Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Τα άσχημα γνωρίσματα του γραφέα

Γράφω. Είναι η εσωτερική μου ανάγκη να νικάω όλα τα ξένα γύρω μου. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Γιατί ο έξω κόσμος όλο αλλάζει και δεν μπορώ πάντα να τον παρακολουθήσω, μα ευτυχώς για μένα, που το μέσα μένει σταθερό...
Μάθαμε να απομακρυνόμαστε απο το χαρτί, για χάρη ενος κρύου κουτιού, να χάνουμε τη μυρωδιά του μελανιού και να εξασκούμε τα δάχτυλα να πατούν πλήκτρα. Και να κοιτάμε σε μια οθόνη, με χρώματα και προοπτικές απέραντες, μα χρειαζόμαστε μόνο το λίγο. Η αλήθεια είναι πως όλα εκείνα που αλλάζουν μας βάζουν πιο βαθιά μέσα στον εαυτό μας. Στέλνουμε εικονικά λουλούδια, αρνούμενοι τη μυρωδιά της γαζίας στον κήπο, και λέμε τις ευχές μας για υγεία και πολλά χρόνια πατώντας πλήκτρα, ξεχνώντας το φιλί και την αγκαλιά. Και δεν λέω... Καλός ο εαυτός μας, πάντοτε. Χρυσός και ο καλύτερος. Άλλωστε για να μπορείς να γράφεις (έστω πατώντας πλήκτρα) πρέπει να είσαι εγωιστής στα όρια του αυτοκαταστροφικού. Και το πιο σημαντικό...ατέλειωτα δυστυχισμένος. Αλλιώς δεν μπορείς να γράψεις. Θα προσπαθήσεις, να γράψεις για έρωτα, για ωραίες στιγμές, για τα ταξίδια σου. Μα δεν θα έχουν ενδιαφέρον. Δεν θα έχουν το ενδιαφέρον του θανάτου, της απώλειας, και του άδοξου έρωτα. Πεζά.
Άλλωστε τα μεγαλύτερα λόγια, τα πιο βαθιά βγαίνουν απο ανθρώπους μαύρους. Αυτούς που γνωρίζουν τη ζωή όχι μόνο απο την καλή και τη ρόδινη, μα κι απο την άλλη την σκοτεινή την πλευρά. Συγγραφέας δεν μπορεί ποτέ να σημαίνει ευτυχισμένος. Οι ευτυχισμένοι κάνουν έρωτα, τρώνε, χαμογελούν, και ψάχνουν συνεχώς άλλους ανθρώπους. Δεν κάθονται σε στιγμές αυτοκαταστροφής να καπνίζουν και να βάζουν συνεχώς τον εαυτό τους πρωταγωνιστή σε μελόδραμα (συνήθως, ενίοτε σε θρίλερ). Και δεν γίνεται να αγαπάς. Πρέπει να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου, εσυ που γράφεις. Τόσο πολύ που να νιώθεις πως θα εκραγείς απο αυτή την στραμένη στο "εγώ" σου αγάπη. Και κανέναν άλλο.

Κι εγώ... Μια κουκίδα μες στο άπειρο των μεγάλων, που δεν θα γίνω ποτέ μου τρανή, σκυμένη πάνω σε ενα μολύβι κι ενα χαρτί, γιατί, καταραμένη κληρονομιά, μου μάθαν να αγαπάω.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

40 μέρες μαύρη

Χτές σε είδα στον ύπνο μου. Δεν λέω στο όνειρο μου, δεν είμαι σίγουρη αν ήταν όνειρο, θέλω να πιστεύω πως γλίστρησες απο τη λήθη σου, για να ρθεις στο μυαλό μου. Στην καρδιά μου είσαι ουτως ή άλλως, μην αμφιβάλλεις.

Σε είδα μέσα σε ενα άσπρο φόντο (κλισέ το χρώμα για τους αγγέλους). Μα ήσουν κουρασμένη. Έσερνες το πάντα καλοφτιαγμένο σώμα σου, με κινήσεις αργές, μηχανικές, συρτές. Και εγώ δεν σηκώθηκα να σε βοηθήσω.

