Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Η μνημη



Τη θυμάμαι εκείνη τη νύχτα.
Ήμουν μόλις 19 και εσύ 21.
Μας χώριζαν δυό χρόνια
κι ενας αιώνας.
Τη θυμάμαι εκείνη τη νύχτα με τη βροχή.
Κάπνιζες καρέλια
κι η στάχτη γινόταν λάσπη.
Κάτω στα πόδια σου,
και στα δικά μου,
με τα ανοιχτά παπούτσια.
Τα δαχτυλά μου είχαν πάρει
το χρώμα της στάχτης.
Και τα μαλλιά μου έγλυφαν το πρόσωπο.
Δε με ένοιαζε.
Τα έβλεπα όλα σαν υγρό όνειρο.

Θυμάμαι τα βλέφαρα,
τα νύχια σου που έγδερναν τη σάρκα μου.
Θυμάμαι τις ανάσες. Όλες μια προς μία.
Και ύστερα θυμάμαι την ενοχή.
Είχε μεγάλη αταξία αυτή η νύχτα.
Να μουσκεύομαι απ τη βροχή '
και τα χείλη σου.
Να σε μουσκεύω και να θέλω κι άλλο.
Θυμάμαι τη λαιμαργία και τον πόθο.
Τις γρατσουνιές και τις ρωγμές
κάτω απ το υπόστεγο.

Ύστερα θυμάμαι τη σιωπή.
Ακουγόταν μόνο μια γάτα που ούρλιαζε.
Δε χαμογέλαγε κανείς.
Κάπνιζες ακόμα
κι εγώ έγνεφα στη σκεπή.
Να με ακούσει η μπόρα και να κοπάσει.
Μίλαγε η αστραπή και
απαντούσαν τα κεραμίδια.
Θυμάμαι τη μυρωδιά της υγρής πλάκας.
Μύριζε μολύβι, σαν αυτά που φύλαγες
μες στα τετράδια.
Γιατί έχεις πάντα ενα μολύβι
μέσα σε κάθε τετράδιο;
Σε είχα ρωτήσει.
Για να χουν παρέα, μου απάντησες,
κι εγω δε ρώτησα άλλα.

Τη μορφή σου δεν την θυμάμαι.
Χάθηκε πίσω απ τη μνήμη της φωνής σου.
Άδικος ο νους κι αδικημένος.
Να θυμάται πάντα τα ανείπωτα
και να ξεχνά τα λόγια.
Μια μέρα μου έμεινε μονάχα
να θυμάμαι ολόκληρη.
Με τις ώρες και τα λεπτά της,
τους αιώνες που περνούσαν
σα δευτερόλεπτα,
και τις ανάσες μας που γυρνούσαν
πάλι στα κανονικά τους.
Εισπνοή και εκπνοή.
Πάντα έτσι ήταν.
Ένα διάλλειμα ήταν ο έρωτας
στο μονότονο ρυθμό των πνευμόνων μας.
Τα στόματα μας έκλεισαν ξανά.
Κόπασε κι η βροχή και φύγαμε απ το υπόστεγο.
Δεν χρειαζόταν να κρυβόμαστε.
Σώπασε και η γάτα.
Και έγινα εγώ 21 και εσύ έμεινες 21.
Μα δεν συναντηθήκαμε ποτέ
γιατί μας χωρίζε ο αιώνας.

Άραγε εσυ θυμάσαι λίγη απο τη μυρωδιά μου;
Σου έμεινε στη μύτη ενας παλμός
αντίστοιχος της λάμψης των αστεριών;
Ή μήπως συνέχισες να καπνίζεις
απο την κασετίνα σου;
Ποτέ δε θα το μάθω,
κι αυτή είναι η μαγική μου μνήμη.
Η ασάφεια που έντυσε
τις λέξεις και το κορμί σου.
Η μικρή αδιόρατη στιγμή
που ένιωσα να σ'έχω.
Άτιμο πράγμα η μνήμη.
Σε καταδικάζει σε αιώνια αμφιβολία
του παρόντος.

