Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Στα αληθινά

Κάθε φορά τα ίδια. Η ζωή μας που συμβαίνει χωρίς να το καταλάβουμε. Και η ευτυχία μας. Κλεισμένη μέσα στα πιο μικρά. Χαμόγελα σκέψεις και αλήθειες. Κανένας δεν έγινε ευτυχισμένος με ψέμματα. Δεν ταιριάζει. Να μοιράζεσαι να μη φοβάσαι.
Ο εαυτός μας πάντα ο μεγαλύτερος εχθρός. Να τον νταντεύουμε υπομονετικά σε ώρες ακατάλληλες. Να τον μισούμε. Να τον ερωτευόμαστε κι ύστερα να τον παραμελούμε. Κάθε φορά τα ίδια και ο κύκλος ανοιγοκλείνει. Οι φυσαλίδες σκάνε και ύστερα γίνονται άλλες. Και η ευτυχία μας.
Βαθιές ανάσες. Δεν είναι καλύτερα έτσι; Δεν ζούμε αρκετά; Τι δεν χωνέψαμε; Κλειστήκαμε στον κόσμο μας; Κι αν είναι ωραίος; Μα κι αν δεν είναι;
Το σκοτάδι τα απομνημονεύει όλα. Κι αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε. Κι αυτά που ξεχάσαμε. Να τα θυμόμαστε μόνο στα σκοτεινά. Μα τώρα καλοκαίρι.
Θέλω να πω τόσα πολλά, έχω να πω αλήθειες. Και ποιόν πονάνε τελικά; Πονάνε περισσότερο απο τα ψέμματα; Δε σε αφορά. Μη μπλέκεις. Κι αν θέλω;
Τι σημασία να χει το θέλω; Έχει. Είναι η ευτυχία. Αυτή δεν κυνηγάμε; Ναι αλλά το πρέπει;
Το πρέπει θα μάθει να κάνει υπομονή. Θα συνηθίσει στο σκοτάδι του. Κι αν είναι αργά; Δεν είναι ποτέ αργά. Εξαρτάται απο ποιό σημείο θα πιάσεις το κουβάρι. Απ΄την αρχή του ή απ το τέλος; Και ποιός ξέρει ποιό είναι τι; Ποιός έδωσε σε δύο ίδια πράγματα διαφορετικά ονόματα; Ποιός έβαλε τα δύο άκρα μιας κλωστής να ονομάζονται αρχή και τέλος; Ποιός αποφάσισε την αρχή και το τέλος; Ποιός ξέρει;
Κατανοώ τα πάντα. Εκτός απο τα ψέμματα. Δε μου αρέσουν. Ήρθε η ώρα να τα λέμε ανοιχτά. Να μη φοβόμαστε. Να μην μας πληγώνουν. Να μη τα κουκουλώνουμε. Να συνειδητοποιούμε. Και να συνηθίζουμε. Συνήθισα. Δε συμβιβάστηκα. Συνηθίζεις και ζεις. Αυτό είναι ευτυχία τελικά. Η άρνηση σε βάζει πάντα στο κουκούλι σου. Σε προστατεύει. Μα δε σε κάνει ευτυχισμένο.
Κι αν έρθουν χειρότερες μέρες ας είναι τουλάχιστον αληθινές. Κι αν νιώθεις κάπως παράξενα είναι που κρύβεις την αλήθεια και δεν την αφήνεις να αναπνεύσει. Κάνε την αρχή, πες και εσύ μια αλήθεια.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Οκτώβριος