Πάντοτε αφηνόμουν σε ενα βόλεμα. Για να μη κουραστώ, για να μη κουραστείς. Ήρθες και κάθισες πλάι μου σε ένα κρεβάτι. "Πονάς;" σε ρώτησα. "Θα μου περάσει" μου απάντησες με σιγουριά, και τα μεγάλα σου μάτια άστραψαν.

"Μη το βάζεις κάτω", μου αποκρίθηκες. "Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω" Το έλεγες συνέχεια. Και άρπαζες τα χέρια μου που κρέμονταν απο τους ώμους. Σαν να μην σε πίστευα. Κι όμως, καλή μου.

Εγώ δεν είμαι λευκή. Είμαι μαύρη. Που και που και λίγο κόκκινη. Αλλά στη βάση μου είμαι ενας έρεβος. "Βοήθησε με" σου λέω με λαχτάρα. Να γίνουν το μάυρο μου με το άσπρο σου ένα γκρίζο!

Ζηλεύω την ελευθερία σου. Το άσπρο φόντο σου. Την αιώνια χαραγμένη νέα μορφή σου. Τα λευκά σου ρούχα. Μα όχι την κούραση σου... Που ξέρεις, ίσως σε βρω. Θα σε ψάξω. Θα σε ψάχνω. Μέχρι να γίνω κι εγώ Κόκκινη, Γκρίζα και Λευκή...

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Μικρές ζωές, μεγάλοι θάνατοι

Τα χρόνια της αθωότητας. Έτσι λένε κάποιοι το παρελθόν τους, χωρίς να αναρωτιούνται αν όντως ήταν αθώοι, αν υπήρξαν ποτέ ως αθώοι. Και αν τους ξαναρωτήσεις, θα σου πουν πάλι πως θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό το νεφελώδες. Τι παράνοια! Η επιθυμία μιας ευτυχίας, που θυμούνται αμυδρά, και η παραίτηση απο το τώρα και το σήμερα, απο το ένοχο παρόν. Κι όμως η Νίνα υπήρξε ευτυχισμένη. Κάποτε, εκεί στο παρελθόν. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχει η ευτυχία. Νομίζεις, τότε πάνω στην έξαρση της και τον οργασμό, πως θα παραμείνουν όλα για πάντα έτσι. Και εκείνη ήταν τόσο αθώα, που το είχε πιστέψει πραγματικά. Ίσως ήταν ο τρόπος μιας ανώτερης δύναμης να της πει, πως έπρεπε να ρουφήξει κάθε στιγμή, πριν έρθει το ένοχο μέλλον, να ζήσει με όλες της τις δυνάμεις. Αλλά και πάλι, όταν κοιτούσε γύρω της χαμογελούσε πάντα. Και όλα είχαν πάντοτε τη μορφή της παιδικής της κούκλας που χαμογελούσε, και τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου χαλβά που έψηνε η μητέρα της στο μικρό τηγάνι. Δύο μπουκιές φαί. Για εκείνη και την αδερφή της. Ζούσε κι εκείνη σε αυτό το παρελθόν της αθωότητας, μέσα στον όμορφο κύκλο. Έπαιρναν απο ένα μικρό κουτάλι και καθάριζαν χωρίς ντροπές, ολόκληρο το τηγανάκι. Και η μάνα τους τους φώναζε που ήταν ανυπόμονες. Και εκείνες γελούσαν δυνατά. Μάλωναν για το ποιά μεριά θα έπαιρναν, και έκαιγαν δάχτυλα και γλώσσες στην προσπάθεια τους να αποδείξουν πως μπορούν να πάνε κόντρα στις φωνές της μητέρας. Η αλήθεια είναι πως ήταν πράγματι αθώες! Με κάποιο τρόπο ήταν γραμμένο αυτό να μην αλλάξει ποτέ. Ήταν γραφτό. Και δεν πήγαιναν ποτέ κόντρα σε αυτή τη δύναμη... Ακόμα και αν δεν πίστευαν στο γραμένο, παρα μονάχα στα παιχνίδια με τις κούκλες, τα μικρά κοριτσάκια που είχαν αρματωμένα πάνω στο ράφι του γραφείου τους, και στα ανέμελα παιχνίδια στην ταράτσα του σπιτιού. Τότε, που έπιαναν το λάστιχο και έβρεχαν η μια την άλλη με τις ώρες, χωρίς να χορταίνουν. Τις μεθούσε μια δύναμη αλλιώτικη. Και πάλι η μητέρα τους φώναζε. Η αλήθεια ήταν πως και εκείνη, πρώτα χαμογελούσε και μετά φορούσε τη μάσκα της αυστηρής. Δεν ήθελε να φαίνεται πως αγαπούσε κι εκείνη τα παιχνίδια τους. Γιατί αυτή δεν ήταν αθώα... Και ρουφούσε τις μικρές αυτές στιγμές, τα άδοξα σαχλαμαρίσματα, και τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Και τότε, σαν απο μαγικό, γινόταν κι εκείνη πάλι αθώα. Ως τη στιγμή, που θα έπαιρνε το αυστηρό της ύφος, και θα έλεγε τη συνηθισμένη φράση της "δεν θα μεγαλώσετε ποτέ εσείς" σαν να ήξερε, λες και ήξερε... Όλα όμως έπαιρναν άλλη μορφή τη νύχτα. Τις νύχτες. Όταν εξαντλώντας όλη την αυστηράδα της, πλησίαζε τα κορίτσια, ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους. Και τότε, παράξενη συνήθεια, έβαζε τα δάχτυλα της βαθιά στο πλάι του κρεβατιού και έσπρωχνε απαλά μέσα το πάπλωμα, μέχρι να το φυλακίσει εντελώς εκεί. Να μην κρυώνει, να μην κρυώνουν. Και τις κοιτούσε με τις ώρες. Δεν ήξερε αν την έβλεπαν, μα και να την έβλεπαν δεν την ένοιαζε εκείνη τη μοναδική στιγμή. Ήταν ολόκληρη μέσα στη φούσκα της ευτυχίας. Γιατί φούσκα είναι η ευτυχία. Και μάλιστα εύθραυστη. Σπάει με το παραμικρό και εκρύγνηται. Μπάμ

