόδια μου με πάνε το πολύ μέχρι την κουζίνα. (Ενίοτε ξαπλώνουν και μέσα στην μπανιέρα). Ακόμα προσπαθώ να συνέλθω απο το σόκ. Απο ολόκληρο το σοκ του προηγούμενου έτους. Αν και το φετινό δε μοιάζει να είναι καλύτερο. Το να είναι χειρότερο το τρέμω.

Άδειασα. Μπήκα ολόκληρη κάτω απο το νερό που αγαπώ, έβγαλα μπουρμπουλήθρες απο το στόμα και τη μύτη. Και άδειασα. Πρέπει να βγω εκεί έξω. Είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσω το χτες, και ακόμα πιο απαραίτητο να παλέψω με αυτό το άδικο αύριο. Δε μιλάω με κανέναν. Στην αρχή μου φαινόταν αδύνατο. Τώρα πια το βλέπω σαν κάτι φυσικό. Ίσως είναι αυτό που μου είχε πει κάποτε ένας που τελικά μου γύρισε την πλάτη. "Αγαπάς πολύ τον εαυτό σου για να επιτρέψεις σε κάποιον άλλο να μπεί ανάμεσα σε αυτή τη σχέση".

Και φυσικά δε το δέχτηκα. Αν και υπάρχει ενα ψίχουλο αλήθειας στην ιστορία. 22 χρόνια τον γνωρίζω αυτό τον εαυτό με τα καλά και τα ανάποδα του. Είναι δυνατόν να μην τον αγαπάω; Και συγχωρώ και όλα του τα λάθη. Γι αυτό η σχέση μας είναι τόσο υγιής. (Τις περισσότερες φορές). Μα αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος μου με όσους είναι έξω απο αυτό το δεσμό. Δεν μπορώ να συγχωρήσω. Μου είναι αδύνατον. Δεν μπορώ να κοιτάξω τον άλλο στα μάτια μετά την προδοσία. Δεν μπορώ να πω "δεκτόν", "έχεις δίκιο". Απλώς δεν μπορώ.

Φοβάμαι μόνο.
Βάζω πάντα μια ασπίδα και κλείνομαι στον εαυτό μου, για να μην προδώσω αυτή τη σχέση την μακροχρόνια.
Πρέπει όμως να βγω εκεί έξω.
Θα βάλω τα καλά μου,
θα πάρω ενα ταξί και θα εξαφανιστώ εκεί έξω.
Κάπου που θα χει πολύ νερό και λίγο πανικό. Κάπου εκει.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

step forward

Όταν αγαπάω προδίδομαι.
Κι όταν προδίδομαι στεναχωριέμαι.
Και όταν στεναχωριέμαι παραλύω.
Κι όταν παραλύω γίνομαι ανίκανη.
Άρα, όταν αγαπάω γίνομαι ανίκανη.

Με τη λογική αλληλουχία των πραγμάτων,
όλα είναι καλώς καμωμένα.
Και εγώ πάλι στο μηδέν, ευτυχισμένα ώριμη.
Ανοησίες.

Πάντοτε μετρούσα τους εραστές μου με αναμνήσεις.
Και πάντα υπολόγιζα τι θα πάρουν εκείνοι απο εμένα,
όχι τι θα κερδίσω.
Άλλωστε πότε κέρδισα;

Κάπου εδω φτάνουμε στο τέλος.
Μιας ολόκληρης εποχής που μετράει αριθμούς.
Ας είναι.
Για να έρθει η αρχή μιας άλλης εποχής.
Που θα μετράει ουσία.
Κι ας έχει ως σημείο αναφοράς το μηδέν.

Δε με νοιάζει πλέον τόσο.
Δε με νοιάζει πλέον αρκετά,
για να είμαι πιο σαφής.
Απλώς σηκώνομαι και ρίχνω μια στροφή
γύρω απο τον εαυτό μου.