Ίσως κάποτε ξανασυναντηθούμε. Τυχαία, και γύρω γύρω σκοτάδι. Έχω παιδέψει το μυαλό μου να θρέφει ελπίδες, ύστερα από τόσα χρόνια το ίδιο κάνει. Και ξανά κάτι τελειώνει, εγώ έρμαιο των αποφάσεων άλλων, ανίκανη να διεκδικήσω, ανίκανη να αποδεχτώ. Ίσως λοιπόν μια μέρα, όταν γύρω γύρω τα πάντα θα είναι σκοτάδι εγώ να δω. Να δω για πρώτη φορά με τα εσωτερικά μάτια, μια αλήθεια αυταπόδεικτη. Ίσως, δίπλα σε μια βαρκούλα ή σε ένα ποτάμι. Δε θα χει σπίτια και πολυκατοικίες, δε θα έχει βαβούρα, θα χει ηρεμία και φύση. Όπως συνήθισα. Με γιάτρεψες, με έκανες ξανά ολόκληρη, είχα έρθει με μια τρύπα τεράστια να κουβαλάω μέσα μου, σαν πηγάδι. Κι εσύ με γιάτρεψες, με πήρες απ το χέρι και μου έδειξες τον κόσμο. Σου το έδωσα το χέρι, δεν το δίνω πάντα. Με τρομάζουν οι ξένες παλάμες. Μέχρι να τις συνηθίσω.
Και ήρθαν τα χρόνια, γεμάτα ασφάλεια, γεμάτα έρωτα. Και την αγάπη αυτή που ακούς και δεν πιστεύεις. Ήταν κάποτε μια εποχή που όλα μοιάζαν όμορφα. Τα χειρουργεία και τα κλειστά δωμάτια, η Αθήνα με τις πληγές της, η ρουτίνα, ο πικρός καφές, το άδειο πορτοφόλι. Όλα μοιάζαν όμορφα, όλα είναι όμορφα όταν το χέρι σου κουμπώνει με ένα άλλο. Όταν το χνώτο σου ταιριάζει με ένα άλλο. Όταν τα δάχτυλα σου πλέκονται όμορφα με άλλα δάχτυλα. Κρυφτό στα σκοτάδια και αγαλματάκια ακούνητα. Γέλια πνιχτά και γέλια τρανταχτά. Τα τσιγάρα τα μοιρασμένα. Τα μεθύσια, τα αμάξια. Εσύ ο οδηγός και εγώ πάντα ο συνοδηγός. Πάντα στο πλάι σου ταξίδευα. Κι ας ήμουν κι ας δεν ήμουν στο πλάι σου.
Τα μεγαλύτερα όνειρα, είναι αυτά που δεν έχουμε πραγματοποιήσει ακόμα, τα μεγαλύτερα ταξίδια είναι αυτά που δεν έχουμε κάνει ακόμα. Κι αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο απ όλα δεν στο χω πει ακόμα. Παρόλα αυτά σ'ευχαριστώ. Κι αν η τρύπα δεν κλείσει, αυτή η τρύπα μέσα μου, αυτή η τεράστια που ήρθε από το πουθενά, να μην ανησυχείς. Εγώ την έχω ξαναζήσει. Μου αρκεί να ταξιδεύω. Μου αρκεί να ονειρεύομαι. Και να παιδεύομαι. Να βάζω τη ζωή μου κάτω και να την ξαναμηδενίζω. Κι ας στρέψω μια μέρα το κεφάλι μου, κι εσύ δεν είσαι εκεί. Σ'ευχαριστώ.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Σαν σήμερα

Κάποια στιγμή, κάποτε, κάποια μέρα, σε κάποιο μέρος και χρόνο πρέπει να ξεκινήσω να γράφω ξανά. Έστω ημερολόγιο, έστω αρλούμπες και μαλακίες. Κάτι μικρό. Κάτι μεγάλο. Να γράφω και να μαι καλά. Απελπισμένες προσπάθειες να αναγεννηθώ. Σκατά. Μια χαρά θα είμαι αύριο. Δε θα βρίζω. Σήμερα θυμήθηκα κάτι πολύ κακό. Έτσι απλά. Γι'αυτό. Αύριο πάλι...

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Trendy φτώχεια, trendy επανάσταση


Εντάξει, το ξέρω ότι έχω καιρό να γράψω. Η αλήθεια είναι πως όταν σε απασχολούν άνθρωποι ξεχνάς αυτά που απασχολούν εσένα. Και άλλωστε πάντοτε αντιμετώπιζα το γράψιμο σαν μια ψυχοθεραπεία. Μοναξιά και αυτοτέλεια. Τότε. Συλλογικότητα, τώρα. Σύλλογος, συλλογίζομαι... Όπως και να είναι. Το παρακάτω πόστ-κράξιμο είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στην Alexia Zed, γιατί μόνο αυτή ξέρει χωρίς φόβο και με πολύ πάθος.