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

23 και 64

Πάντοτε όταν μπαίνεις είσαι νηφάλια. Και ακάλεστη. Χαμογελάς και αφήνεσαι σε ένα παράξενο και φαντασιακό κόσμο. Το 23 είναι γεμάτο υποσχέσεις, πάντοτε ανοιχτό, χωρίς κλειδιά στην πόρτα του. Και με ιδιοκτήτη σεβαστικό, που σου ταιριάζει, και σου ανοίγει μια χαραμάδα, ίσα να σε δει για να σ'αφήσει να μπεις στον κόσμο του. Γεμάτο φαντάσματα αυτό το σπίτι. Ο ίδιος ο σπιτονοικοκύρης κουβαλάει πάνω του κι απο δύο. Ένα μπροστά του, και ένα κρεμασμένο στην πλάτη του, που τον τραβάει κάτω σαν μωρό που καβαλάει με λαχτάρα τους γονείς του. Τα βλέπεις, μα δεν του λές τίποτα. Δεν θέλεις να σε περάσει για τρελή. Αν και εκείνος έχει πλήρη επίγνωση. Ώρες-ώρες τον βλέπεις να αγανακτεί με αυτό το φάντασμα του κολλημένου στον ώμο του μωρού, κι άλλες να χάνεται στα παιχνίδια μαζί του. Μα πάλι δεν λές τίποτα. Σε παρασύρει μια επικίνδυνη κι αλλιώτικη σαγήνη, απο τους τοίχους, τις αφίσες και τα βιβλία, που μοιάζει με οργασμό. Ακόμα νηφάλια.
Το 23 είναι παράξενο. Σαν να σε ρουφάει. Σου προσφέρουν κρασί, ενίοτε καφέ. Καφέ δεν πίνεις, στο κρασί έχεις μια ιδιαίτερη αδυναμία, πώς να αρνηθείς; Όλα τριγύρω σου είναι τακτικά, μα και συγχρόνως σκορπισμένα. Είναι η εξαιρετική αυτή ιδιότητα του σπιτονοικοκύρη να τακτοποιεί τα πάντα χωρίς ποτέ να φαίνονται στημένα. Το απολαμβάνεις αυτό, σου αρέσουν οι άνθρωποι που δείχνουν μα δεν δείχνονται. Μεθάς λιγάκι. Το σηκώνει άλλωστε το κλίμα.
Μα ξέχασα. Δεν είσαι μόνη! Προς Θεού, εκτος απο τα φαντάσματα που τα βλέπεις μόνο εσύ (ενίοτε και ο ιδιοκτήτης) τρίβεσαι καθημερινά με γνωστούς σου αγνώστους. Έχουν κι εκείνοι μια μαγευτική ιδιότητα. Σου μοιάζουν. Έχουν κάτι απο την απόκρυφη σου τρέλα. Μα εδώ αυτή η κρυμμένη, χρόνια παράνοια, είναι αποδεκτή. Το καταλαβαίνεις αφού πιείς και το δεύτερο ποτήρι κρύο κρασί. Στην κουζίνα το άδειο ψυγείο πάντα σε κάνει να απορείς. Ζει κανένας εδώ; Αλήθεια ζει; Πηγαίνεις προς την κρεβατοκάμαρα. (Οι εθελούσιες ανούσιες βόλτες είναι κι αυτές αποδεκτές εδώ) Ζαλίζεσαι λίγο και ξαπλώνεις στο κρεβάτι. Και τότε καταλαβαίνεις πως ναι κάποιος ζει εδώ. Γιατί βλέπεις πάνω σε αυτό το κρεβάτι όνειρα απο ύπνους, ενος μυαλού δύσκολου μα όχι δύστροφου. Και απορείς: Είναι η μέθη απο το κρασί ή απο αυτά που νιώθεις; Τον ιδιοκτήτη θα μπορούσες να τον έχεις πατέρα, αδερφό, φίλο και εραστή ή όλα αυτά μαζί, και δεν τον έχεις τίποτα. Κλείνεις τα μάτια σου τη στιγμή που νιώθεις δίπλα σου μια παρουσία...Παρασύρεσαι. Παίξε, τώρα.
Ποτέ όταν βγαίνεις δεν είσαι νηφάλια. Επιδιώκεις αυτή σου τη μέθη με ενα τρόπο απελπισμένο. Σαν να ψάχνεις μια αφορμή, και βρίσκεις το απόλυτο άλλοθι. Βιβλία, ταινίες, φιλιά, δολοφονίες. Συναυλία.

Στο 64 δεν κοιμάσαι. Μόνο ξυπνάς. Θυμάσαι τον εαυτό σου να κοιτάζεται στον καθρέφτη του μπάνιου, να περπατάς ξυπόλητη και να αφήνεσαι σε χάδια. Άλλο ενα ποτό, λίγο ακόμα να πιείς. Είναι ήσυχο. Μα κάνει κρύο. Δεν ξέρεις αν μπορεί ποτέ να ζεσταθεί, έχει κι αυτό κάποια φαντάσματα μα είναι καλά κρυμένα μέσα στις ντουλάπες, δεν σου ορμάνε με το που ανοίγεις την πόρτα. Αφήνεις τα ρούχα σου πεταμένα δίπλα στο κρεβάτι. Και μόνο ξυπνάς. Κάθε ένα λεπτό ξυπνάς. Και λαχταράς. Τι, αλήθεια; Το ξέρεις δα πόσο θαυμάζεις εκείνους που μελετάς και φεύγεις απο το κρύο φορώντας πάλι τα ίδια σου τα ρούχα. Ξεκινάς για να γυρίσεις πίσω. Και μόλις κλείνεις την πόρτα του 64 βλέπεις επάνω της μια κλειδαριά που σφραγίζει μόλις αφήνεις το πόμολο. Και τρέχεις στο 23, μα δεν θέλεις άλλη μέθη. Είναι αργά άλλωστε δεν το σηκώνει το κλίμα ούτε ο καιρός. Κλειδιά εδώ δεν υπάρχουν, ούτε σφαλιστές κλειδαριές, είναι όλα ανοιχτά. Και εσύ πολύ μικρή για τα μεγάλα.
-Τρομάζεις ποιητή μου;
-Ονειρέψου με, διάολε,
και σου χαιδεύει αθόρυβα τα μαλλιά___