Μα αυτό καλέ μου, με κάνει αθάνατη.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

Sunray

Αν υπάρχει έστω και μια πατρίδα
στην οποία θέλω να γυρίσω,
εσύ είσαι αυτή.
Και σε λέω πατρίδα,
γιατί ξέρεις να με υπακούς
χωρίς να επαναστατείς.
Σε λέω πατρίδα γιατί παγώνεις τα όνειρα μου.
Για να τα βρω όταν γυρίσω ανέπαφα.



Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Απίσταμαι

Όσος καιρός και να περάσει,
απο το στόμα μου δε θα βγεί λέξη.

Η αμφιβολία δε με άφησε ποτέ να κυβερνήσω το δικό μου καράβι.
Πάντοτε ταξίδευα φτωχή,
στο κατάστρωμα χωρίς αποσκευές.

Ούτε ενας φθόγγος τώρα που βουλιάζουμε,
ούτε ενα άρθρο, ούτε ενα φωνήεν. Τίποτα.
Πάντοτε ήμουν αδύναμη μπροστά στην τραγωδία.

Απο όλες τις ήττες μου,
αυτές που δε μπορώ να δεχτώ,

είναι αυτές που χάνω απο αμφιβολία.
Αυτές, που παλεύω να αναλύσω και να βρω εξήγηση.
Λές και υπάρχει εξήγηση στο κουβάρι του έρωτα ποτέ.
Όσο και να το μισούσα πάντοτε όμως το "ίσως"
είχε μεγαλύτερη γοητεία απο το "όχι".
Ακόμα κι όταν το "ναι" ήταν έξω απο τη ρότα.

Υπήρχε άραγε ποτέ κανένα φώς σε αυτό το ταξίδι;
Κάποιο μικρό νησάκι που θα ξαπόσταινα λίγο το κορμί μου;
Έστω μια μικρή λέμβος για τα γυμνά μου πόδια;
Ένας φάρος;
'Ενας γλάρος συνταξιδιώτης;

Η αμφιβολία έχει το δρόμο της,
θα βρει το δρόμο της. Μη μου αγχώνεσαι.
Θέλω να απέχω απο το γκρεμό.
Θέλω να γίνω φτερωτή και να εξαφανίζομαι.
Θέλω να βλέπω τετελεσμένα και όχι ενδεχόμενα.
Θέλω να φύγω επιτέλους απο αυτό το καράβι.
Θέλω ξέσκεπο ουρανό και γή για να πατώ.
Θέλω την ασφάλεια μιας άρνησης.
Θέλω να γίνω θάλασσα.
Και να ενωθώ με αυτό το καράβι.

Δε με πηγαίνει κάπου,
απλώς προχωράει.
Θέλω να κατέβω σταμάτα.
Να αποχωρήσω, να σε λησμονήσω,
να κάνω ταξίδια σε άλλους ωκεανούς.
Και όταν γυρίσω με τους καιρούς,
για να σε στεναχωρήσω,
να πω ότι ακόμα σε θυμάμαι.


Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Εξιδανίκευση

Ήταν η εποχή ιδανική για έρωτες.
Ξυπνούσα πάντοτε πρωί,
άνοιγα τα παραθυρόφυλλα,
και το φως έλουζε τα μουντά έπιπλα.
Τα γυαλιά μου, παρατημένα στο κομοδίνο,
έπαιζαν με τις αχτίδες,
έμπαιναν στα μάτια μου οι αντανακλάσεις,
και με τύφλωναν.
Κάτω στο πάρκο,
τα δέντρα είχαν αρχίσει να έχουν καρπούς.
Νεράτζια, πορτοκάλια και λεμόνια.
Μύριζε ο τόπος το τέλος της άνοιξης.
Και εσυ σκυφτός στην πολυθρόνα σου,
συζητούσες με τον καφέ σου και το τσιγάρο.
Ήταν η εποχή ιδανική για έρωτες.

Ήταν η εποχή ιδανική για ομορφιά.
Πόζαρα στη μηχανή σου γυμνή,
δίπλα στην ομορφιά του πάρκου
που έμπαινε απο το παράθυρο μαζί με το φώς.
Τα χείλη μου βαμμένα μοναχά.
Κόκκινα.
Και το δέρμα μου λευκό και γυμνό,
αγκάλιαζα τη σάρκα μου με τα νύχια.
Άκουγα το κλίκ κι ήταν εντάξει.
Στιγμές ηδονής. Δευτερόλεπτα.
Ύστερα λήστευα τις σκέψεις σου
πάνω στο κρεβάτι μου.
Σε έριχνα κάτω, γελούσες, δεν έλεγες κουβέντα.
Τα μάτια σου βαθιά πράσινα,
μπερδεύονταν με το κραγιόν μου
σαν σε παλέτα δημιουργού.
Ήταν η εποχή ιδανική για ομορφιά.