Χθές ήταν για όλους μια μέρα ανήσυχη. Ναι καλά, εμένα ήταν τα γενέθλια μου και το γιόρτασα και χαμογέλασα και δεν ντρέπομαι καθόλου γι αυτό. Φτάνει πια αυτή η έκφραση του μνημόσυνου. Μου θυμίζει κάτι ηλίθιους τύπους που έρχονται στις κηδείες ανθρώπων που έχουν να δουν 10 χρόνια, στεναχωριούνται δήθεν και την επόμενη μέρα έχουν ξεχάσει τι έκαναν χθές. Κύριε που διαδηλώνεις, τα ιδανικά δεν μπαίνουν στο ντουλάπι, τα φυλάμε και τα βγάζουμε συγκεκριμένες μέρες έξω για να τα ανεμίσουμε. Δεν είναι κουβέρτες που θα πιάσουν σκόρο. Σταμάτα λοιπόν να ακολουθείς σαν το πρόβατο τους άλλους. Η επανάσταση δεν είναι μιμητική. Η επανάσταση είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση του καθένα. Με το να διαδηλώνεις την ίδια μέρα που θα ψηφιστεί ένα καινούργιο μέτρο που θα σε τσούξει είναι σαν να δίνεις φάρμακο σε άρρωστο σε τελικό στάδιο. Θα πεθάνει! Να εξαιρέσω βέβαια απο όλο αυτό κάποιους. Είναι αυτοί που είναι πάντα εκεί. Ακόμα κι όταν η πορεία δεν είναι τρέντι. Αυτοί που έχουν φάει δακρυγόνα, πέτρες και καπνογόνα με το τσουβάλι, όχι επειδή γουστάρουν πόλεμο αλλά επειδή δε φοβούνται. Δεν εννοώ τους αγανακτισμένους που κοπανάνε κατσαρόλες, δεν εννοώ τα πρόβατα που ακολουθούν άλλα πρόβατα,δεν εννοώ τα κομματόσκυλα ξέρουν αυτοί ποιούς εννοώ. Αυτοί που δε διαβάζουν πριν κατέβουν στην πορεία το "δεκάλογο του καλού στυλ σε πορεία" σε lifestyle περιοδικά, αυτοί που δεν κρύβονται πίσω από τις ποδιές άλλων μην τυχόν και τους δεί κανένας μπάτσος, αυτοί που δεν πάνε στην πορεία τη μια μέρα και την επόμενη ξυπνάνε στις 8 να πάνε για δουλειά (μην πει τίποτα και ο προιστάμενος).

Δεν γίνεται να μην έχεις καταλάβει φίλε, ότι μια μέρα απεργία ποτέ δεν τρόμαξε κανέναν. Πως το να δουλεύεις για 400 ευρώ σαν το σκυλί είναι απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, και κυρίως πως δεν γίνεται να έχεις καθαρή τη συνείδηση σου έτσι!
Α εδώ περνάμε σε χειρότερο κεφάλαιο. Από τότε που η πορεία έγινε τρέντι ξαφνικά όλοι γίναμε επαναστάτες, αποκτήσαμε συνείδηση, άποψη, γίναμε ιντελεκτουάλ, κουλτουριάρηδες, ιδεαλιστές. Και βλέπεις κοπέλες να κατεβαίνουν στην πορεία και να ψάχνουν τον επόμενο Johhny Depp αναρχικό που θα τις συγκινήσει. Που πας καημένη με το τακούνι; Εσύ που βαράς την κάρτα σου κάθε μέρα και είσαι το σκυλάκι του αφεντικού πας να βγάλεις το άχτι σου; Πας να κάνεις την επανάσταση σου εκεί που δεν σε ξέρει κανείς; Εσύ που σπάς τα μάρμαρα; Ούτε εσένα σε ξέρει κανείς. Κρύβεσαι πίσω απο την ανωνυμία σου. Κομπλέ κι εσύ. Κατέληξαν οι πορείς ένα μεγάλο όργιο που την επόμενη μέρα κανείς δεν ξέρει τι έκανε χτες, κανένας δε θυμάται, άντε σε κάποιους να έμεινε κανένα τραύμα κι αυτό επειδή θα ήταν πρωτάρηδες. Μια παρτούζα ανίδεων που δε γεννάει ουτε μια ιδέα.

Όχι δεν είμαι θυμωμένη γενικά. Είμαι ειδικά. Είμαι θυμωμένη με εσένα επίσης, που θες να μεταναστεύσεις στη Γαλλία επειδή έτσι σου λένε τώρα η μαμά και ο μπαμπάς ότι πρέπει να κάνεις. Πρόβατο. Νομίζεις ότι θα πας σε μια ξένη χώρα και θα ζεις σαν τον Παπακαλιάτη; Χα! Δεν θα σου φέρονται καλύτερα απ ότι φέρονται τα δικά μας ζώα στους Πακιστανούς και τους Αφρικανούς.

Είμαι θυμωμένη και με σένα ιδεαλιστή του κώλου, που ψάχνεις είδωλα να θεοποιήσεις και να τα ακολουθήσεις. Δεν έζησε κανείς χωρίς αγέλη συμφωνώ! Τι θα κερδίσεις με το να είσαι όμως πάντα ένας τροχός μια άμαξας; Σταμάτα να θεοποιείς ατάλαντους λοιπόν, ανθρώπους με ψεύτικο ήθος επειδή είναι μπροστά, και ξεστραβώσου! Όλοι φτωχοί είμαστε κύριε νεόπλουτε που ξαφνικά δεν έχεις να πας στα μπουζούκια, μην αγχώνεσαι μπορούμε να ζήσουμε κι έτσι με ποιότητα. Η ελευθερία όμως δεν χαρίζεται. Δεν έμαθες τίποτα βέβαια στα σχολικά χρόνια γιατί η μόνη σου έννοια ήταν να σε χώσουν σε ένα πανεπιστήμιο να το τελειώσεις και να σε χώσουν μετά σε μια άλλη δουλειά. Αν ήξερες ιστορία ίσως δε θα ήσουν αναγκασμένος να την ξαναζήσεις.
Μη βρίζεις λοιπόν φίλε μου και μην εξάπτεσαι, μην ακολουθείς σαν πρόβατο τους άλλους, μην πιστεύεις σε τίποτα, μην περιμένεις απο κανέναν άλλο να σε σώσει, μη παρακαλάς τους Ανώνυμους να καλύψουν τον κώλο σου, μην κρύβεσαι πίσω απο κουκούλα, μη βρίζεις μόνο αυτούς που είναι μέσα στη βουλή, μην βγάζεις την ουρά σου απέξω, μην κρύβεσαι πίσω απο την ανωνυμία που σου χαρίζει ενα μαζικό κίνημα, αν η επανάσταση δεν ξεκινήσει απο μέσα σου πρώτα δεν πρόκειται να γίνει ποτέ.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Τα παιδιά της γειτονιάς