Και έτσι πάμε ενα βήμα παραπέρα.
(feel free to follow)


Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Χάρις - le cadeau des diex


"Ποιά θαυμάζεις;"

"Δε λέω"
"Έλα πές μας ποιά;"
"Τη μεγαλύτερη"
"Και ποιά είναι αυτή;"
"Η Χαρούλα"



Απο τα 9 μου ακόμα ήξερα. Να τραγουδάω για το χρυσό κουρέλι της Νεφέλης, που της το κλέψαν οι αγγέλοι. Και ας μην ήξερα τι ακριβώς είναι το ρόδι και το μέλι.
Λίγο πιο νωρίς θυμάμαι ένα δίσκο βινυλίου, απο αυτούς που κρατούσε στα ψηλά ράφια ο πατέρας μου, για να μη τους φτάνω και τους ταλαιπωρώ. Εγώ όμως έπαιρνα την καρέκλα και έφτανα στα ψηλά με αγωνία. Τα μάτια της μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση. Και τα χείλη της τα γεμάτα. Δίπλα της ένας κύριος. Η Αλεξίου και ο Λοίζος είχαν χρωματίσει πολλά απογεύματα, μαζί με τον πατέρα να μου δείχνει πως πιάνουμε τους δίσκους, πως ακουμπάμε απαλά τη βελόνα. Πως μας ακουμπάνε οι νότες που βγαίνουν απο το γρατσούνισμα.

Μα δε με πλάνεψαν σαν τη Νεφέλη. Η δεσποινίδα Ρούπακα απο τη Θήβα έμενε πάντοτε χαραγμένη, παρόλα τα παροδικά κολλήματα. "Χαρούλα" λες. Και εννοείς μόνο εκείνη και καμία άλλη. Και σε καταλαβαίνουν όλοι. Με την ίδια ευκολία που λες "Μελίνα" ή "Αλίκη" και πάλι σε καταλαβαίνουν όλοι. Θυμάμαι ενα νεανικό νανούρισμα με νότες ένρινες. Μιας φωνής που όσο έυκολα απαιτεί "μη μου χαλάς τα γούστα μου", με την ίδια ευκολία παραδέχεται πως "μεγάλωσε με στύλ δοσοληψίας, και άσκοπης προσπάθειας να είμαστε καλοί". Δεν ξέρω αν έφταιγε ο ιδιαίτερος δεσμός με τη μητέρα την Ιφιγένεια, ή η αέναη μάχη της με την αγάπη που πάντοτε την αποζητούσε. Και εκείνη πάντοτε την απογοήτευε. Όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή.

Μα όσους πολέμους κι αν χάσεις, κι όσο μακριά κι αν τρέξεις "η αγάπη θα σε βρεί, όπου και να σαι". Όσο κι αν αντισταθείς είναι σαν αστραπή που σε χτυπάει, ιδιαίτερα όταν είσαι μοναχικό δέντρο. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον χωρισμό της απο τον πρώτο της σύζυγο η Χαρούλα μελαγχόλησε, απογοητεύθηκε, δημιούργησε, και τελικά "μεγάλωσε". Και πάλι πίστεψε στον έρωτα, έγραψε για αυτόν, την κέρδισε η ζωή. Ίσως, να μην απογόητευθηκε ποτέ τόσο ώστε να το βάλει κάτω. Έχει όμως πάνω της την ευθύνη, πως στα νιάτα της μεγαλούργησε. Συνεργάστηκε με όλη την αφρόκρεμα. Τραγούδησε σε μπουάτ και καφενεία. Στο Ηρώδειο, στο Καλλιμάρμαρο. Και έγινε πανελλήνια, και πανανθρώπινη.

Την πρώτη φορά που την άκουσα έλεγε το "Δε λες κουβέντα". Και πραγματικά, δε μπορούσα να πω κουβέντα. Έκτοτε δεν προλάβαινα να σκεφτώ κάθε που άνοιγε το στόμα της. Και κουβαλούσε μαζί της την υπέροχη μαγεία και μελαγχολία της. Ένα αφιέρωμα γαλλικής εφημερίδας την είχε ονομάσει "δώρο των Θεών". Αν και πιστεύω πως και η ίδια τρέφεται με νέκταρ.

5 χρόνια σιωπής και δημιουργίας. Ενδιάμεσα μία συναυλία για τον Μάνο, τον αξέχαστο Μάνο της. Τον φίλο της και συνοδοιπόρο της. Αν έχω καταφέρει έστω και λίγο να μπώ μέσα στην ψυχοσύνθεση αυτης της γυναίκας, δε μπορώ να πιστέψω ούτε για μια στιγμή, πως δεν ήταν ερωτευμένη με το Λοίζο. Είτε κρυφά, είτε παθιασμένα, τα τραγούδια τα γεννημένα μεταξύ τους είναι μόνο αποτέλεσμα έρωτα. Και της στοίχισε τόσο αυτός ο χαμός. Ίσως είναι και η αφορμή για το πιο μεγάλο δάκρυ που έτρεξε απο τα μάτια της. Ο Μάνος. Τα τελευταία 30-περίπου χρόνια έχει και το δικό της Μάνο. Το γιό της. Τυχαία η επιλογή του ονόματος του; Καθόλου. Τυχαία η τόση αγάπη της προς αυτόν; Καθόλου. Και ας πέφτω έξω.




Το σωτήριο έτος 2010 στον πρώτο του μήνα περιμένει τις νότες της Χαρούλας στο Παλλάς. Με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Άλλη ιστορία εκείνη. Εξίσου μεγάλη και δραματική. Στο θέατρο της Βουκουρεστίου. Ιδανικός χώρος για τέτοιο εκτόπισμα. Αν και προσωπικά δε θεωρώ πως έχουμε να κάνουμε με τραγουδίστρια. Είναι λίγη αυτή η λέξη για τις ιδιότητες της ερμηνεύτριας, δημιουργού και Ανθρώπου. Για 15 μόνο παραστάσεις. (Αλήθεια γιατί τόσο λίγο;) Ίσα για να προλάβουμε να συνηθίσουμε πως στο κέντρο της πόλης δίνεις εαυτό. Και υπόσχεται "Όμορφα τραγούδια σαν ταξίδια".

Info: Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, 210.3213100. Ημέρες και ώρες λειτουργίας ταμείων: Δευτέρα έως Σάββατο 9.00 – 20.00 και τις Κυριακές 12.00 -20.00. Με πιστωτική κάρτα : 210 81 0 81 81. Κρατήσεις μέσω Internet http://www.ellthea.gr ,στα μηχανήματα easypay, σε επιλεγμένα καταστήματα.Τιμές εισιτηρίων:20, 25, 30, 45, 50, 60, 70, 80 €

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Μίλα μου




Κρύα μου φαίνονται όλα.
Τα συναισθήματα,
τα χέρια,
τα φιλιά.
Υποτίθεται πως ο έρωτας πρέπει
να ζεσταίνει, υποτίθεται πως
πρέπει να καίει.
Μα υποτίθεται επίσης,
πως δεν πρέπει να φοβάσαι τη θερμοκρασία.
Να μην αγγίζεις χέρι σαν να ναι ξύλο.
Να νιώθεις.

Υποτίθεται επίσης, πως όλα είναι μαγεία.
Πως όλα είναι γλυκά και καραμέλες.
Πως οι μέρες δε φτάνουν.
Πως οι νύχτες ειδικά δεν αρκούν.
Υποτίθεται πως είναι κινητήριος μοχλός.
Και όλα γύρω να μοιάζουν σαν χορός.

Ας μείνουμε όμως μακριά απο το ίσως.
Μας τσούζει.
Ίσως πάλι πέφτοντας στην παγίδα,
όλα αυτά να γυρνάνε μόνο
στα μικρά τετραγωνικά του μυαλού μου.
Να χτυπούν στους τοίχους του κρανίου
και να με ζαλίζουν άθελα τους.

Ίσως, υποτίθεται,μπορεί, μήπως να ανησυχήσω για τις λέξεις μου (και κυρίως για τις σκέψεις μου);

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

So what? So plenty!



-HOLLY,
I'M IN LOVE WITH YOU.

-SO WHAT?

-SO WHAT? SO PLENTY!

I LOVE YOU.
YOU BELONG TO ME.

-NO. PEOPLE DON'T
BELONG TO PEOPLE.

-OF COURSE THEY DO.

-NOBODY'S GOING TO
PUT ME IN A CAGE.

-I WANT TO LOVE YOU.

-IT'S THE SAME THING.

-NO, IT'S NOT! HOLLY!

-I'M NOT HOLLY. I'M NOT
LULA MAE, EITHER.

I DON'T KNOW WHO I AM!

I'M LIKE CAT HERE,
A NO-NAME SLOB.

WE BELONG TO NOBODY, AND
NOBODY BELONGS TO US.

WE DON'T EVEN BELONG
TO EACH OTHER.



-YOU KNOW
WHAT'S WRONG WITH YOU,

MISS WHOEVER-YOU-ARE?

YOU'RE CHICKEN.

YOU GOT NO GUTS.

YOU'RE AFRAID TO SAY,
"O.K., LIFE'S A FACT."

PEOPLE DO FALL IN LOVE.

PEOPLE DO BELONG
TO EACH OTHER,

BECAUSE THAT'S THE ONLY
CHANCE ANYBODY'S GOT

FOR REAL HAPPINESS.

YOU CALL YOURSELF
A FREE SPIRIT,

A WILD THING.

YOU'RE TERRIFIED
SOMEBODY'S GOING TO

STICK YOU IN A CAGE.

WELL, BABY, YOU'RE
ALREADY IN THAT CAGE.

YOU BUILT IT YOURSELF.

AND IT'S NOT BOUNDED
BY TULIP, TEXAS,

OR SOMALILAND.

IT'S WHEREVER YOU GO.

BECAUSE NO MATTER
WHERE YOU RUN,

YOU JUST END UP
RUNNING INTO YOURSELF


(Μια μέρα ακόμα, και ξεκινάω την ισορροπία
σε τεντωμένο σκοινί, με το απόλυτο κενό απο κάτω)

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Ρομάντζο

Απόγευμα στο παγκάκι του εθνικού κήπου.
Εκείνος, περιμένει καπνίζοντας ενα μπλέ.
Τόσο υπομονετικός όσο και ανυπόμονος.
Ρουφάει τον καπνό, σταυρώνει τα δάχτυλα,
τρομάζει τα περιστέρια, ψάχνει στις τσέπες του για τιμαλφή.
Κι εκείνη. Με αέρα κοσμοπολίτικο και χαμόγελο πλατυ
ίσα που αρχίζει να διακρίνεται πίσω απο τα παχιά δέντρα.
Σηκώνεται. Υποδοχή.
Μυρίζει άρωμα. Αρώματα γυναικεία και αντρικά μπλέκονται.
Μπλέκονται δάχτυλα, μπλέκονται σώματα, μπλέκονται χείλη.



Και τον καλεί να του δείξει τον κόσμο της.
Κι αυτός ακολουθεί, με έρωτα βαρύ, μεθυσμένος απο το άρωμα,
κρεμασμένος απο τα χείλη. Ανεβαίνουν ψηλά. Ψηλά μαζί.
Όσο ψηλά μπορεί να τους ταξιδέψει ο φτερωτός.
Στο παλιό πηγάδι και τις λαμαρίνες.
Μουχλιασμένο το έδαφος, μα δε φοβήθηκαν.
Εκείνη τρέχει πρώτη, κι εκείνος ακόμα ακολουθεί.
Θα την φτάσει άραγε;

Τα σώματα ένα, μια όμορφη συμφωνία.
Ιδρώτας, γέλιο και αισθήσεις. Τόσο όμορφα, και τόσο απλά.
Βόλτα στην παραλία τώρα. Για να χαρούν οι γλάροι απο τα φιλιά,
για να νυστάξουν, και να κοιμηθούν μαζί στα σεντόνια.
Να φάνε απο το ίδιο φαί, να κάνουν μαζί μπάνιο.
Να πιούνε το ίδιο ποτό. Να φτιάξουν το ντουέτο τους.

Κι ύστερα πάλι τα ίδια.

Κι ύστερα...

Κι ύστερα...

Στο βράχο το ψηλό πάλι εκείνη. Κι εκείνος στα σεντόνια.
Εκείνη πλέκει με την άρπα της το ντουέτο τους,
να το ακούσουν όλοι.
Κι εκείνος, κάνει μόνος μπάνιο, πίνει ποτό μοναδικό,
νυστάζει, και γέρνει μόνος στα σεντόνια.

Με κλειδωμένη την πόρτα, και τα παράθυρα κλειστά,
μην ακουστεί η μουσική της.