Κι ύστερα ήρθαν οι εποχές μετά απο αυτές.
Κάπνιζα μόνη για να φτιάχνω σύννεφα.
Έβγαζα φωτογραφίες τις μύγες,
που ξεψυχούσαν στο παραθύρι μου.
Δεν είχαν τίποτα απο την ομορφιά μου.
Το σπίτι αυτό άρχισε να αδειάζει.
Ζεσταίνονταν τα έπιπλα και τα πετούσα στην μπανιέρα.
Πέθανε και ο γλάρος μας.
Αυτός που είχαμε φυλακίσει απο μικρό.
Δεν τον αφήσαμε ποτέ να τρέξει πίσω απο ενα καράβι.
Έβγαλα κι απ τον κήπο την τριανταφυλλιά σου.
Πήγα και την φύτεψα με προσοχή στο πάρκο.
Απέναντι απο το δέντρο που είχαμε χαράξει.
Έκλεψα και δύο μανταρίνια απ το καλάθι.
Μήπως το άρωμα τους μου θυμίσει κάτι.
Είναι σκληρή η εποχή μετά απο αυτές.

Είναι η εποχή ιδανική για μελαγχολία.
Αν δεν υπήρχαν και οι καθρέφτες,
να μου θυμίζουν πως ζω ακόμα,
θα το είχα ξεχάσει μες στην τρέλα μου.
Μόνο για να με γιατρέψεις επιβιώνω.
Είναι η εποχή ιδανική για μελαγχολία.
Κρύψου πιο βαθιά, δε σου ταιριάζει αυτή η εποχή,

εαυτέ μου.


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Αυλαία




Οι άνθρωποι με κοιτάνε πια στα μάτια. Ρωτάνε να τους πω που έχω ζήσει. Σε μέρη που υπάρχει πιο πολύ πόλη απο ότι φύση, απαντώ. Σε εποχές που οι φιγούρες είναι πιο πολλές απο τα δέντρα, τα σπίτια στριμωγμένα, οι σχέσεις των ανθρώπων ανύπαρκτες, και ο έρωτας υπάρχει μόνο σε κάτι αρχαία βιβλία. Ρωτάνε να τους πω και για σένα. Και εκεί ήταν που έψαχνα να βρω τις λέξεις, για να γεμίσουν λίγο το στόμα μου. Και τότε κατάλαβα. Δε χωρούσες ποτέ σε ουσιαστικά και επίθετα. Ήταν πολύ έξω απο εσένα. Ή μάλλον εσυ πιο έξω απο τον κόσμο. Δεν ήσουν ποτέ μέρος αυτού του κόσμου, για να πω την αλήθεια.


Κάποτε κοίταξα κι εγώ τα δικά σου μάτια. Όπως με κοιτάνε οι άνθρωποι σήμερα. Περίεργα. Σαν να έβλεπα όραμα ή εφιάλτη. Μου φαινόταν αδιανόητο να σε λογίσω για άνθρωπο. Ήταν παράξενη η αύρα, πρωτότυπη για να μαι πιο σαφής. Αλλιώτικος θησαυρός χρυσός μέσα στην ασπρόμαυρη πόλη. Θυμάμαι που ξυπνούσα, έδενα τα κορδόνια μου γρήγορα και σε παρακολουθούσα πίσω απο τη βιτρίνα μου. Περνούσες απο το γνωστό σημείο με ακρίβεια βόμβας. Ούτε λεπτό παραπάνω. Κι αν ποτέ κοιτούσα τους δείκτες και τρόμαζα, έβγαινα στη βιτρίνα χωρις παπούτσια. Με ξυπόλητα πόδια για να προλάβω να αγναντέψω λίγη απο αυτή την αύρα σου. Και να ανοίξω την πόρτα μου.


