Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Στην καμπίνα της Ιπποδάμου

Αυτή η μέρα ξημερώνει με τον ίδιο ήλιο, μόνο που μου φαίνεται λίγο πιο φωτεινός. Μόνο λιγάκι.
Και ανοίγω και τα μάτια μετά απο δεκατρείς ώρες σε λήθαργο.
Μπέρδεψα τον ύπνο με το θάνατο.
Ανενόχλητη σήμερα, και απερίσπατη.
Ευτυχώς.

Ο Παύλος με καλημερίζει, και κάνει και παράπονο που δεν πήγα νωρίς να πιούμε τον καφέ μας.
Ας τον πιούμε αλλού, δεν χανόμαστε, του απαντάω.
Και εκείνος θα αδειάσει το 617.
Μοναχικός όπως ήρθε.
Δυστυχώς.



Μέσα στην τρέλα μου και την τρεχάλα μου,
σε ξέχασα, μικρή μου λαχτάρα.
Μα δεν σε έσβησα. Μη θαρρείς.
Και δε με νοιάζει που όταν σε ρώτησα:
"Θα σε πείραζε να σε ερωτευθώ;"
μου κούνησες αρνητικά το κεφάλι.

Κάτι ερωτήσεις που κάνω κι εγώ, καιρούς
με καιρούς. Και απορώ.
Σε μέρες που οι αυθεντικοί άνθρωποι
φεύγουν για ψηλά. Τι κάνω εγώ;
Που ψάχνω για διαμάντια στα σκουπίδια;
Μια ρακοσυλλέκτρια παριστάνω.
Μια πεταμένη της ζωής μου.

Σε σκέφτομαι συχνά,
τόσο συχνά που με ανησυχώ.
Και τα βράδια συνεχίζω να μην κοιμάμαι.
Μήπως έρθεις και θέλεις να με φιλήσεις πάλι.
Υγρά.
Μα εσύ μεταμφιέζεσαι.

"Πέτα τα πέπλα ρε πουλάκι μου! Λυτρώσου! Καλύτερα "λουλού στο σύρμα", παρά μίζερος και καταπιεσμένος. Ευτυχής όποιος γεύεται την κάθε επιθυμία του..."
όπως πολύ σωστά ξεστόμισε και μια τσίφτισσα,
μπριόζα και αυθεντική, της περασμένης -πια- εποχής.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Πόσα χαμόγελα σε μια Κυριακή;


Πάντοτε στη ζωή μου είχα την εξαιρετική δυνατότητα να αλλάζω κεφάλαια με ενα κλίκ. Όσο απότομα γυρνάς τις σελίδες ενος βιβλίου για το επόμενο κεφάλαιο, ξέρεις το πιο συνταρακτικό. Και δεν μου αρέσει να κολλάω σε ένα!

Όχι, όσο δυσκατανόητο κι αν είναι, εγώ ξεφυλλίζω.

Κυριακή στην Αρεοπαγίτου. Τίγκα στους τουρίστες. Το να έχεις φίλους που αργούν, σου δίνει τη μοναδική στιγμή μέσα στο εικοσιτετράωρο, να μπορείς να απολαύσεις παπούτσια, πόδια, κεφάλια, γυαλιά ηλίου, ζευγαρωμένα δάχτυλα, ανενόχλητη και απερίσπαστη.
Σχεδόν απερίσπαστη. "May I have a picture of you?" Ο νεαρός τουρίστας, που σε έχει περάσει προφανώς για αξιοθέατο, κάτι σαν την Ακρόπολη ενα πράγμα σου ζητάει μια πίκτσουρ. Κι εσύ, ντίβα σκέτη, ποζάρεις στο φακό με το γυαλί ηλίου και το νάζι το ελληνικό.
Σου φιλάει το χέρι φέυγοντας... Άντρες, και μάλιστα ξανθοί, κρύοι.


Ενα χωριό ολόκληρο στο μουσείο, το τεράστιο οικοδόμημα ανάμεσα στα νεοκλασικά γειτονόπουλα, που το κοιτάζουν σαν γήπεδο, ή κάτι τέτοιο τρομερό και γιγαντιαίο τελος πάντων. Και λίγη καρυδόπιτα με παγωτό στην ταράτσα. Έτσι γιατί σε κούρασαν οι ζωφόροι και οι καρυάτιδες. (Τις λυπάσαι κιόλας τις καρυάτιδες, και που να το πείς; Άδικη μοίρα ακίνητες να υπομένουν το βάρος η μια δίπλα στην άλλη). "Είναι ωραίο αυτό που τρώτε;" δεν ακους. Μα γιατί όλοι έχουν την ελπίδα πως παρακολουθείς τα πάντα γύρω σου; Είσαι στο κόσμο σου δεν το βλέπουν, μέσα στο πιάτο και μέσα στις σκέψεις. Τελικά απαντάς μετά απο δεύτερη ερώτηση του σερβιτόρου "Είναι τόσο ωραίο που συνεπήρε τις αισθήσεις μου και δεν σας άκουσα!" Χαμογελάς. Έτσι θέλουν.

Μα τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου εσύ τους αγαπάς! Σιγά παιδί μου, θα σκάσεις. Χαμογελάς ακόμα, χασκογελάς για την ακρίβεια σαν τα μικρά παιδιά στα νηπιαγωγεία και στις παιδικές χαρές. Ανέμελα. Ανέμελα κι όταν πηγαίνεις στο γνωστό σου το 617. Ανέμελα.
Ο Παύλος βλέπει ποδόσφαιρο και χαμογελάει. Σε ρωτάει πως πέρασες, του λες για την όμορφη μέρα σου με τη λιακάδα στα μαλλιά. Η δικιά σου λιακάδα τον κάνει κι εκείνον να γελάει. "Θα φύγω, θα πάω ταξίδι!" σου λέει. Παρανοικό ακούγεται, κι εσύ ακόμα πιο παρανοική συμφωνείς...

Εκείνος, μέσα στην άγνοια του είναι ευτυχισμένος.
"Και όχι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Μακάριοι οι αισιόδοξοι." λες στη μάνα σου μές στο ασανσέρ.
Αύριο θα πάω να γεμίσω μια μπουκάλα αλφα θετικό.
Έτσι γιατί είμαι αισιόδοξη.
Και μου αρέσουν τα χαμόγελα και οι λιακάδες. Και η Αρεοπαγίτου. Και οι άνθρωποι μου.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ατσαλένια


Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη, πόσοι πρέπει να περάσουν απο πάνω σου στη ζωή σου, για να σε κάνουν αυτό που είσαι. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι σε φτιάχνουν αυτοί ή αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο για πλάσιμο πάνω σε τραπέζια και κρεβάτια, σαν την πλαστελίνη.
Πάνω απο εμένα πάντως έχουν περάσει αρκετοί. Δεκάδες δάσκαλοι με γνώσεις, φίλοι με όρεξη και κέφι, συμμαθητές και συμφοιτητές με παρόμοια όνειρα, και πολλοί ισοπεδωτικοί εραστές. Οι τελευταίοι ειδικά, αν δεχτώ πως είμαι πλαστελίνη, πάντοτε με φτιάχνανε σε κάτι σχέδια παράξενα, σχεδόν άθλια, και με παρατούσαν μέχρι να με παραλάβει κάποιος άλλος που θα δει στο μαλακό άσπρο υλικό εναν κύκνο.