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Το κορίτσι που δεν ήξερε απο αγάπη

"Τα ζήτησα όλα απο τη ζωή μου. Μα δεν μπορώ να πω πως τα απέκτησα ποτέ. Κι αυτό με κάνει ευτυχισμένη, εδώ στο τέλος μου. Δεν επαναπαύτηκα ποτέ με όσα είχα. Αγάπησα πάντοτε το ανέλπιστο και το αδύνατο. Αγάπησα και αγαπήθηκα. Ναι...Αγαπήθηκα με ένα πάθος αλλιώτικο. Που ξεπερνάει όλα τα δεδομένα, και αναιρεί όλους τους τρομακτικούς έρωτες του παρελθόντος. Κι αυτό επειδή γνώρισα εσένα. Και την αγάπη. Με ένα τρόπο ανείπωτο, με ένα τρόπο μοναδικό για μένα, στην αρχή πάλι τρομακτικό. Στο τέλος απλά απερίγραπτο. Δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτό που νιώθω για σενα αγαπημένε μου... Πόσα πολλά μου δίδαξες και πόσα μου χάρισες. Μα δεν πήρες τίποτα, αλήθεια δεν ζήτησες ποτέ σου. Αυτό ίσως είναι η απόλυτη πίστη στον έρωτα μου, να ζεις μέσα απο μένα, χωρίς να επιθυμείς. Και τώρα που θα ζείς χωρίς εμένα τί, αγάπη μου;
Πάω να βρω εκείνη. Δεν φαντάζεσαι πόσο μου έχει λείψει. Τα βράδια στα όνειρα μου κάνουμε ταξίδια στον κόσμο της. Και είναι όμορφα, ακούς; Καθόλου λυπημένα και νοσταλγικά. Είναι απλά ανέμελα. Είσαι κι εσύ εκεί πάντα. Δεν μου κρατάς το χέρι, αλλά το αισθάνομαι πως είσαι εκεί. Χτές το βράδυ, λίγο πριν ανοίξω τα μάτια μου, κάναμε βόλτα κάτω απο ενα καταρράκτη. Και ξέρεις κάτι; Σε είδα εκεί που έσκαγε με ορμή το νερό. Είδα το πρόσωπο σου, τόσο αλλόκοτο, εκεί που το φως δίνει στον αφρό χίλια χρώματα. Και μόλις με κοίταξες μου φάνηκες πως πήρες πάλι τη γνωστή σου έκφραση. Να ξέρεις, δεν είπα τίποτα σε εκείνη. Δεν θέλω να με περάσει για τρελή. Άλλωστε σε αυτά τα όνειρα δεν έχουν θέση οι ζωντανοί, αυτοί που έχουν ακόμα πολλά να δώσουν. Θέλω μόνο να μου υποσχεθείς κάτι αγαπημένε μου Δημήτρη. Να αγαπάς την Ελένη τόσο πολύ, που να μη της λείπω ούτε λεπτό, ούτε δευτερόλεπτο. Άλλωστε, αγάπησες εμένα, κι εκείνη είναι κομμάτι μου. Μεγάλο κομμάτι μου. Η ίδια η μισή η ζωή μου. Και η άλλη μισή είσαι εσύ. Θέλω μόνο να χαμογελάς. Έτσι μου είπε η Αγγελική να σε συμβουλεύσω στο ονειρό μου... Μακάρι να σε είχε γνωρίσει ακριβέ μου. Τότε θα ήταν όλα αλλιώτικα. Μακάρι να μπορούσα να μείνω. Και τότε όλα αλλιώτικα θα ήταν. Δεν πηγαίνω όμως πολύ μακριά... Δίπλα σου θα είμαι και θα σε στηρίζω ό,τι κι αν κάνεις, ακόμα κι αν δεν μου αρέσει, εγω θα είμαι πάντα στο πλάι σου και θα σε φυλάω, το υπόσχομαι αυτό.