Η γειτονιά ήταν από νωρίς το πρωί σήμερα στο πόδι. Στις πέντε ακριβώς χτύπησε το κουδούνι. Η μητέρα έτρεξε σαν τρελή να ανοίξει φορώντας την μπλούζα της ανάποδα. Είχε αρχίσει να τα χάνει κι αυτή σιγά σιγά, μεγάλη γυναίκα. Τι έγινε; Η γειτόνισσα έκλαιγε γοερά. Κάθισε στα σκαλοπάτια του σπιτιού μας και ο σκύλος άρχισε να γλύφει διστακτικά τις παντόφλες της. Κανονικά θα σιχαινόταν μια τέτοια κίνηση. Μισούσε οτιδήποτε είχε τρίχα και γάβγιζε. Σήκωσε όμως το χέρι της και τον χάιδεψε με τόση ευγνωμοσύνη σαν να της είχε κάνει το καλύτερο κομπλιμέντο του κόσμου. Η κυρα Φιλιώ είχε έρθει να μας πει ότι ο κύριος Νίκος, που έμενε ακριβώς δίπλα από αυτή κρεμάστηκε από τον πολυέλαιο του σαλονιού. Είχε τρία παιδιά και μια αξιαγάπητη γυναίκα. Από αυτές τις ευτραφείς που έχουν πάντα κάποιο γλυκό στο σπίτι και όταν πήγαινες σου έβαζαν και για το δρόμο. Οι τρείς γιοί του πηγαίνουν ακόμα στο σχολείο. Η μάνα μου τα άκουγε όλα σιωπηλά. Στο τέλος αγκάλιασε την κυρα Φιλιώ. Εγώ βγήκα θυμωμένη απο το δωμάτιο έτοιμη να διαλύσω ότι εμπόδιο έβρισκα μπροστά μου.
Ο κύριος Νίκος ήταν απλώς ενας κύριος Νίκος. Ιδιωτικός υπάλληλος σε μια εταιρία που έκλεισε πέρυσι. Απο τότε τον θυμάμαι να χαζεύει απο το μπαλκόνι του σπιτιού την απέναντι οικοδομή που χτιζόταν. Πολυτελείς μεζονέτες προσεχώς. Τα παιδιά του ήταν τα πιο διαβαστερά παιδιά της γειτονιάς. Ο Φάνης ο μεγάλος σημαιοφόρος. Χτές το μεσημέρι τον πέτυχα να γυρίζει απο το σχολείο κρατώντας τις φωτοτυπίες ανα χείρας. Έχει πολύ μέλλον ο Φάνης. Είχανε πει ότι θα τον έστελναν στο εξωτερικό να σπουδάσει μόλις τελειώσει το λύκειο. Ο Φάνης έχει ξανθά μαλλιά και φακίδες. Σέρνει λιγάκι στην προφορά το ρό, αλλά αυτό δε μας αφορά. Θέλει να γίνει αρχιτέκτονας και να ασχολείται με δομικά έργα. Μικροί στη γειτονιά όταν παίζαμε, ήθελε πάντα να είναι αρχηγός. Κουβαλούσε πάντοτε μια μικρή πένσα. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτή τη συνήθεια αλλά του άρεσε να διορθώνει πράγματα. Μια φορά έπλενα το αμάξι στο δρόμο και ήρθε και με βοήθησε. Μου διόρθωσε και τη μικρή απόκλιση που είχε ο ένας υαλοκαθαριστήρας. Όταν φτιάχναμε το σπίτι μας είχε πει πως ο ανατολικός τοίχος ήθελε ακόμα ενα παράθυρο. Όταν τελείωσε το σπίτι όντως χρειαζόταν άλλο ένα παράθυρο στον ανατολικό τοίχο.
Ο Γρηγόρης είναι ο μεσαίος. Έχει ανοιχτά μαλλιά και σκούρα μάτια. Τον Γρηγόρη σπάνια να τον πετύχεις στις καλές του. Κυκλοφοράει πάντοτε με τα πόδια ακούγοντας μουσική. Μέχρι πρόσφατα τον νόμιζα για πολύ αντιπαθητικό τύπο. Μέχρι που μια μέρα περνώντας έξω απο το σπίτι τον άκουσα να παίζει πιάνο. Ο Γρηγόρης θέλει να γίνει μουσικός. Τον κάλεσα σπίτι και του δάνεισα κάποια απο τα μουσικά βιβλία μου. Δε μου τα επέστρεψε και ούτε τα θέλω, αυτός ξέρει να τα χειριστεί καλύτερα και να τα απογειώσει. Είχαμε πει να τραγουδήσουμε μαζί στη γιορτή του σχολείου τον Οκτώβριο. Αμα τον δώ θα τον ρωτήσω. Έμαθα ότι θέλει να σπουδάσει μουσική τεχνολογία. Εγώ θα ήθελα να σπουδάσει στο μουσικών σπουδών, αλλά λέει ότι δε θα πιάσει τόσα μόρια.
Ο Αναστάσης ο μικρός, πάει έκτη δημοτικού. Του αρέσει να παίζει μπάλα και να κάνει σκετσάκια στις κούνιες για τα άλλα παιδιά. Τον έχω δει πολλές φορές να μιμείται διάσημους και έχω ενθουσιαστεί. Μου χει παίξει τον Λαζόπουλο, τον Κόπερφιλντ και τη Λάσκαρη. Είναι ζουζούνι. Όταν μιλάει φτύνει και λίγο αλλά αυτό τον κάνει ακόμα πιο αγαπητό. Τον Αναστάση τον θαυμάζω. Έχει και λίγο ψευδή φωνή, μπάσα. Ο Αναστάσης ξέχασε χτες έξω το ποδήλατο του και χτύπησα το κουδούνι για να το πάρει μέσα. Με αντάμειψε παίζοντας μου όλο το σκετσάκι του Μιλτιάδη απο το "Είσαι το ταίρι μου". Αυτό που τραγουδούσε στα αρχαία ελληνικά. Ο Αναστάσης έχει κατάξανθο μαλλί σαν το άχυρο ίσιο και καμιά φορά η φράντζα πέφτει στα μάτια του και την φυσάει σαν την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Η κυρία Ευτυχία με κερνάει πάντα γλυκά. Φτιάχνει υπέροχο χαλβά και αμυγδαλωτά αλλά δεν πετυχαίνει το σάμαλι. Του βάζει πολύ σιρόπι και δεν μπορείς να το κόψεις. Είναι καστανή με πολύ ανοιχτά μπλέ μάτια και παχουλή με ανοιχτή περιφέρεια. Φοράει συνήθως φουστάνια με λουλούδια και ζώνη. Δε φοράει ποτέ τακούνια και δεν οδηγάει. Πηγαίνει στη λαική με τα πόδια και όλοι την συμπαθούν γιατί έχει ένα γέλιο κελαρυστό και λεπτό σαν τις ψιλές νότες του βιολιού. Η κυρία Ευτυχία δεν έχει πια ευτυχία.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Φάνης, ο Γρηγόρης και ο Αναστάσης έφυγαν. Ένα φορτηγό ήρθε και φόρτωσε τα πραγματα τους. Δεν πρόλαβα ούτε να τους χαιρετήσω. Ο Γρηγόρης έδωσε στην κυρα Φιλιώ μια χειρόγραφη παρτιτούρα να μου τη δώσει. Κανένας δεν ξέρει που πήγαν και έμαθα ότι στο σπίτι έμεινε μόνο ο πολυέλαιος.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Survivor project


"Κι όμως είμαι ακόμα εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι" όπως λέει και το γνωστό ρόκ άσμα, που μετά το πήρε η Βανδή και το ξεπάστρεψε και έγινε το παγωτό λιωμένο και μάπα. Και επειδή οι διακοπές μου όπως και πέρσι, όπως και στα επόμενα χρόνια απ ότι προβλέπεται, θα περιορίζονται σε τρείς μόλις μέρες -οικονομική κρίση, γαρ- θα σας περιγράψω όσα ζήσαμε στην παραλία της Γκιωνάτης. Δεν την ξέρετε; Ούτε κι εμείς.

Ξεκινήσαμε πρωί της Παρασκευής. Πολύ πρωί. Έτσι γίνεται στις διακοπές για να καταλαβαίνεις ότι ξεκινάς να αλλάξεις παραστάσεις με το μάτι μες στην τσίμπλα. Κι ας είχαμε μόλις μιαμιση ώρα δρόμο. Τελικά κάναμε τέσσερις. Όταν πηγαίνεις διακοπές με πολλά άτομα πρέπει να υπολογίζεις για τον καθένα και μια διαφορετική στάση. Όχι, δεν θέλουν όλοι να πάρουν τσιγάρα απο το ίδιο περίπτερο. Επίσης, όλο και κάποιος θα χει ξεχάσει κάτι πίσω και θα πρέπει να γυρίσεις. Τέλος πάντων. Αφου φορτώσαμε τα αμάξια σαν τα γαιδούρια ξεκινήσαμε για μια άγνωστη παραλία στο πουθενά.

Αφού φτάσαμε στο πιο κοντινό χωριό αρχίσαμε να κοιτάμε τριγύρω μήπως και βλέπαμε την παραλία. Πουθενά παραλία, και επίσης πουθενά ταμπέλα (αθάνατη Ελλαδάρα). Να ναι καλά το google earth που το χα μελετήσει την προηγούμενη πιθαμή προς πιθαμή για να το απομνημονεύσω σα χάρτη, και καταφέραμε να βρούμε ενα χωματόδρομο που μάλλον κάπου πήγαινε. Σε συνδυασμό με τις οδηγίες ενος φίλου φίλων που μιλούσε βλάχικα στο τηλέφωνο και καταλάβαινα τα μισά φτάσαμε σε μια διχάλα με τρεις χωματόδρομους. Τέλεια, τώρα έπρεπε να πετάξουμε πετραδάκια για να μας βρουν οι υπόλοιποι που θα έφταναν την επόμενη μέρα. Με τα πολλά φτάνουμε σε ενα πλάτωμα και αρχίζουμε τον ποδαρόδρομο. Παραλία πουθενά ακόμα. Αφού μας κυνήγησαν σκυλιά, μας έπνιξε η σκόνη και βγάλαμε κάλους μπήκαμε ταλαιπωρημένοι στη βίλα που ήταν μπροστά μας. Και αφού γλύψαμε τον ιδιοκτήτη να μας ανοίξει το προσωπικό του μονοπάτι προς την παραλία (αθάνατη Ελλαδάρα 2) φτάσαμε φορτωμένοι σαν τα γαιδούρια. Εδώ αρχίζει το Survivor.

Κι αφού αρχίσαμε να βρίζουμε ο ένας τον άλλον, και όλοι μαζί τον ακτιβισμό που μας έπιασε να κουβαλήσουμε ενα βουνό πράγματα απο ένα βουνό θρονιαστήκαμε στο μαύρο βότσαλο και αρχίσαμε να στήνουμε τα τσαντήρια μας. Το κύμα στη θάλασσα εν τω μεταξύ έφτανε τα 2 μέτρα και αρχίσαμε να καταριόμαστε το κωλόκαιρο που δε θα μας άφηνε να παίξουμε με τα 25 φουσκωτά που είχαμε φέρει. Η παραλία κατα τα άλλα παρθένα και πανέμορφη. Άλλες 3 σκηνές με πραγματικούς ακτιβιστές χίπιδες που μάλλον κορόιδευαν την ασημί τσάντα θαλλάσης που είχα στους ώμους. Τι εννοείτε θα πάω για κάμπινγκ χωρίς παρεό και καφτάνια;

Όταν πας για ελεύθερο κάμπινγκ πρέπει να γνωρίζεις δύο πράγματα. Πρώτον, ξεχνάς τις βιολογικές σου ανάγκες για φαγητό τουαλέτα και καλλωπισμό και δεύτερον, όταν πας ελεύθερο κάμπινγκ με άλλους σημαίνει ότι θα είστε συνέχεια μαζί, στην τέντα, στη θάλασσα, στη φωτιά. Νευρικός κλονισμός. Το πρώτο βράδυ ακούσαμε μπινελίκια για τους πυρσούς. Θα καίγαμε το δάσος μας φώναζαν απο πάνω οι Ελληνάρες με τις βίλες. Τη δεύτερη μέρα όμως μας φώναξαν με μεγάφωνο ότι είχε γίνει ζημιά με τα αμάξια. Ανεβήκαμε στο μισό χρόνο το βουνό που κατεβήκαμε τη προηγούμενη πιστεύοντας ότι είχε γίνει καραμπόλα και ότι θα πληρώναμε τις διακοπές στο κάμπινγκ πιο ακριβά απο το να πηγαίναμε σε σουίτα στη Μύκονο. Τελικά οι Ελληνάρες των αυθαιρετων θέλανε να πάρουμε τα αμάξια, να τα βάλουμε στο κεφάλι μας προφανώς, γιατί εμποδίζαμε τα λεωφορεία (!). Υπενθυμίζω ότι ήμασταν στη μέση του πουθενά. Και μετά εμφανίστηκε ο κυρ Μανώλης.

Κυρ Μανώλης εστί ο ιδιοκτήτης της βίλας, της μεγαλύτερης στην περιοχή. Και όσο μεγάλο ήταν το σπίτι του, τόσο μεγάλη ήταν και η καρδιά του. Το επόμενο βράδυ πήραμε το δεύτερο έπαθλο του Survivor. Το πρώτο είχε φτάσει το πρωί απο τη θάλασσα. Πάγος και τηγανόψωμα απο τη μάνα μου, απο τη βάρκα. "Θέλετε να σας παραγγείλω πίτσες;" ακούστηκε ένας αντίλαλος στην παραλία. Δεν μπορεί, πλάκα μας κάνει. Κι όμως, μέσα σε μια ώρα είχανε φτάσει 6 πίτσες ζεστές στην παραλία, στην άκρη του Θεού, και φάγαμε μέχρι να σκάσουμε. Ύστερα παίξαμε τις κιθάρες μας για το ευχαριστώ, το συγκρότημα έπαιξε τα σουξέ του, και κάπως έτσι ανεβαίνοντας την επομένη πάλι το βουνό, και μετά ένα άλλο βουνό φτάσαμε σπίτια μας. Με εγκαύματα σε όλη την πλάτη, με τη θάλασσα λάδι τις δύο τελευταίες μέρες, και τα κουτιά της πίτσας στα σκουπίδια εννοείται.

Καλό καλοκαίρι...

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Επιστροφή στο εσύ



Θυμάμαι μια πολύ συγκεκριμένη σκηνή. Οτί ήμασταν λέει δίπλα σε ένα οργισμένο ελαφρά ποτάμι, δίπλα ακριβώς. Πάνω σε δύο βραχάκια, ή ψέμματα. Εγώ ήμουν στο βραχάκι, κι εσύ λίγο πιο δίπλα. Πέτρες δεν είχε; Δεν Θυμάμαι. Δίπλα. Ίσως πάλι να τα φαντάστηκα όλα αυτά ή να τα βγάζω απο το μυαλό μου. Μια εκκλησία; Καμπάνα; Και μια πηγή δίπλα. Όχι είμαι σίγουρη. Δεν τα έχω βγάλει απο το μυαλό μου όλα αυτά. Αυτό ήταν το τοπίο. Ίσως, λίγο περισσότερο πραγματικό απ την πραγματικότητα μας. Υπήρχε κι ενα ηλιοβασίλεμα αλλά γι αυτό ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα.

Χέρια και ανάσες. Αυτά μου μένουν πάντα. Μπορεί να ξεχνάω επίμονα ολά τα άλλα χαρακτηριστικά, τα χέρια όμως ποτέ. Γιατί τυπώνονται τόσο έντονα; Κρατάνε. Έχεις κρατήσει την ομπρέλα μου. Κράτησε τη. Είναι μεγάλη και προστατευτική. Θα σου χρειαστεί. Δεν χρησιμοποιείς; Λυπάμαι. Εγώ πάντως να θυμάσαι ότι στη χάρισα. Δεν θέλω να την κρατάω πιά. Συνήθισα να βρέχομαι. Συνηθίσαμε. Να μην κρατάμε χέρια, ακόμα κι όταν βρέχει. Δεν την είχα χρησιμοποιήσει ούτε εκείνη τη μέρα την ομπρέλα αυτή. Δε με ένοιαζε. Είχα αφεθεί πλήρως στα χέρια σου. Κι εσύ κάτι έγραφες σε ενα χαρτί στο κομοδίνο, κι έσκυψα να σε φιλήσω, μήπως πρόλαβα να σηκωθώ; Εκεί έμεινα.

Μου αρέσει η νύχτα. Τα βράδια. Γιατί εκεί μπορώ να κρύβομαι πιο εύκολα. Ξυπνάω τα βράδια εγώ, δεν θέλω να ζω στη μέρα και να μου φαίνονται όλα αληθινά. Μου αρέσουν τα ψέμματα. Βασικά, μου αρέσουν οι αλήθειες μέσα στα ψέμματα. Αυτές ψάχνω. Να είναι το φεγγάρι παρανυχίδα και να το λέω πανσέληνο. Αυτό ψάχνω. Ίσως πάλι να μου αρέσουν τα βράδια γιατί εκεί μπορώ να ονειρεύομαι ανενόχλητα, χωρίς να στοιχίζει σε κανέναν. Ησυχία, θέλω να κοιμηθώ τώρα, αυτό μου έμεινε...


"Αλλά τα βράδια, τι όμορφα που μυρίζει η γή. Τι όμορφα! Τι όμορφα, που μυρίζει η γή...
Δως μου το χέρι σου...Δως μου το χέρι σου!"
(Θεσσαλονίκη, Δον Κιχώτης 2010. Με ένα τσιγάρο στη μπάρα,
στη γνωστή μας τη θέση.)

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Όλα αυτά που μείναν πίσω

Αυτή τη φορά τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Το είχα προβλέψει άλλωστε. Όχι πως έχω μαντικές ικανότητες, αλλά πώς γίνεται να μείνει ίδιο κάτι που έχει την τάση να εξελίσσεται;
Φυσικός νόμος και αυτό. Κουβάλησα στο σάκο μου πολλά πράγματα και άλλα τόσα μέσα μου. Αυτή τη φορά δεν θα κατέβαινα στο Σύνταγμα όμως. Ούτε θα περίμενα έξω απο το υπουργείο το τρόλει. Η διαδρομή ήταν διαφορετική και αρκετά μακρύτερη. Έκανα υπομονή. Μια όμορφη μελωδία μου χάιδευε τα αυτιά και υπέμεινα αναμονές και προσμονές.

Κι όμως, αυτή η πόλη έχει την ιδιότητα να με μαλακώνει. Να με αλλάζει λίγο και να με κάνει να κοιτάζω μπροστά. Ή απλώς να κοιτάζω. Δεν είναι η πόλη ακριβώς. Είναι ο αέρας μιας μεγάλης συνήθειας. Και αυτοί που σε περιμένουν εκεί, για να γελάσεις μαζί τους και να προβληματιστείς. Εκείνοι, δεν έχουν να σου πουν πολλά. Απλώς σου δείχνουν γιατί σε ξέρουν λίγο παραπάνω, κι εσύ καταλαβαίνεις, δε θες περιστροφές κι επεξηγήσεις. Γύρισα με προβλήματα. Δεν συζήτησα όμως τίποτα. Ήπια τέσσερα διαφορετικά ποτά και μαζί τους ξεχάστηκα. Θυμήθηκα πως είναι να είσαι όμορφα και ανέμελα. Όχι πως τελευταία έχω πολλές έγνοιες να με απασχολούν.

Τα συναισθηματικά δράματα τα έχω περάσει. Τα περνάω. Κι όμως, πάντα κάτι λείπει. Αυτό που θα φέρει την απογείωση. Ξέρω, έχω τη μανία να πλέκω τόσο τεράστιες ιστορίες για απλές χειραψίες, κι όμως, αυτό δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω. Είναι ο κινητήριος μοχλός μου. Μια αλλιώτικη ελπίδα πως πάντα όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά. Κι ας ξέρω, πως τίποτα δεν θα πάει καλά τελικά. Είμαι παράξενα αφελής.

Περνώντας απο την Ακαδημίας στην Πανεπιστημιού (εγώ θέλω να την λέω πάντα Πανεπιστημίου όσα ονόματα κι αν αλλάξει, είμαι γραφική) είδα λίγο απο τον ουρανό. Τελευταία βλέπω πολύ ουρανό. Πολύ θάλασσα. Έχω τα πιο απλά σε υπερθετικό βαθμό. Μου λείπουν όμως τα σύνθετα. Ίσως απο τη φύση μας πάντα να επιδιώκουμε να μπλέκουμε και να μη ζούμε. Η υπερανάλυση της πραγματικότητας είναι μια παγίδα. Τι υπεραναλύεις άνθρωπε μου; Ζείς; Αυτό έχει σημασία!

Και αντιλήφθηκα κάτι πολύ σημαντικό για τα δράματα μου. Ποτέ δεν ερωτεύθηκα άνθρωπο πρώτη. Πάντα ερωτευόμουν εκείνους που μου το έδειχναν, και έλεγα ναι, δεν βαριέσαι. Κι ύστερα ήταν και το άλλο. Πάντα παιδευόμουν με εκείνους που μου το έδειξαν και μετά το πήραν πίσω. Μα γιατί να το πάρεις πίσω; Μα αλήθεια, όλοι αυτό δεν κάνουμε; Μεγαλώνουμε. Έτσι τα εξηγώ όλα (πάλι υπεραναλύω).

Γιατί να το πάρουν πίσω όμως; Τόσο πολύ κοστίζει το να αφήνεσαι; Αυτή τη φορά στη Κολοκοτρώνη ντύθηκα μια υπέροχη απελευθέρωση. Γιατί δεν σκεφτόμουν τίποτα. Αλήθεια, τίποτα. Αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη τη στιγμή πως με έλεγαν δεν θα ήξερα να απαντήσω, θα ήθελα να το επεξεργαστώ πρώτα. Τόσο πολύ είχα αφήσει τον εαυτό μου να κυλήσει. Και να σας αποκαλύψω κάτι; Σε αυτή την πόλη που όλοι παραπονιούνται για δυσοσμίες και βρωμιές, εγώ ανεβαίνοντας τις σκάλες στην Κοραή είμαι σίγουρη πως μου μύρισε γαζία...

(ούτε εικόνα ούτε τραγούδι σήμερα. Έχω hangover.)