Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Απόψυξη


"Οι πιο ευτυχισμένες μέρες είναι εκείνες που δεν προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις τη δυστυχία σου". Έτσι της είχε πει κάποτε ενας περαστικός που πουλούσε κουλούρια. Κι αυτή πήρε ένα με σουσάμι, το έσφιξε γερά, άφησε ένα κέρμα, έφυγε και δεν απάντησε. Και ήταν όντως ευτυχισμένη γιατί δεν είχε προλάβει να επεξεργαστεί αυτή τη φράση.
Κάθε μέρα ήταν χαμένη μέσα σε βιβλία, και κάθε βράδυ έβγαινε και μεθούσε. Κανένα διάλειμμα σε αυτή τη ρουτίνα. Κανένα σημάδι αυθόρμητης ζωής, έξω απο το πρόγραμμα το καθημερινό. Μέχρι εκείνη τη μέρα. Καθισμένη στο συντριβάνι, παρέα με το κουλούρι. Μια γνωστή φυσιογνωμία την πλησίασε. Πόσο γνωστή, πόσο παλιά, πόσο αισθαντικά διφορούμενη μέσα της.
Είναι εκείνοι βέβαια που σου αφήνουν σημάδι. Αυτοί που έχουν την τάση να κινούνται στα δύο άκρα. Της έλλειψης και της υπερβολής. Πάλι αναδρομή στα βιβλία, τι απαίσια τάση.
Όσες φορές όμως κι αν είχε επεξεργαστεί κάτι στο μυαλό της, το είχε δει σαν πιθανότητα, το είχε χωνέψει σαν δυνατότητα, η πραγματικότητα είχε αυτή την υπέροχη τάση να σου αναιρεί ότι κι αν έχεις φτιάξει με το κεφάλι σου. Την πλησίασε. Διστακτικά στην αρχή, μετά φιλικά, τελικά εξομολογητικά.
Ποιό το νόημα όλων αυτών; Και ποιόν χρειάζομαι;
Του χάρισε το κουλούρι μαζί με το λόγο του πλανόδιου μικροπωλητή και έφυγε χαμογελώντας.
Ποιός ο λόγος της απόψυξης του παρελθόντος αν ξέρεις ότι θα σαπίσει αν δεν καταναλωθεί αμέσως;
Άφησε το τουλάχιστον στο πάγο, να ξέρεις ότι έχεις απόθεμα σε ώρες πείνας.
Κι ας μην πεινάσεις ποτέ.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Να λατρεύεις. Είναι απαίτηση


Δεν ξέρω κατα πόσο η λατρεία προς ένα πρόσωπο είναι ανάγκη ή τύχη. Κατά πόσο είναι εθελούσια ή επηρεάζεται απο κανόνες. Αλλά και πάλι ποιός φτιάχνει τους κανόνες αν όχι εμείς; Η λατρεία μου προς τον κίνδυνο είναι σαφώς εθελούσια. Και σχεδόν μηχανική. Σαν τον τρόπο που ανάβεις το επόμενο τσιγάρο, μετά το προηγούμενο, ή τον τρόπο που πλέκεις τα μαλλιά με τα δάχτυλα. Ή ανοιγοκλείνεις τα βλέφαρα. Ή τα κλείνεις. Ή τα στρέφεις προς ενα πρόσωπο. Καταδικασμένη σε μια αιώνια λατρεία. Που κρατάει και υπάρχει απο τότε που οι κηφήνες άρχισαν να λατρεύουν τη βασίλισσα στο μελλίσι. Γιατί ήταν μοναδική και ξεχώριζε. Γιατί τα χρώματα της ήταν εντυπωσιακά. Τη λάτρευαν για την αίγλη και την δόξα. Μια δόξα πράσινη πορτοκαλί. Θυμάμαι ακόμα το κεντρί που είχε καρφωθεί στο χέρι μου. Λίγο μετά η μέλισσα ξεψύχησε παραδίπλα. Την πάτησα με μίσος που θύμιζε ηδονή. Ήταν μια πατημένη βασίλισσα. Μετά, θυμάμαι που μου είπες πως δεν υπάρχουν βασίλισσες. Κατέβασα τα σύννεφα να σου αποδείξω πως μετά το τσίμπημα έγινα κι εγώ μία. Και εσύ τεμπέλιαζες σαν τον κηφήνα και με αγνόησες. Δεν είδες ούτε ένα απο τα απίθανα χρώματα μου. Ξέρεις, μάλλον έπρεπε να γίνω πεταλούδα για να με λατρέψεις.