Άδικη και παράξενη μοίρα, πάντα ήσουν σκληρή μαζί μου και μου φύλαξες το τελευταίο σου δύσκολο χαρτί για αυτό εδώ το τέλος. Να ξέρεις κάτι θέλω μοναχά. Αυτή εδώ την ώρα που σου γράφω δεν πονώ. Και ξέρεις το γιατί; Γιατί σκέφτομαι εσένα, και εκείνη, μαζί απο το χέρι, και χαμογελάω. Πώς είναι δυνατόν να μη χαμογελάω βλέποντας τα μελαγχολικά πανέμορφα μάτια σου, και τα γλυκά ρόζ μάγουλα της; Είναι στιγμές που τρομάζω για εκεί που πάω. Μα ο θάνατος δεν είναι επίπονος. Δεν πονάει. Έτσι μου είπε και εκείνη στο όνειρο μου ενα βράδυ, καταλαβαίνοντας αυτή μου την αγωνία. Και εγώ γέλασα τότε δυνατά, τόσο πολύ, που η γυναίκα δίπλα μου με σκούντησε στον ύπνο μου, νομίζοντας ότι φώναζα απο τον πόνο. Και άνοιξα τα μάτια με ένα τεράστιο χαμόγελο. Αχ πόσο απόρησε τότε. Με κοίταξε σαν το πιο παράξενο πλάσμα όλου του κόσμου. Και με αυτή τη ματιά που απεχθάνομαι. Της συμπόνιας.
Ποτέ δεν δέχτηκα τα συμπονετικά βλέμματα. Σε ολόκληρη τη ζωή μου τα απεύφευγα. Και μετά απεύφευγα και όλους εκείνους στους οποίους κινδύνευα να ρίξω ενα τέτοιο βλέμμα. Ναι, ήμουν φυγόπονη. Ακόμα είμαι. Τώρα που σου γράφω κοιτάζω το παράθυρο απέναντι. Ο ουρανός έχει σύννεφα. Το καλοκαίρι κάνει τα τσαλίμια του. Ή απλά πενθεί κι εκείνο το χαμό μου με λίγο σκιά στον ήλιο που πάντοτε αγαπούσα...
Λατρευτέ μου, να την αγαπάς, και να την προσέχεις, μόνο αυτή την ευχή κάνω και όλα τα υπόλοιπα ξέρω πως θα συμβούν, γιατί πρέπει να συμβούν...
Και εσύ να προσέχεις, και πάνω απο όλα να ζεις. Τα δάκρυα που θα πέφτουν απο τα μάτια σου θέλω να στεγνώσουν γρήγορα και να γίνουν χαμόγελο. Κι όταν κι εκείνη μεγαλώσει, θέλω να δει αυτό το γράμμα. Για να δει πως αυτοί που αγάπησαν και αγαπήθηκαν, δεν πεθαίνουν ποτέ. Έχουν την εξαιρετική αυτή ιδιότητα να γίνονται αθάνατοι. Αρκεί να βρεθεί κάποιος να τους διδάξει την αγάπη... Σε ευχαριστώ για όλα τα μαθήματα, σε ευχαριστώ που με έκανες αθάνατη. Θα σε αγαπάω ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχω, και θα το νιώθεις. Να ζεις! Στους γονείς μου να πεις όλη την αλήθεια. Και στις φίλες μου, δεν αξίζει να πονούν διπλά. Τα αφήνω πάνω σου όλα. Κανονικά θα έπρεπε να γράψω απο ενα γράμμα σε όποιον αγάπησα στη ζωή μου, σε εκείνες, στον πατέρα μου, σε όλους. Αλλά αυτό αγαπημένε μου, θα έκανε το γράμμα που στέλνω για τη δική σου αγάπη πιο φτωχό. Και εγώ θέλω να είναι μοναδικό. Όπως εσύ. Όπως μοναδικά σε λάτρεψα."
Το κορίτσι στο οποίο δίδαξες την αγάπη,
η Άννα σου.