Το πως είμαι στα 22 μου χρόνια, δεν θα μπορούσα ούτε να το φανταστώ, ούτε να το προβλέψω όταν έπαιζα και εγώ με πλαστελίνες. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Μέσα στην ατυχία μου, βεβαίως.
Γιατί έμαθα πολλά με τη ζωή, και με τον θάνατο, και κυρίως με το φόβο του θανάτου. Και μες στις δυσκολίες έμαθα να φεγγοβολώ. Γιατί το νόημα αυτό είναι. Να είσαι λευκός μέσα στο μαύρο. Μόνο έτσι ξεχωρίζεις, ούτε όταν είσαι μαύρος μες στο μάυρο, ούτε λευκός μέσα στο λευκό. Μόνο έτσι σε βλέπουν.
Και εμένα με βλέπουν, αυτοί που χρειάζεται να με δούν, και οι άλλοι.
Μα είναι στιγμές που φοβάμαι πως έχω συμβιβαστεί, πως έχω γίνει ατσαλένια σαν βέργα που είναι αδύνατο να λυγίσει. Μόνο να σπάσει μπορεί. Μεγάλο βάσανο να νιώθεις τα πάντα σε υπερβολή, μεγάλο λάθος και να μη νιώθεις τίποτα. Πρέπει να ελίσσεσαι και να ταλαντεύεσαι.
Φαντάσου μια μεγάλη τραμπάλα. Βάζεις πάντα κάποιον να σε βοηθάει να πηγαίνεις μια πάνω μια κάτω, μόνο με την παρουσια του και το βάρος του.
Και έτσι, μια προσγειώνεσαι για να πάρεις φόρα πατώντας τα πόδια στο χώμα, μια πετάς στους ουρανούς.
Και η μπάρα είναι ατσαλένια, σίγουρο δεν σπάει.
Μόνο όταν χάσεις τον απέναντι, τότε μένεις σταθερά στο έδαφος.
Μέχρι να βρεθεί ο επόμενος...

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Άγνοια κινδύνου

Η σημερινή ημέρα είναι μια αλλόκοτη Παρασκευή. Απο αυτές τις μουτρωμένες, τις μέρες που εγώ τις λέω απλώς φορτίο με μελάνι, στο χαρτί του ημερολογίου. Τίποτα σημαντικό. Μα ούτε και ασήμαντο. Βουβαμάρα, εκτός απο λίγα όνειρα και χαμόγελα σε ενα τραπέζι με 4 καρέκλες. Και τρείς.

Κι εγώ να ανησυχώ για σένα, αλλόκοτο πλάσμα με την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Που δεν σε έχω ερωτευθεί, γιατί δεν κάνει, μα σε τρέμω σαν το ψαράκι το μικρό, που πιάνεται στα δίχτυα μαζί με τις φάλαινες. Και είναι άδικο να ξέρεις, να μην μπορείς να βγεις απο εκεί. Οι τρύπες είναι πολύ μεγάλες για το μέγεθος σου.

Ξέρω πως έχω άγνοια κινδύνου. Και εγώ, και το νεαρό αγόρι στα δεξιά μου. Παύλος. Ψηλός, γυμνασμένος, μελαχρινός. Με πράσινα μάτια και ένα σκουλαρικάκι μικρό στο δεξί του αυτί. Καπνίζει marlboro βαριά, και τρώει τιραμισού. Χαμογελάει συνέχεια. Παντελής άγνοια.

Θέλω να τον αρπάξω απο το χέρι, έστω απο το μανίκι, και να του πω στο αυτί: "Ξέρεις, κινδυνεύεις". Μα δεν αντέχω. Δεν του λέω κουβέντα. Και εκεί πάνω στην έξαρση μου την ευγενική αρχίζω και χαμογελάω κι εγώ. Με παρασύρει για λίγο και ξεχνάω την αλλόκοτη Παρασκευή μου. Βεβαίως ακόμα αλλόκοτη είναι. Ο Παύλος 23 και άνους. Χαμογελαστός άνους! Ένας χαμογελαστός ανόητος στο 617.

Πού ζείς, πού βρίσκεσαι, πού βαδίζεις; Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρώς;
Κινδυνεύεις;
Εγώ να δεις πως κινδυνεύω.






Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Να λες: ουρανός· κι ας μην είναι

Να λές ουρανός.
Να βλασφημάς μα να μην εκνευρίζεσαι.

Να νιώθεις κι ας μη σε νιώθουν.

Να πίνεις κι ας είναι να μεθάς.

Να ξεχνιέσαι μα να μην ξεχνάς.

Να ζείς και
να μην πλήττεις.
Να συμπαθείς μα να μην οικτίρεις.
Να αγαπάς χωρίς να ζητάς.
Να δίνεις κι ας μην παίρνεις.

Να παίρνεις.

Να παίρνεις.

Και να λές ουρανός!

Γιατί αν δεν είναι τώρα, κάποτε θα έρθει πάνω απ το κεφάλι σου.


Να περιμένεις.


Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πράσινα



Πράσινο 1
Το μέλλον μας μοιάζει με αγχωμένο συγγενή έξω απο το χειρουργείο. Ανήσυχο και απαισιόδοξο. Αυτό σκέφτηκα σήμερα, εδώ στο κτίριο το ψηλό, με τους πρασινωπούς τοίχους που ξημεροβραδιάζομαι. Το γιατί είναι πράσινοι δεν το γνωρίζω. Ίσως για να θυμίζουν λίγο τα δέντρα τα ψηλά, τα αειθαλή. Που μένουν πράσινα ακόμα και με τα χιόνια...

Τη λατρεύω αυτή την ησυχία, την απίθανη σιγαλιά του μεσημεριού. Λές και κλείνει ένας διακόπτης, μόλις ο ήλιος φτάνει στο κατακόρυφο, και φροντίζει ώστε να κάνουμε σιωπή. Σιωπή και ήρεμες κινήσεις. Και ησυχία, σαν νεκρική. Μεγάλο θέμα τα νοσοκομεία το μεσημέρι. Μοιάζουν με νεκροταφεία το βράδυ. Μα και πάλι, μήπως δεν είναι και λίγο νεκροταφεία;


Πράσινο 2
Ο εθνικός κήπος σήμερα φορούσε τα καλύτερα του ρούχα. Σαν να ήταν έτοιμος για γιορτή. Τα δέντρα καθόλου ανήσυχα, τα χώματα απαλά, και τα νερά της μικρής λιμνούλας πιο καθαρά απο ποτέ, και πράσινα σαν μελαγχολικά μάτια. Βρήκα και θέση δίπλα στη λιμνούλα! Στο γεφυράκι! Τι τυχερή που είμαι εδώ γυρτή κάτω απο το πεύκο το μοναχικό... Και είχα ξεχάσει πόσο με εμπνέει το χαρτί και το μολύβι!

Δεν ξέρω γιατί γράφω, και όλοι με κοιτάζουν τριγύρω, σαν το παράξενο πουλί. Σαν την αποτυχημένη συγγραφέα που ψάχνει διεξόδους πάνω σε πέτρες και νερά, μέσα στο κέντρο της -γεμάτης βαβούρα- πρωτεύουσας. Ίσως γιατί ξέρω πλεόν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ούτε το σήμερα, ούτε το αύριο. Μόνο το χθες είναι, μα κι αυτό κάποτε ήταν σήμερα και άρα όχι δεδομένο. Μα δεν πενθώ για αυτό! Αλίμονο!

Απλά προσπαθώ να μιλάω, να σας μιλάω αγαπημένοι μου, απο τώρα μέχρι να χαθώ. Και όταν δεν θα υπάρχω, θα σας μιλάω ακόμα, μέσα απο αυτό το μαγικό κομμάτι χαρτί. Που ίσως όταν τελειώσω το φουντάρω τυλιγμένο στα νερά απο το γεφυράκι. Είπαμε, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Ούτε ότι τα φύλλα θα είναι πάντα πράσινα...
Ούτε ότι εγώ θα υπάρχω για να τα δώ να αλλάζουν χρώμα...



Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Δεν

Δεν μπορώ να κρατώ άλλο τον εαυτό μου σφαλερό,
δεν το αντέχω κι είναι κρίμα.


Γύρω και παντού αγάπη. Μικρή και ανούσια. Για να
είμαι πιο ειλικρινής: Πολύ μικρή, και πολύ ανούσια.


Δεν ζήτησα τίποτα ποτέ μου, σαν άλλη Μπλάνς
Ντιμπουά, πάντοτε στηριζόμουν στην καλοσύνη.


Όχι των ξένων απαραίτητα. Άλλωστε και τους ξένους
μου νιώθω να τους αγαπώ.


Κι η μοναξιά, μια πλάνη...
Το κάνουμε όλοι. Όταν το γύρω δεν είναι όμορφο,
ανοίγουμε ενα κουτί και μπαίνουμε μέσα.
Αυτό είναι η μοναξιά. Δική μας θέληση και μόνο.


Μα εμένα δεν θα με βάλει τίποτα κάτω.
Για το κανείς, ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα....


Δε θα λυγίσω και δεν θα σκύψω.
Οι άνθρωποι που γονατίζουν δίνουν την αφορμή
για να τους κλωτσήσουν.


Και έγω έχω μάθει να κλωτσάω. Και να αγαπάω.
Και τα δύο.

(Μα πάντα οι πιο μεγάλες νύχτες,
θα είναι αυτές που κλαίς και δεν σ'ακουν. Ίσως
γιατί έχεις κλειστά πατζούρια και πόρτα)

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Ακόμα βροχή

The fountain soundtrack-Tree of life(κλικ)



Κάθε ήχο σου τον άκουγα, είχα αυτή την δυνατότητα,
και την κραυγή και τη σιωπή σου, τον πιο βαθύ λυγμό σου,
και το ουρλιαχτό σου.
Μιλούσες σχεδόν αθόρυβα τις νύχτες, εκεί στο φώς,
κάτω απο τις λάμπες και τα κεριά που ανάβαμε,
κι εγώ σε άκουγα.
Έμοιαζες με ψαλμό στο ημίφως, έμοιαζες λίγο και με Θεό.
Μα οι Θεοί, καλέ μου δεν προσκυνούν,
περιμένουν τις ικεσίες υπομονετικά,
δεν σκύβουν και δεν λυγίζουν.
Προσπαθούσα να σε φέρω στα αδύναμα χέρια μου,
να ανεβείς μαζί τους και να πετάξεις,
ξέρεις, φτερά ήταν τα χέρια μου πάντα.
Κι ας μην τα έψαξες ποτέ.
Σε θυμάμαι να μεθάς κάτω απο τις κερασίες,
μόνο με ουρανό και φιλιά,
τα χείλη μου πάντοτε δρόσιζαν τη στερεμένη πηγή σου,
και το σώμα μου,
κουνιόταν σαν τα φύλλα και τα κλαδιά,
πάνω απο το κεφάλι μας, το κεφάλι σου.
Να μη σου λείψει τίποτα.
Μέθη και ήττα η αγάπη. Και χάσαμε,
πριν προλάβουμε να νικηθούμε αγάπη μου.
Πρίν προλάβουμε, να αρχίσουμε τη μάχη,
χάσαμε και μείναμε με τα όπλα στο χέρι,
να κοιτάμε τον εχθρό,
να κοιτάμε ο ένας τον άλλο.
Δεν είμαστε δέντρα, για να μείνουμε ακίνητοι,
δεν είμαστε κλαδιά για να κουνιόμαστε με τον αγέρα,
είμαστε δυό πουλιά, αγάπη μου,
που σκίζουν τον αιθέρα,
που ψάχνουν για φωλιά και κρίνα.
Μα ο ουρανός δεν μας αντέχει, δεν αντέχουμε κι εμεις,
είναι ο καιρός κρύος, και βρέχει σταγόνες παγωμένες,
πέφτουν στα καυτά κορμιά μας,
και μουσκεύουν τα φτερά μας, πουλί μου,
και δεν μπορούμε να πετάξουμε,
και δεν μπορούμε να κρυφτούμε.
Ίσως, κάτω απο κάποιο πρεβάζι,
ή στον κορμό ενος μεγάλου πλατάνου, ίσως αγάπη μου,
εκεί να μπορώ να μείνω, εκεί, μονάχη.
Και να κοιτάζω τη βροχή σα δίνη, μπροστά μου,
να δω πότε και αν θα φανείς, να δω μήπως με ξέχασες ή με θυμάσαι.
Και να αποκοιμηθώ δίπλα στο βρεγμένο ξύλο,
για να περιμένω αιώνια,
έναν ύπνο βαθύ, απο αυτούς που κάνουν τα πουλιά
πάνω απο τους μαρμαρένιους τάφους,
απο αυτούς που σε στέλνουν στην αιωνιότητα.
Κι όταν ανοίξω τα μάτια μου αητέ μου,
γιατί με αυτό το πουλί μόνο θα μπορούσες να συγκριθείς,
εσύ θα έχεις έρθει,
να με σκεπάσεις βρεγμένη, με τη φτερούγα σου.
Μα εγώ, με τα ανοιχτά μου μάτια,
δεν θα μπορώ να σε δώ,
δεν θα σε βλέπω,
δεν θα σε αισθάνομαι καν.
Τα ανοιχτά μου μάτια θα είναι το εισητήριο,
για αυτόν τον άλλο κόσμο,
που τόσο λαχταρώ, εδώ μακριά σου,
μα κυρίως, χωριστά σου.
Το τέλος.
Θυμάμαι ακόμα πως γελούν τα βλέφαρα σου,
μέσα στο σκοτάδι, και το φώς των κεριών,
πως ακουμπάς με τα ακροδάχτυλα, τυφλά,
σαν να ψάχνεις για φαντάσματα,
σε θυμάμαι να κλαίς χωρίς δάκρυα,
μα δεν θυμάμαι να γελάς.
Τα ξέχασα τα ανοιχτά σου χείλη,
και τα λακάκια στα μάγουλα σου,
που έμοιαζαν με πηγάδια, άπατα, κι εγώ χανόμουν,
αβοήθητη στα νερά τους.
Και τα θυμάμαι όλα αυτά, είναι αστείο, τώρα,
που βαδίζω κορδωμένη στην αιωνιότητα.
Με ενα σπαθί στο χέρι για τους δράκους,
κι ένα φως στο άλλο, για το δρόμο τον σκοτεινό.
Έλα να με πάρεις,
δεν είναι ό,τι φοβάμαι,
αλλά να καλέ μου, τα χέρια μου είναι γεμάτα,
μα η καρδιά κενή.
Πιάσε την καρδιά μου και προχώρα,
ακούμπησε την, κι εκείνη θα σου πει,
το παρελθόν, το τώρα,
και το δρόμο μας.
Ακόμα βρέχει;
Μάταιη η ικεσία μου.

'Ακου άκου, είμαι εγώ



Μέρες σαν τη σημερινή, αρνούμαι κατηγορηματικά να ξυπνήσω...
Ακούω τα πράγματα γύρω μου, τα αντιλαμβάνομαι να είναι ζωντανά, κι εγώ θέλω να παραμείνω στο μικρό μου θάνατο, τον ύπνο, λες και αν κρατήσω τα μάτια μου κλειστά θα καταφέρω να πεθάνω κιόλας.
Μα δεν βολεύομαι στο μικρό μου το κρεβάτι. Στριφογυρνάω σαν το διάολο, δεν κάνει για ήσυχο ύπνο. Μα να μου πεις και πότε έκανα εγώ ήσυχο ύπνο; Κάποτε, λίγο πριν τα έξι, και λίγο μετά τα δεκαεννιά...
Βόλεμα είναι όλη μας η ζωή κι εγώ είμαι ανήσυχη. Το παρελθόν, ένα βόλεμα, και το παρόν βόλεμα, κι ο έρωτας. Σύμβαση με νόμους και κανόνες. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Ή αν προτιμάτε μισό και μισό κάνουν ένα. Μαθηματικά.
Μα εγώ με τις πράξεις δεν ήμουν ποτέ καλή. Μου πήρε χρόνια να μάθω την προπαίδεια. Και έτσι έμαθα να μην ακολουθώ τα δάχτυλα, αλλά τη γλώσσα μου, και συνεπώς την καρδιά μου.
Η ανταμειβή μου δεν είναι το μέλλον. Είναι το παρόν. Όχι οι στιγμές που παρακαλάω να πεθάνω, οι άλλες. Οι τωρινές, οι χαμογελαστές. Και αυτές που δίνω...Δίνω...
Κι ας μην παίρνω. Η αγάπη πρέπει να είναι ανέξοδη, και ανιδιοτελής. Το να αγαπάς αυτόν που σε αγαπάει το κάνουν ακόμα και οι φοροεισπράκτορες. Κι εγώ πάντα ήθελα να ξεχωρίζω... Κι ας γυρνάω με τη μαθηματική ακρίβεια που τόσο απεχθάνομαι στο μηδέν. Δεν πειράζει. Μου δίνει το έναυσμα να φτάσω στο εκατό. Και θα φτάσω, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Έχω δρόμο, και δυνατά πόδια.
Ευχή και κατάρα η αγάπη μαζί.
Τα άνοιξα τα μάτια μου. Σηκώθηκα και απο το άβολο κρεβάτι. Τώρα θέλω μόνο να μπορώ να δώσω για να ζήσω (για να ξεγελάσω τον εαυτό μου να ζήσει).
Κι αν δεν θέλεις να πάρεις, απλά κλείσε την παλάμη σου. Εγώ θα σε κλείσω σε μια στιγμούλα μικρή όσο το παρόν σου το κενό. Και θα σε κρατήσω εκεί, κλεισμένο,
χωρίς ανάσα, ουρανό, κι αγάπη... Μέχρι να αποφασίσεις να παλέψεις για να βγείς.
Καλημέρα , δηλαδή Καληνύχτα

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Βρε παιδί μου αμάν

Βασικά δεν είμαι αισιόδοξη...Μα δεν με λές και απαισιόδοξη... Κάτι ανάμεσα τους. Όπως ανάμεσα σε όλα είμαι σε όλη μου τη ζωή. Στο "θέλω" και "δεν θέλω". Στο "πρέπει" και "δεν πρέπει". Στο μαύρο και στο άσπρο. Στο γκρί.

Και ταλαντεύομαι. Πότε προς το ένα άκρο, πότε προς το άλλο, φλερτάρωντας ανάλογα τις καταστάσεις με νου και με σώμα. Κυρίως με σώμα. Με το σώμα μου έμαθα να τα κάνω όλα. Ακόμα και αυτά που νιώθω. Με το σώμα...





Οι δύο άκρες είναι παράξενες. 'Εχουν απο εναν μαγνήτη δυνατό. Ο μαγνήτης του μαύρου μοιάζει λίγο και με δίνη. Αν φτάσεις κοντά στον πόλο του σε ρουφάει τόσο δυνατά. Και είναι δύσκολο να ξεφύγεις. Πρέπει να παλέψεις. Και ο μόνος τρόπος είναι να μοιάσεις στον άλλο πόλο. Τον λευκό. Και συνεπώς να τον απωθήσεις...


Η αισιοδοξία κρύβει άλλες παγίδες. Σε ντύνει με ένα πέπλο. Σε γεμίζει θαυμαστικά και γέλια σπαστικά και αυθόρμητα. Και σιγουριά. Πως θα κατακτήσεις όλο το μαύρο κόσμο. Σε στέλνει δηλαδή στην ουτοπία. Κι αυτή είναι ωραία... Συναρπαστική και απίθανη πάντα.


Μα τα όνειρα...

Δεν έχουν μάθει να επιβιώνουν τη μέρα. Ούτε τις ώρες εκείνες που προσκολλημένος στον μαύρο πόλο της αισιοδοξίας με το -απ- στερητικό, βουλιάζεις. Τα όνειρα κρατούν λίγες μονάχα στιγμές, τη νύχτα, εκεί λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου, και λίγο μετά.

Έτσι είναι. Με ρούφηξε πάλι η δίνη η ακαταμάχητη.
Χρειάζομαι ενα χέρι ξέρεις, όχι απαραίτητα δυνατό. Απλά ενα χέρι λευκό και γκρίζο.

Μου δίνεις το δικό σου;

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Καλή τύχη (ή αλλιώς ευ-τυχία)


Η Αθήνα. Η ομορφιά της στο νου μου συγκρίνεται μόνο με την απεραντοσύνη της. Και τις δυνατότητες της. Ατέλειωτη δηλαδή.
Το πρωί αρχίζει μαύρο. Στους ασφυκτικά γεμάτους διαδρόμους του νοσοκομείου, άνθρωποί περιφέρονται χωρίς σκοπό. Ασθενείς και οδοιπόροι. Μόνο αν στρέψεις το βλέμμα έξω απο το παράθυρο βλέπεις λίγο λευκό ουρανό. Μην κάνεις το λάθος όμως και κοιτάξεις κάτω. Απο τον όγδοο όροφο του κτιρίου με τους πράσινους τοίχους το έδαφος μοιάζει σαγηνευτικό. "Μπές μέσα θα πέσεις" μια γνώριμη αγαπημένη φωνή σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Αυτή που αρνείσαι γιατί είναι μαύρη. Κι όμως ο ουρανός είναι λευκός...
Το μεσημέρι τα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο. Εσύ κάθεσαι ανάσκελα στο κρεβάτι στη γνωστή σου θέση. Να κοιτάς το ταβάνι περιμένοντας να σου μιλήσει. Με τις ώρες. Με τα πόδια ψηλά ακουμπησμένα στον τοίχο, κάνοντας πως διαβάζεις. Και στο μυαλό σου γυρνάνε ευτυχισμένες στιγμές. Μόνο στιγμές και βλέμματα. Ψεύτικα κατα βάση. Τα σύνεφα έγιναν τώρα πολλά. Μια παρέα. Τα ζηλεύεις που δεν είναι μόνα τους, και χαίρεσαι, χαμογελάς σαν τα κοιτάς. Αναζητάς και εσύ το δικό σου σύννεφο για παρέα. Πίνετε γλυκά ποτά και χαμογελάτε αραδιάζοντας όνειρα σε ενα τραπέζι. Και μετά φεύγεις σα μοναχική νεφέλη που σέρνει την καταιγίδα...
Με ενα τσιγάρο ελαφρύ και λεπτό στο χέρι, και μουσική κατευθειαν στα αυτιά. Για να φτιάχνεις το δικό σου κόσμο μέσα στο κόσμο των άλλων. Αυτοί τρέχουν. Εσύ όχι. Αυτοί κλαίνε. Εσύ όχι.
Χαμογελάς κι άλλο και κάποιοι περαστικοί στο ανταποδίδουν. Άλλοι σε παίρνουν απο πίσω στριφογυρνώντας τις γλώσσες τους. Αυτούς τους προσπερνάς με το χαμόγελο πάντα στα χείλη. Νιώθεις μια ανάταση. Έτοιμη να κατακτήσεις τον κόσμο. Ακόμα κι αυτούς που σε βγάζουν απ τον δικό τους...
Δύναμη. Και ευτυχία. Στα πιο μικρά πράγματα. Στο πώς προπαθείς να τεντώσεις το σκοινί στο μπαλκόνι για να απλώσεις τα ρούχα. Στο σούπερ μάρκετ και το μπακάλικο. Στο τσιγάρο που δεν σβήνει με τη μια και θέλει να το πατήσεις. Στη μαμά που μαλώνει το παιδί της στο δρόμο. Στον άγνωστο που σου χαμογελάει στο τρόλει. Και στο μοναχικό σου κρεβάτι και παλτό. Τα μπέζ.
Η νύχτα είναι εδώ. Στο χαμόγελο σου που πάει να βγεί απο το στόμα σου και στα σ'αγαπώ που λές απλόχερα σε φίλους και γνωστούς. Ευτυχία το λένε. Εχεις καταφέρει να νιώθεις μια λευκή νύχτα μετά απο τη μάυρη μέρα.
Και τα σύννεφα στον ουρανό μαζέυτηκαν τώρα πολλά. Και είναι έτοιμα για συναυλία. Ακους την πρώτη δυνατή νότα. Γεμίζεις τη λευκή νύχτα με λευκό κρασί στο ποτήρι, και νότες μαζί με τις νότες των νεφελών που κάνουν μαζί μια παράφωνη συναυλία. Κλείνεις και τα μάτια σου και συνεπώς τα αυτιά σου.
Άλλωστε το πρωί πάλι μαύρο θα ξημερώσει...
Και με τον ήλιο να χει διαλύσει την "μουσική" παρέα.
Κόλαση ευτυχίας μέχρι την άλλη νύχτα...

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η ψυχή στα αυτιά μου


Υπάρχουν μάχες που κερδίζονται. Υπάρχουν και άλλες που χάνονται. Και στις δύο περιπτώσεις το μόνο δεδομένο είναι ο αγώνας. Βέβαια εξαρτάται και με τι όπλα αγωνίζεσαι, και κυρίως για ποιό λόγο. Οι λόγοι μπορεί να διαφέρουν. Να είναι ιδανικά, να είναι λεφτά, να είναι ο έρωτας. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση είναι δεδομένο το Βατερλό. Εντάξει, όχι πάντα. Άλλωστε η εξαίρεση είναι για να επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Σήμερα φόρεσα ξανά στα αυτιά μου τα παλιά σκουλαρίκια της γιαγιάς μου. Αυτό έχω απο εκείνη, η ύλη της έχει περάσει στην αιωνιότητα εδώ και επτά χρόνια. Μα η ψυχή της είναι εκει, σε αυτά τα λευκά σκουλαρίκια με τα κλίπς που φυλάω ως κόρη οφθαλμού. Όχι πως φοβάμαι ότι αν τα χάσω θα χαθεί και η ψυχή της, αλλά να, αυτή η ανάμνηση είναι τόσο έντονη μέσα απο αυτό το μικρό αντικείμενο. Τα φόρεσα και κοίταξα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Ήταν χαμογελαστό. Για την ακρίβεια προσπαθούσε. Οι καθρέφτες κρύβαν πάντοτε ψυχές, το πιστεύω αυτό, κρύβουν εαυτούς.
Πήρα ενα μεγάλο ποτήρι και το γέμισα με ποτό. Δεν θυμάμαι τι ποτό ήταν, δεν θυμάμαι καν αν ήταν ένα είδος. Όταν η ψυχή μου βγαίνει απο το σώμα και μπαίνει σε καθρέφτες το μόνο που θέλω να κάνω είναι να ζαλίσω το σώμα μου, να μην θυμάται και να μη με θυμάται. Τραγούδια, ποίηση, λέξεις και Θλίψη.
Και βγάζω τα σκουλαρίκια απο τα αυτία μου με μια απότομη κίνηση για να τα πετάξω πάνω σε ένα βουβό στρώμα. Και χάνω κάθε επαφή, κενή. Με την ψυχή στον καθρέφτη και το σώμα ζαλισμένο. Κλείνω και τα μάτια μου. Όχι για να κοιμηθώ, έτσι, για να πώ πως ξεχάστηκα...
Όταν τα ξανανοίγω είμαι ολόκληρη μέσα στον καθρέφτη. Και βρίσκομαι σε μια μάχη που ούτε φανταζόμουν. Παλεύω όχι πια για έρωτα για ιδανικά.Τώρα παλεύω με το παρελθόν. Με τα φαντάσματα του που έχουν ανοίξει τις ντουλάπες και τρέχουν κατά πάνω μου με όπλα τρομερά. Και εγώ δεν έχω τίποτα και κανένα. Έχω βγάλει και τα σκουλαρίκια μου και είμαι αδύναμη. Κανένας δεσμός. Μα παλεύω με τα χέρια και με τη μόνη μου κληρονομιά. Την ανέξοδη αγάπη. Όπλα μηδαμινά κι αδύναμα.
Και εγώ με μια σιγουριά πως θέλω να παλέψω μέχρι να σπάσει ο καθρέφτης, μέχρι να υπάρξει νικητής.
Εμμονή το λένε, ή αλλιώς ψύχωση.
Κάποιοι το λένε και έρωτα, μα κι αυτό μια λέξη για την συγκαλυμένη εμμονή είναι. Δεν είναι;

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Όχι ακόμα


Έχω κατεβάσει ένα μικρό παπλωματάκι. Ξέμεινε απο τις μέρες που έξω έκανε κρύο και χρειαζόσουν ζακέτα για να ανεχθείς να μείνεις ακίνητος. Αλλιώς στριφογυρνούσες στις στάσεις των λεωφορείων σαν το παιδί που του ταξαν και ανυπομονεί. Αυτό το πάπλωμα τώρα με ζεσταίνει. Μα αρνούμαι να το ξανανεβάσω στην ψηλή ντουλάπα, σκεπάζομαι ολόκληρη τις νύχτες και βράζω ξυπνώντας ιδρωμένη. Ακούσια συνήθεια σαν πολλές άλλες. Δεν μπορεί. Κάποτε θα ξανακάνει κρύο, σκέφτομαι και υπομένω τη βράση με ένα τρόπο αλλοπαρμένο. Φαντασιόπληκτη και φαντασμένη ήμουν πάντα όμως. Και φύσει ιδιότροπη.

Τα πρωινά ξυπνάω μες στον ιδρώτα, απο τα όνειρα μου και τρέχω σε καθρέφτες. Λες και εκείνοι θα αναιρέσουν την ασχήμια που έχω μέσα μου με μια όμορφη εικόνα. Κοιτάζομαι πάντοτε φευγαλέα. Άλλη ακούσια συνήθεια. Ίσα να δω πως υπάρχω και εξαφανίζομαι. Και ύστερα περπατώ σαν φάντασμα στο σπίτι. Στα μέρη που με ξέρουν και τα ξέρω. Κάποιες φορές και λίγο στο μπαλκόνι, φευγαλέα και εκεί, φοβάμαι μη συναντήσω κάποιο χαμόγελο. Τα τρέμω τα χαμόγελα, με θλίβουν ακόμα περισσότερο.


Σήμερα σκεφτόμουν τα όνειρα μου. Πολύ μεγάλη βλακεία. Τα όνειρα πρέπει να τα ακολουθείς και όχι να τα σκέφτεσαι. Έφτασα στο σημείο να τα αναθεωρώ όλα, για να χτίσω άλλα απο την αρχή, μα αλήθεια είναι τόσο έυκολο; Πηγαίνω συχνά στα μέρη του νου μου που με τρομάζουν. Μα πάντοτε εκεί είμαι μόνη. Δεν τα βλέπει κανένας άλλος. Κι αν τα δει, πρέπει να τον σκοτώσω. Και όχι δεν είναι σχήμα λόγου. Όποιος κοιτάξει κάτι άλλο πέρα απο την εικόνα μου πρέπει να πεθάνει. Όποιος δει το σχήμα του κορμιού μου εκείνα τα πρωινά που κοιτάζομαι φευγαλέα σε καθρέφτες δεν πρέπει να ζει μαζί μου. Το αρνούμαι αυτό γιατί είμαι βατή.

Μια φαντασμένη βατή. Που χει άλλο εαυτό όταν ντύνεται, κι άλλο όταν κυκλοφορεί σα φάντασμα στα γνωριμά της μονοπάτια με τις πιτζάμες και τα νυχτικά. Ξέρεις, συνήθως αποφεύγω να φοράω ρούχα. Είναι ο τρόπος μου για να νιώθω απόλυτα ελεύθερη όταν είμαι με τον εαυτό μου. Άλλωστε αυτός με ξέρει πολύ καλά. Μα μήπως κι εκείνος πρέπει να πεθάνει; Δεν είμαι τόσο δυνατή για κάτι τέτοιο.
Και στήνω τα όνειρα απο την αρχή.

Ονειρεύομαι μια μοναξιά, παρόμοια με τη δική μου, που να μη μοιάζει σε τίποτα με εμένα, και δεν θα την σκοτώσω το ορκίζομαι. Να αγαπήσω θέλω εαυτέ μου, όπως αγαπώ εσένα χωρίς όρια και χωρίς τέλος. Με το "ποτέ" στο "πάντα". Μπορώ;

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Σκίρτημα θανάτου



Αρνούμαι αυτό το όργανο που λέγεται καρδιά σαν οτιδήποτε άλλο εκτος απο ένα συνεχή διακομιστή αίματος. Με δύο κοιλίες ανόμοιες και τους πιο δυνατούς μύες. Τέλειο απο όλες τις απόψεις, δεν θα πω ότι αμφιβάλλω... Καταδικασμένο να χτυπάει σε μια ρουτίνα ρυθμού συγκεκριμένου που μοιάζει με ρολόι. Χτύποι ατελείωτοι και μονότονα τραγικοί. Το μαρτύριο του μυοκαρδίου.
Και όλοι μας έχουμε καρδιά. Ναι, αλίμονο.
Εκτός απο μερικούς.
Εκείνοι επιβιώνουν χωρίς αυτό το μαρτύριο του συνεχούς χτύπου. Τον έχουν αποτάξει και είναι ελεύθεροι. Ζουν μακριά απο το αίμα τους και τον εαυτό τους. Ζούν σε φόντο βουβό χωρίς κανένα χτύπο. Εκείνοι είμαι εγώ. Δική τους. Και ζω ελεύθερη. Δεσμευμένη όχι σε ενα ατέλειωτο χτύπο, μα σε μια ανείπωτη σιωπή και παύση.
Ησυχία.
Μη με ακούσουν.
Μη τους ακούσω.
Νομίζω πως πεθαίνω τώρα. Γιατί κάτι κινείται μες στο στήθος μου σαν τρελό.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ανθελληνικόν


Προφανώς, ο Τσικληρόπουλος δεν με έχει γνωρίσει ποτέ.
Επίσης προφανές, ούτε κι εγώ.
Ας ήμουν η μοναδική Ελένη και θα τα δεχόμουν. Όλα. Ακόμα και το πόσο πολύ μοιάζω με εκείνη την Ελένη, την επικυρηγμένη ντε.
Κάνω ένα λάθος κι εγώ καθημερινά (δεν θα έπρεπε λόγω της ιδιότητας μου, αλλά επίσης λόγω της ιδιότητας μου επιβάλλεται, απο κάποιον, κάπου). Παίρνω το μακρόστενο χειριστήριο στο χέρι και κάνω κλίκ. Ίσως για να ξεφύγω λίγο απο την μαυρίλα, την αληθινή. Για αυτό άλλωστε επιζητούμε το ψεύτικο που και που. Ακόμα κι αν ξέρουμε ότι παραείναι ψεύτικο. Όπως με τις ταινίες που βλέπουμε στο σινεμά, και πιστεύουμε φεύγοντας πως θα μας σταματήσει στο δρόμο ο γόης Marlon Brando, ο οποίος θα μας έχει παρεπιπτόντως ερωτευθεί σφόδρα (μόνο και μόνο απο το περπάτημα) και θα καταλήξουμε ευτυχισμένοι σε κάποιο σπίτι στο λιβάδι με 3 κουτσούβελα παραμάσχαλα. Παροδική ψευδαίσθηση.
Σαν την τηλεόραση σε προεκλογική περίοδο ενα πράγμα. Και το "σαν" δεν είναι καθόλου σχήμα λόγου, απλή παρΟΜΟΙΩΣΗ.
Απο το πρωί, και μιλάμε για πολύ πρωί, πριν καν περάσει ο γαλατάς απο τα πιο απομακρυσμένα χωριουδάκια και σηκωθεί η γιαγιά για τον τραχανά, τα κανάλια τιγκάρουν απο γραβάτες. Ενίοτε και απο καλσονάκια (το κραγιόν πάντοτε επιβάλεται στο μασκάρεμα).
Και μετά αρχίζει ο κινηματογράφος με διάφορες προβολές και σενάρια. Ενδεικτικά:
Κομεντί: "Είμαι ερωτευμένος με την παράταξή μου, πιστεύω πως ο δεσμός μας έχει πολύ μέλλον ακόμα"
Περιπέτεια: "Περάσαμε τόσα χρόνια σκληρού αγώνα, για το δίκιο του κάθε εργαζόμενου, τρέξαμε σε πλατείες, δάση, στις πιο απομακρυσμένες περιοχές για τον απλό πολίτη"
Κωμωδία: "Πιστεύω στην αυτοδυναμία της παράταξης"
Επιστημονική φαντασία: "Αύξηση μισθών"
Δράμα: "Μια μέρα άργησα σε μια ομιλία μου, γιατί βρήκα στο δρόμο ενα πληγωμένο σκυλί, δεν μπορούσα να το αφήσω εκεί!"
Αληθινές ιστορίες: "Αναλαμβάνω όλη την πολιτική ευθύνη, άλλωστε αυτό κάνω όλα αυτά τα χρόνια ΜΟΝΟΣ μου".
Και ενδιάμεσα απο όλα τα κομφόρ του σινεμά. Πασατέμπο στους πολίτες για το διάλειμμα. Ε και τα αυτόγραφα (και ενίοτε και τα φιλάκια) στα καμαρίνια πριν και μετά επιβάλλονται.
Και δεν λέω. Πάντοτε ήμουν λάτρης του καλού κινηματογράφου, καθόμουν με τις ώρες στη θέση μου και παρακολουθούσα χωρίς άχνα. Το cult και το trash όμως ποτέ μου δεν το άντεξα. Μου φέρνει εμετό. Είναι σαν να πηγαίνεις στο σινεμά για να δεις το "Πρόγευμα στο Τίφανις" και πέφτεις πάνω στο "Σπιρτόκουτο". (Οποιαδήποτε σύγκριση με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική).
Και οι πρωταγωνιστές. Απίστευτα δραματικοί, ακόμα και στις κωμωδίες. Όχι ατάλαντοι, μην παρεξηγηθούμε! Το καλό όμως για εμας που είμαστε απο έξω, θα είναι να μοιράζουν πρόγραμμα σε στάντ έξω απο το σινεμά της Βουλής για να ενημερωνόμαστε για το "τι Παίζει".
Δεν επιζητώ τίποτα, γιατί μου μάθανε έτσι. Απλά ανησυχώ. Για όλα. Βασικά για όλα αυτά που αλλάζουν. Για το πορτοφόλι μου και τα ιδανικά μου. Και τέλος πάντων, για να πω την αλήθεια, ποτέ μου δεν γούσταρα να ζω σε κόσμο που φτιάξαν άλλοι, μου αρέσει να ζω στον δικό μου, που είναι απόλυτα κλειστός και ιδιωτικός. Που τον έφτιαξα με τα δικά μου τούβλα και τη λάσπη. Κυρίως τη λάσπη.
Το γεύμα των εκλογών σερβίρεται ζεστό. Και έχουμε και λέμε. Έχει παστίτσιο, μακαρόνια με κιμά, κοτόπουλο με πατάτες και αυγά μάτια. Εμένα πάντως η όρεξη μου τραβάει κοκκινιστό! Τι; Δεν έχετε; Καλύτερα νηστική τότε. Συνήθισα.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Μια τελευταία παράκληση

Ω Θεέ μου...(Αλήθεια υπάρχεις;)
(Επίσης: αλήθεια με ακους; Ή είναι όλα μια ανούσια ικεσία; Απο αυτές που κάνουν οι απελπισμένοι;)
Πότε θα πάψουν να είναι όλα έτσι, πότε θα σταματήσει να ραγίζει καθημερινά η καρδιά μου δισεκατομύρια κομμάτια, και πριν προλάβω να τα μαζέψω να ξανασκορπάνε;
Με πλημμυρίζει αυτός ο ανείπωτος πόνος, που δεν ξεχνιέται με δάκρυα, που σε ηλεκτρίζει μόνο με ένα βλέμμα. Και τι να πεις; Τον βλέπεις μπροστά σου, γύρω σου και τι να πεις Θεέ μου; (Τώρα θέλω πραγματικά να πιστέψω πως υπάρχεις, θέλω μόνο το ανούσιο παρακάλι μου να μπορεί να απευθύνεται σε ενα πρόσωπο)
Μα δεν είναι όλα ψυχώσεις και εμμονές. Είναι λευκό. Και λιβάνι. Και ψαλμοί. Τίποτα.
Και μια φωτογραφία ακουμπησμένη έξω απο το ιερό με το τεράστιο χαμόγελο. Το ατέλειωτο και το ανεκπλήρωτο. Και δίπλα μου ακριβώς ο πόνος. Πώς να μη σε διαπεράσει Θεέ μου; Που έχτισες το κάστρο σου για τόσους κι όμως αφήνεις τους καλούς απο έξω. Και ενα πλάκωμα βαρύ. Προσπαθώ να αναπνεύσω και δεν μου φτάνει ο αέρας που έπλασες. Προσπαθώ να δώ κι ο λαμπερός σου ήλιος με τυφλώνει. Τα πάντα εν σοφία εποίησες... Κι έμεινα να τα κοιτάζω ενδεής.
Χωρίς να μπορώ να ζήσω, Θεέ μου. Μου έχεις κόψει όλα μου τα φτερά, γιατί παλιότερα πετούσα. Και μάλιστα τόσο ψηλά που με ζηλεύαν όλοι. Και τώρα έχω γίνει ενα περιστέρι πάνω στα κυπαρρίσια, ένα φάντασμα.
Για αυτό το άσπρο μαρμάρινο παραλληλόγραμο με το μεγάλο χαμόγελο.
Τα δέντρα που φύτεψαν με περισσή φροντίδα στο πλάι.
Τα χαμηλωμένα δάκρυα και τα βλέμματα.
Και το παράπονο μαζί με το ζεστό χέρι της μαμάς "Μου λείπει, κορίτσια"

Είναι το τελευταίο γράμμα μου Θεέ μου. Υπάρχεις και δεν ξαναμιλώ. Ανοίγω τα φτερά μου και πετάω. Για δες με. Χρυσά φτερά ψηλά στο φώς, κι εγώ κέρινη.

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Τα άσχημα γνωρίσματα του γραφέα

Γράφω. Είναι η εσωτερική μου ανάγκη να νικάω όλα τα ξένα γύρω μου. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Γιατί ο έξω κόσμος όλο αλλάζει και δεν μπορώ πάντα να τον παρακολουθήσω, μα ευτυχώς για μένα, που το μέσα μένει σταθερό...
Μάθαμε να απομακρυνόμαστε απο το χαρτί, για χάρη ενος κρύου κουτιού, να χάνουμε τη μυρωδιά του μελανιού και να εξασκούμε τα δάχτυλα να πατούν πλήκτρα. Και να κοιτάμε σε μια οθόνη, με χρώματα και προοπτικές απέραντες, μα χρειαζόμαστε μόνο το λίγο. Η αλήθεια είναι πως όλα εκείνα που αλλάζουν μας βάζουν πιο βαθιά μέσα στον εαυτό μας. Στέλνουμε εικονικά λουλούδια, αρνούμενοι τη μυρωδιά της γαζίας στον κήπο, και λέμε τις ευχές μας για υγεία και πολλά χρόνια πατώντας πλήκτρα, ξεχνώντας το φιλί και την αγκαλιά. Και δεν λέω... Καλός ο εαυτός μας, πάντοτε. Χρυσός και ο καλύτερος. Άλλωστε για να μπορείς να γράφεις (έστω πατώντας πλήκτρα) πρέπει να είσαι εγωιστής στα όρια του αυτοκαταστροφικού. Και το πιο σημαντικό...ατέλειωτα δυστυχισμένος. Αλλιώς δεν μπορείς να γράψεις. Θα προσπαθήσεις, να γράψεις για έρωτα, για ωραίες στιγμές, για τα ταξίδια σου. Μα δεν θα έχουν ενδιαφέρον. Δεν θα έχουν το ενδιαφέρον του θανάτου, της απώλειας, και του άδοξου έρωτα. Πεζά.
Άλλωστε τα μεγαλύτερα λόγια, τα πιο βαθιά βγαίνουν απο ανθρώπους μαύρους. Αυτούς που γνωρίζουν τη ζωή όχι μόνο απο την καλή και τη ρόδινη, μα κι απο την άλλη την σκοτεινή την πλευρά. Συγγραφέας δεν μπορεί ποτέ να σημαίνει ευτυχισμένος. Οι ευτυχισμένοι κάνουν έρωτα, τρώνε, χαμογελούν, και ψάχνουν συνεχώς άλλους ανθρώπους. Δεν κάθονται σε στιγμές αυτοκαταστροφής να καπνίζουν και να βάζουν συνεχώς τον εαυτό τους πρωταγωνιστή σε μελόδραμα (συνήθως, ενίοτε σε θρίλερ). Και δεν γίνεται να αγαπάς. Πρέπει να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου, εσυ που γράφεις. Τόσο πολύ που να νιώθεις πως θα εκραγείς απο αυτή την στραμένη στο "εγώ" σου αγάπη. Και κανέναν άλλο.