Κι ύστερα ακολουθούσα το βάδισμα σου. Ήταν αναποφάσιστο, μα και σταθερό. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω πως έσερνες τόσο βελούδινα τα βήματα σου απο τη βιτρίνα ως στην πλατεία. Εκεί σου άρεσε να ξαποσταίνεις λιγάκι, να μυρίζεις τα κυκλάμινα και να αγναντεύεις τους περαστικούς. Εγώ, δε φανερώθηκα ποτέ. Ήμουν πάντοτε πίσω σου, άλλοτε ξυπόλητη, άλλοτε παπουτσωμένη, πάντα αθόρυβη. Εσύ μύριζες τα κυκλάμινα και εγω προσπαθούσα να μυρίσω λίγο απο το άρωμα του κορμιού σου. Σε έπαιρνε το λεωφορείο και δεν τα κατάφερνα ποτέ.

Πάει λίγος καιρός που έπαψες να περνάς απο τη βιτρίνα. Συνεχίζω να ντύνομαι και να περιμένω κάθε πρωί στις 12 ακριβώς το βάδισμα σου. Μα δεν έρχεσαι πιά. Και τώρα πια φοράω πάντοτε τα παπούτσια μου. Και κάθομαι στην ξύλινη σκάλα ως τις 3 μόνο με την ελπίδα. Μα εσύ δεν έρχεσαι πια. Φαίνεται άλλαξες διαδρομές. Και τώρα μετανιώνω. Καπνίζω ένα πακέτο για να σε περιμένω και μετανιώνω.

Που δεν πρόλαβα να σου πω πόσο λάτρευα τα άγρια χαρακτηριστικά σου. Πόσο παράξενο που φαινόταν που χωρίς να σε ξέρω θα μπορούσα να σε ερωτευτώ. Πόσο υπέροχα φαίνονταν τα κυκλάκια κάτω απο τα μάτια σου το πρωί. Πόσο πολύ μου άρεσε που χαμογελούσες μόνος σου στον κάθε περαστικό. Κι ας μη κοίταξες ποτέ μέσα απ τη βιτρίνα. Στην αρχή νόμισα πως έφταιγαν τα τζάμια. Τα έτριβα μετά τις 3, τα γυάλιζα για να είμαι σίγουρη. Και περίμενα. Άλλαξες δρόμους φαίνεται, βρήκες πιο σύντομους. Ίσως να ανακάλυψες πως στο παραπάνω στενάκι έχει ανθίσει μια τριανταφυλλιά και θέλησες να κλέψεις και το δικό της άρωμα. Ίσως να κοίταξες μέσα απο κάποια άλλη βιτρίνα.

Έφυγες όμως πρώτος. Και ήλπιζα πως θα σε προσπερνούσα μια μέρα στο δρόμο για την πλατεία.
Νικητής; Δεν ξέρω. Αν το υπολογίσουμε αυτό εδω για μάχη, το σίγουρο είναι πως κερδισμένος είναι αυτός που θα προλάβει να αποχωρήσει πρώτος. Και ο χαμένος αυτός που θα μείνει πίσω. Ο τελευταίος.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Ερώτηση απαίτηση Κατάφαση



-Μ'αγαπάς;
-Κοίτα πως παίζει το κουτάβι με την άκρη του χαλιού.
-Μ'αγαπάς;
-Νυχτώνει σε λίγο, άδειασε κι η πλατεία.
-Μ'αγαπάς;
-Να κλείσουμε και τα φώτα και να ξαπλώσουμε.
-Μ'αγαπάς;
-Αύριο πάλι.
-Αγάπησε με.
-Κάνει κρύο, σκεπάσου.
-Αγάπησε με.
-Έχει γεμίσει ο τοίχος μας με σκουριά.
-Αγάπησε με.
-Πρέπει να οργανώσω κάποτε και τις φωτογραφίες μας.
-Αγάπησε με.
-Μεγάλωσα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου.
-Αγάπησε με.
-Κλείσε τα μάτια σου τώρα.
-Σ'αγαπώ.
-Τότε να μη μου το λές.
-Σ'αγαπώ.
-Δε χρειάστηκε ποτέ να το ακούσω.
-Σ'αγαπώ.
-Πάψε επιτέλους!
-Σ'αγαπώ.
-Και κάποτε δε θα με θυμάσαι.