Δίπλωσε το χαρτί στα τέσσερα και το έκρυψε στο στήθος της. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Μονάχα οι ανοιχτές κουρτίνες έμεναν να της θυμίζουν την παρουσία ανθρώπινου χεριού στο χώρο της. Κοίταξε αυτό το επίμονο σύνεφο που συνέχιζε να κρύβει τον μεγάλο ήλιο του Αυγούστου. Πόσο ενοχλητικό, σκέφτηκε. Ακούμπησε με τα δύο της χέρια το χαρτί στο στήθος της. Το είχε κρύψει προσεκτικά κάτω απο την ανοιχτή την ρόμπα. Και τότε άρχισε να το πιέζει με μανία πάνω στο δέρμα της, μέχρι που ένιωσε πόνο. Τον είχε συνηθίσει πλεόν όμως τον πόνο και δεν της προξενούσε καμία κακιά εντύπωση. Συνέχισε να πίεζει το λευκό χαρτί κλείνοντας τα μάτια της για να αντέξει. Τελικά σταμάτησε. Άλλωστε, εκείνα τα οποία έγραφε ήταν ντυμένα με ακόμα μεγαλύτερο πόνο. Πόσος ακόμα να χωρούσε σε μια σελίδα χαρτί;
Και άνοιξε τα μάτια της. Λένε πως όταν πεθαίνεις, ολόκληρη η ζωή σου περνάει μπροστά σου, καρέ-καρέ, εικόνες. Ψέμματα είναι. Απλά την ξαναζείς απο την αρχή σε ένα παράλληλο σύμπαν. Ανοίγεις τα μάτια σου ορθάνοιχτα καθώς η ψυχή σε εγκαταλείπει μόνο και μόνο για να ζήσεις όλες εκείνες τις στιγμές χωρίς να χάσεις τίποτα. Και απλά τα ζείς...Όλα, ανεξαιρέτως.



Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Μονάδα



Και περνούν τα βράδια μου...
Πολλά, αμέτρητα... Μοναχικά και ερημικά.
Πάντοτε.

Ποτέ. Ποτέ δεν ένιωσα να με πνίγει...
Αυτή τη μοναξιά μου την αγάπησα, την αγαπάω.

Τη μισώ. Σίγουρα, και σίγουρα μόνο τη μισώ.
Το να είσαι μισός δεν είναι το ίδιο με το να είσαι μόνος.

Μαζί. Μαζί σου μέτρησα όλα μου τα όνειρα, μα και πάλι
ποιός είσαι εσύ και τι μου λές;

Δεν μιλάς. Μα ούτε κι εγώ στέκομαι να σε ακούσω.
Δεν θέλω. Και δεν μπορώ.

Μπορώ. Δεν υπάρχει τίποτα που να με στέλνει τόσο έντονα και
τόσο μοναχικά έρημα μακριά σου.

Κοντά. Κοντά σου μόνο έζησα λίγη χαρά, κι αυτή προσμένω
πάλι εδώ στο μαύρο.

Και λευκό. Λευκό το σεντόνι που καλύπτει ολόκληρα
τα ονειρά μου, και τη μοναξιά μου.

Η μοναξιά μου. Παχιά, βαριά και ελεεινά ασήκωτη.
Γιατί δεν φαίνεται κανείς. Ούτε μια αχτίδα στον ορίζοντα του νου μου.
Μόνο φλόγα και κρυμένος ήλιος πίσω απο τον καπνό.
Αχ πόσο λαχταρώ αυτό τον ήλιο! Τον κόκκινο, και τον αχνό.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Ουσία

Ποια είναι; Πού;
Την έχασα. Την χάνω. Θα την βρώ





Φύγαν όλοι. Και εγώ μόνη
, πάλι.
Ανοίγω το παράθυρο μου, βγαίνω στο δρόμο. Και ως εκεί. Ύστερα μένω κλειδωμένη, με σκέψεις χαλάσματα και θολές εικόνες στο μυαλό.
Κι όποιος με ξέρει κάνει λάθος.

Και εγώ λάθος κάνω. Έχω φριχτά γελαστεί απο τον ίδιο μου τον εαυτό. Ποιόν εαυτό δηλαδή; Έξω απο το παράθυρο πάλι πιάσανε κουβέντες. Ενδιάμεσα ακούω και κάποια γέλια. Πόσο μισώ τα αυθόρμητα γέλια! Αυτά που βγαίνουν απο ευτυχείς ανθρώπους, και απο ανέμελα στόματα.
Και το δικό μου σφαλιστό.