Κι εγώ... Μια κουκίδα μες στο άπειρο των μεγάλων, που δεν θα γίνω ποτέ μου τρανή, σκυμένη πάνω σε ενα μολύβι κι ενα χαρτί, γιατί, καταραμένη κληρονομιά, μου μάθαν να αγαπάω.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

40 μέρες μαύρη

Χτές σε είδα στον ύπνο μου. Δεν λέω στο όνειρο μου, δεν είμαι σίγουρη αν ήταν όνειρο, θέλω να πιστεύω πως γλίστρησες απο τη λήθη σου, για να ρθεις στο μυαλό μου. Στην καρδιά μου είσαι ουτως ή άλλως, μην αμφιβάλλεις.

Σε είδα μέσα σε ενα άσπρο φόντο (κλισέ το χρώμα για τους αγγέλους). Μα ήσουν κουρασμένη. Έσερνες το πάντα καλοφτιαγμένο σώμα σου, με κινήσεις αργές, μηχανικές, συρτές. Και εγώ δεν σηκώθηκα να σε βοηθήσω.

Πάντοτε αφηνόμουν σε ενα βόλεμα. Για να μη κουραστώ, για να μη κουραστείς. Ήρθες και κάθισες πλάι μου σε ένα κρεβάτι. "Πονάς;" σε ρώτησα. "Θα μου περάσει" μου απάντησες με σιγουριά, και τα μεγάλα σου μάτια άστραψαν.

"Μη το βάζεις κάτω", μου αποκρίθηκες. "Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω" Το έλεγες συνέχεια. Και άρπαζες τα χέρια μου που κρέμονταν απο τους ώμους. Σαν να μην σε πίστευα. Κι όμως, καλή μου.

Εγώ δεν είμαι λευκή. Είμαι μαύρη. Που και που και λίγο κόκκινη. Αλλά στη βάση μου είμαι ενας έρεβος. "Βοήθησε με" σου λέω με λαχτάρα. Να γίνουν το μάυρο μου με το άσπρο σου ένα γκρίζο!

Ζηλεύω την ελευθερία σου. Το άσπρο φόντο σου. Την αιώνια χαραγμένη νέα μορφή σου. Τα λευκά σου ρούχα. Μα όχι την κούραση σου... Που ξέρεις, ίσως σε βρω. Θα σε ψάξω. Θα σε ψάχνω. Μέχρι να γίνω κι εγώ Κόκκινη, Γκρίζα και Λευκή...

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Μικρές ζωές, μεγάλοι θάνατοι

Τα χρόνια της αθωότητας. Έτσι λένε κάποιοι το παρελθόν τους, χωρίς να αναρωτιούνται αν όντως ήταν αθώοι, αν υπήρξαν ποτέ ως αθώοι. Και αν τους ξαναρωτήσεις, θα σου πουν πάλι πως θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό το νεφελώδες. Τι παράνοια! Η επιθυμία μιας ευτυχίας, που θυμούνται αμυδρά, και η παραίτηση απο το τώρα και το σήμερα, απο το ένοχο παρόν. Κι όμως η Νίνα υπήρξε ευτυχισμένη. Κάποτε, εκεί στο παρελθόν. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχει η ευτυχία. Νομίζεις, τότε πάνω στην έξαρση της και τον οργασμό, πως θα παραμείνουν όλα για πάντα έτσι. Και εκείνη ήταν τόσο αθώα, που το είχε πιστέψει πραγματικά. Ίσως ήταν ο τρόπος μιας ανώτερης δύναμης να της πει, πως έπρεπε να ρουφήξει κάθε στιγμή, πριν έρθει το ένοχο μέλλον, να ζήσει με όλες της τις δυνάμεις. Αλλά και πάλι, όταν κοιτούσε γύρω της χαμογελούσε πάντα. Και όλα είχαν πάντοτε τη μορφή της παιδικής της κούκλας που χαμογελούσε, και τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου χαλβά που έψηνε η μητέρα της στο μικρό τηγάνι. Δύο μπουκιές φαί. Για εκείνη και την αδερφή της. Ζούσε κι εκείνη σε αυτό το παρελθόν της αθωότητας, μέσα στον όμορφο κύκλο. Έπαιρναν απο ένα μικρό κουτάλι και καθάριζαν χωρίς ντροπές, ολόκληρο το τηγανάκι. Και η μάνα τους τους φώναζε που ήταν ανυπόμονες. Και εκείνες γελούσαν δυνατά. Μάλωναν για το ποιά μεριά θα έπαιρναν, και έκαιγαν δάχτυλα και γλώσσες στην προσπάθεια τους να αποδείξουν πως μπορούν να πάνε κόντρα στις φωνές της μητέρας. Η αλήθεια είναι πως ήταν πράγματι αθώες! Με κάποιο τρόπο ήταν γραμμένο αυτό να μην αλλάξει ποτέ. Ήταν γραφτό. Και δεν πήγαιναν ποτέ κόντρα σε αυτή τη δύναμη... Ακόμα και αν δεν πίστευαν στο γραμένο, παρα μονάχα στα παιχνίδια με τις κούκλες, τα μικρά κοριτσάκια που είχαν αρματωμένα πάνω στο ράφι του γραφείου τους, και στα ανέμελα παιχνίδια στην ταράτσα του σπιτιού. Τότε, που έπιαναν το λάστιχο και έβρεχαν η μια την άλλη με τις ώρες, χωρίς να χορταίνουν. Τις μεθούσε μια δύναμη αλλιώτικη. Και πάλι η μητέρα τους φώναζε. Η αλήθεια ήταν πως και εκείνη, πρώτα χαμογελούσε και μετά φορούσε τη μάσκα της αυστηρής. Δεν ήθελε να φαίνεται πως αγαπούσε κι εκείνη τα παιχνίδια τους. Γιατί αυτή δεν ήταν αθώα... Και ρουφούσε τις μικρές αυτές στιγμές, τα άδοξα σαχλαμαρίσματα, και τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Και τότε, σαν απο μαγικό, γινόταν κι εκείνη πάλι αθώα. Ως τη στιγμή, που θα έπαιρνε το αυστηρό της ύφος, και θα έλεγε τη συνηθισμένη φράση της "δεν θα μεγαλώσετε ποτέ εσείς" σαν να ήξερε, λες και ήξερε... Όλα όμως έπαιρναν άλλη μορφή τη νύχτα. Τις νύχτες. Όταν εξαντλώντας όλη την αυστηράδα της, πλησίαζε τα κορίτσια, ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους. Και τότε, παράξενη συνήθεια, έβαζε τα δάχτυλα της βαθιά στο πλάι του κρεβατιού και έσπρωχνε απαλά μέσα το πάπλωμα, μέχρι να το φυλακίσει εντελώς εκεί. Να μην κρυώνει, να μην κρυώνουν. Και τις κοιτούσε με τις ώρες. Δεν ήξερε αν την έβλεπαν, μα και να την έβλεπαν δεν την ένοιαζε εκείνη τη μοναδική στιγμή. Ήταν ολόκληρη μέσα στη φούσκα της ευτυχίας. Γιατί φούσκα είναι η ευτυχία. Και μάλιστα εύθραυστη. Σπάει με το παραμικρό και εκρύγνηται. Μπάμ