Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Survivor project


"Κι όμως είμαι ακόμα εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι" όπως λέει και το γνωστό ρόκ άσμα, που μετά το πήρε η Βανδή και το ξεπάστρεψε και έγινε το παγωτό λιωμένο και μάπα. Και επειδή οι διακοπές μου όπως και πέρσι, όπως και στα επόμενα χρόνια απ ότι προβλέπεται, θα περιορίζονται σε τρείς μόλις μέρες -οικονομική κρίση, γαρ- θα σας περιγράψω όσα ζήσαμε στην παραλία της Γκιωνάτης. Δεν την ξέρετε; Ούτε κι εμείς.

Ξεκινήσαμε πρωί της Παρασκευής. Πολύ πρωί. Έτσι γίνεται στις διακοπές για να καταλαβαίνεις ότι ξεκινάς να αλλάξεις παραστάσεις με το μάτι μες στην τσίμπλα. Κι ας είχαμε μόλις μιαμιση ώρα δρόμο. Τελικά κάναμε τέσσερις. Όταν πηγαίνεις διακοπές με πολλά άτομα πρέπει να υπολογίζεις για τον καθένα και μια διαφορετική στάση. Όχι, δεν θέλουν όλοι να πάρουν τσιγάρα απο το ίδιο περίπτερο. Επίσης, όλο και κάποιος θα χει ξεχάσει κάτι πίσω και θα πρέπει να γυρίσεις. Τέλος πάντων. Αφου φορτώσαμε τα αμάξια σαν τα γαιδούρια ξεκινήσαμε για μια άγνωστη παραλία στο πουθενά.

Αφού φτάσαμε στο πιο κοντινό χωριό αρχίσαμε να κοιτάμε τριγύρω μήπως και βλέπαμε την παραλία. Πουθενά παραλία, και επίσης πουθενά ταμπέλα (αθάνατη Ελλαδάρα). Να ναι καλά το google earth που το χα μελετήσει την προηγούμενη πιθαμή προς πιθαμή για να το απομνημονεύσω σα χάρτη, και καταφέραμε να βρούμε ενα χωματόδρομο που μάλλον κάπου πήγαινε. Σε συνδυασμό με τις οδηγίες ενος φίλου φίλων που μιλούσε βλάχικα στο τηλέφωνο και καταλάβαινα τα μισά φτάσαμε σε μια διχάλα με τρεις χωματόδρομους. Τέλεια, τώρα έπρεπε να πετάξουμε πετραδάκια για να μας βρουν οι υπόλοιποι που θα έφταναν την επόμενη μέρα. Με τα πολλά φτάνουμε σε ενα πλάτωμα και αρχίζουμε τον ποδαρόδρομο. Παραλία πουθενά ακόμα. Αφού μας κυνήγησαν σκυλιά, μας έπνιξε η σκόνη και βγάλαμε κάλους μπήκαμε ταλαιπωρημένοι στη βίλα που ήταν μπροστά μας. Και αφού γλύψαμε τον ιδιοκτήτη να μας ανοίξει το προσωπικό του μονοπάτι προς την παραλία (αθάνατη Ελλαδάρα 2) φτάσαμε φορτωμένοι σαν τα γαιδούρια. Εδώ αρχίζει το Survivor.

Κι αφού αρχίσαμε να βρίζουμε ο ένας τον άλλον, και όλοι μαζί τον ακτιβισμό που μας έπιασε να κουβαλήσουμε ενα βουνό πράγματα απο ένα βουνό θρονιαστήκαμε στο μαύρο βότσαλο και αρχίσαμε να στήνουμε τα τσαντήρια μας. Το κύμα στη θάλασσα εν τω μεταξύ έφτανε τα 2 μέτρα και αρχίσαμε να καταριόμαστε το κωλόκαιρο που δε θα μας άφηνε να παίξουμε με τα 25 φουσκωτά που είχαμε φέρει. Η παραλία κατα τα άλλα παρθένα και πανέμορφη. Άλλες 3 σκηνές με πραγματικούς ακτιβιστές χίπιδες που μάλλον κορόιδευαν την ασημί τσάντα θαλλάσης που είχα στους ώμους. Τι εννοείτε θα πάω για κάμπινγκ χωρίς παρεό και καφτάνια;

Όταν πας για ελεύθερο κάμπινγκ πρέπει να γνωρίζεις δύο πράγματα. Πρώτον, ξεχνάς τις βιολογικές σου ανάγκες για φαγητό τουαλέτα και καλλωπισμό και δεύτερον, όταν πας ελεύθερο κάμπινγκ με άλλους σημαίνει ότι θα είστε συνέχεια μαζί, στην τέντα, στη θάλασσα, στη φωτιά. Νευρικός κλονισμός. Το πρώτο βράδυ ακούσαμε μπινελίκια για τους πυρσούς. Θα καίγαμε το δάσος μας φώναζαν απο πάνω οι Ελληνάρες με τις βίλες. Τη δεύτερη μέρα όμως μας φώναξαν με μεγάφωνο ότι είχε γίνει ζημιά με τα αμάξια. Ανεβήκαμε στο μισό χρόνο το βουνό που κατεβήκαμε τη προηγούμενη πιστεύοντας ότι είχε γίνει καραμπόλα και ότι θα πληρώναμε τις διακοπές στο κάμπινγκ πιο ακριβά απο το να πηγαίναμε σε σουίτα στη Μύκονο. Τελικά οι Ελληνάρες των αυθαιρετων θέλανε να πάρουμε τα αμάξια, να τα βάλουμε στο κεφάλι μας προφανώς, γιατί εμποδίζαμε τα λεωφορεία (!). Υπενθυμίζω ότι ήμασταν στη μέση του πουθενά. Και μετά εμφανίστηκε ο κυρ Μανώλης.

Κυρ Μανώλης εστί ο ιδιοκτήτης της βίλας, της μεγαλύτερης στην περιοχή. Και όσο μεγάλο ήταν το σπίτι του, τόσο μεγάλη ήταν και η καρδιά του. Το επόμενο βράδυ πήραμε το δεύτερο έπαθλο του Survivor. Το πρώτο είχε φτάσει το πρωί απο τη θάλασσα. Πάγος και τηγανόψωμα απο τη μάνα μου, απο τη βάρκα. "Θέλετε να σας παραγγείλω πίτσες;" ακούστηκε ένας αντίλαλος στην παραλία. Δεν μπορεί, πλάκα μας κάνει. Κι όμως, μέσα σε μια ώρα είχανε φτάσει 6 πίτσες ζεστές στην παραλία, στην άκρη του Θεού, και φάγαμε μέχρι να σκάσουμε. Ύστερα παίξαμε τις κιθάρες μας για το ευχαριστώ, το συγκρότημα έπαιξε τα σουξέ του, και κάπως έτσι ανεβαίνοντας την επομένη πάλι το βουνό, και μετά ένα άλλο βουνό φτάσαμε σπίτια μας. Με εγκαύματα σε όλη την πλάτη, με τη θάλασσα λάδι τις δύο τελευταίες μέρες, και τα κουτιά της πίτσας στα σκουπίδια εννοείται.

Καλό καλοκαίρι...