Δεν με ξέρω καθόλου. Κοιτάζω πάλι τον καθρέφτη και δεν βλέπω τίποτα μέσα του. Είναι αλήθεια; Μπορεί;
Ίσως, και σίγουρα.
Κι εγώ πουθενά, και παντού
Μπερδεμένη ζωή και μπερδεμένες σκέψεις, και ανύπαρκτα συναισθήματα.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Για την Αγγελική...που έγινε άγγελος

Τι λόγια να πω...
Και η φωνή μου να τα ντύσει...
Που πιά δεν έχω φωνή.

Μισή. Ποτέ πια ολόκληρη. Μισή και σημαδεμένη.
Γιατί;
Γιατί τα όνειρα δεν ξεχνιούνται. Δεν θάβονται. Και δεν χωρούν σε άσπρες κάσες.
Τα όνειρα μένουν πάντα σφηνωμένα στην καρδιά μου. Και στην καρδιά σου.
Την καρδιά μας. Μαζί
Μα δεν ξεχνώ...
Όχι. "Οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχνάς" μου λέει κάποιος. Μα δεν υπάρχει ο θάνατος.Υπάρχει μόνο η σιωπή της θύμησης σου.

Τα καλοκαίρια που ποτέ ξανά δεν θα είναι τα ίδια. Τα μαλλιά σου στους ώμους μου που πάντοτε μοσχοβολούσαν θάλασσα και λουλούδια.
Τα πιο μεγάλα μάτια με το αθώο βλέμμα.
Και το χαμόγελο. Μια μικρή ανάσα χαμόγελο και μια ζωή. Μαζί.

Μετά;

Μετά δεν μένει τίποτα και όλα εδώ είναι. Πίσω. Μαζί.
Δεν ξεχνάω τίποτα. Θυμάμαι ακόμα τον αριθμό του τηλέφωνου σου, το σπίτι σου, και την αυλή μου. Τα πιο μεγάλα όνειρα, στα πιο μικρά κεφάλια. Τα δικά μας. Θυμάσαι;

Μ'αγαπάς μου είχες πει, αλλά ποτέ δεν ορκίστηκες οτι δεν θα μέ αφήσεις. Και ούτε εγώ ορκίστηκα πως θα μείνω εδώ. Δεν έδωσα καν τον όρκο της αγάπης. Μα το ξέρω. Και το ξέρεις. Εγώ και εσύ πάντα μαζί.

Δεν μετανιώνω για τίποτα και θέλω όλα να τα αλλάξω. Γιατί μου λείπει.
Το χαμόγελο σου των έξι χρόνων που ήταν πάντοτε το ίδιο. Και η μορφή σου.
Δεν σε χαιρετώ όχι, δεν πάς πουθενά. Μαζί.

Δεν σε αφήνω.Μαζί.

Ίσως και μόνο απο την αγάπη με ακούσεις. Πάντα εδώ θα είμαι. Στα ίδια. Μα ποτέ ξανά ίδια.
Σε έχω δίπλα μου το ξέρω. Πάντοτε θα σε έχω. Πρώτη φορά νιώθω σχεδόν αθάνατη. Γιατί ξέρω. Το ξέρω. Δεν θα άφηνες ποτέ να πάθω κακό.
Θα με προσέχεις. Κι αυτό το ξέρω. Το νιώθω ήδη.

Δεν είμαι μόνη. Δεν είσαι μόνη. Μαζί. Μαζί. Για πάντα.

Κι όσο κι αν θέλω να πιστέψω πως έφυγες για πάντα σε μια στροφή, πως πέταξες, σε πήραν μακριά μου, πάντα θα λαχταρώ εκείνο το πρώτο λεπτό της μέρας. Τότε, λίγο πριν ανοίξεις τα μάτια σου, που νομίζεις πως ξυπνάς απο ένα κακό όνειρο. Πως τίποτα δεν είναι αλήθεια. Όλα ψέμματα και όλα φθαρτά.

Μα εσύ αιώνια.
Αιώνια αγάπη.
Αιώνια θύμηση.
Υπόσχομαι. Υποσχόμαστε. "Πώς αλλιώς; Αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι"