Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Ψυχή ασθενούσα


Είναι φορές που βγαίνω απο το σώμα μου.
Και τρέχω τότε, και αισθάνομαι.
Και βλέπω τον εαυτό μου,
πάνω σε ένα χειρουργικό τραπέζι.
Με τα φώτα να με τυφλώνουν.
Εκτεθειμένη και ανύμπορη.

Και τριγύρω μου γιατροί και φωστήρες.
Να με επεξεργάζονται
και να κάνουν διαγνώσεις.
Με εργαλεία παράξενα.
Και εγώ αδύναμη απο τη νάρκωση που μου κάνουν,
που σε μένα όμως δεν πιάνει καλά,
και πάντα ξυπνάω
πριν προλάβουν να επέμβουν με νυστέρια.

Κάπως έτσι είναι και η ψυχή.
Όπως το σώμα.
Ίδιο ακριβώς,
Εκτεθειμένη και ανοιχτή,
σε ένα πλήθος γνωστικών.
Που κοιτάζουν να την κάνουν καλά,
πονώντας τη.
Και πάντα υπάρχει ο κίνδυνος,
να τραυματιστεί θανάσιμα.

Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται...
Κι ο πόνος αυτός δε γιατρεύεται με τοπική αναισθησία.
Ούτε καν με ολική.
Ο πόνος γίνεται ακόμα πιο δυνατός,
κάθε μικρή στιγμή, της μεγάλης μέρας,
που μου λείπεις.
Που σου λείπω.
Που σε ξεχνάω.
Και απομακρύνεσαι...


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Ιδού η αγάπη σου



Η αλλαγή.
Φόβος; Ή απαίτηση;
Εγώ άλλαξα. Μεγάλωσα, λένε κάποιοι.
Εγώ λέω πως ακόμα με ψάχνω.

Όνειρα.
Αλλοπαρμένα.
Χαρτιά με σφραγίδες και υπογραφές,
και στιχάκια καμωμένα πάνω στα καρμπόν.
Έτσι είναι οι μεγάλοι;

Δεν είμαι καθόλου μεγάλη.
Στο σώμα μπορεί.
Όταν ισορροπώ σε τακούνια,
όχι τις άλλες ώρες,
και σίγουρα όχι στις ώρες του μυαλού.
Μικρή είμαι ακόμα.

Θα μεγαλώσω, δε φοβάμαι.
Μα φοβάμαι μην τυχόν και μεγαλώσω.

Ίσια παπούτσια, και τρέξιμο χωρίς πρωινό.
Λίγες αγάπες και παραπονεμένα λόγια.
Κανένα φιλί και καμία αγκαλιά.
Και έπιπλα να γυρνάνε γύρω γύρω.
Με το κρεβάτι μου αυτή τη φορά να
κοιτάζει κατάματα την Audrey με το σιγαρέτο
στο στόμα.
Αυτή είναι ζωή.
Αυτή βασικά είναι μια ζωή.

Και η αγάπη μου. Για όλα τα πράγματα.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Η θάλασσα πιο πέρα



Φώτα σβηστά, μια καφετιέρα,

κι ένα μπαλκόνι αδειανό,

Χέρι κλειστό, μια ταμπακιέρα,

και πνίγω στάχτες με ποτό.

Ίδια εικόνα, μέρα τη μέρα,

και ένας καθρέφτης με κραγιόν,

Από τα χείλη μου σα σφαίρα,

ένα φιλί για μενταγιόν.



Πέρασαν μέρες λυπημένες και βαριές,

Κι εγώ στη θέση, τη δική σου μέχρι χτές.

Με δάκρυα για διακριτική παρέα,

Να λογαριάζω τόσα χρόνια στη σιωπή,

Και μια φωνή να ηχεί σαν τρέλα, δυνατή.


Κυνηγημένη από τον άλλο μου εαυτό,

Φτάνω στη πόρτα και κοιτάζω το κενό,

Στην πλάτη το ντουβάρι απαλά,

Με σταυρωμένα δάχτυλα και αναμνήσεις,

για να πιστεύω πως μια μέρα θα γυρίσεις.



Έκλεισα μάτια, είδα καρδιές,

άφησα μόνο τις ενοχές,

Μαύρη εικόνα, οι άσπρες μέρες,

οι δυο μαζί στις εξοχές.

Λείπει το βλέμμα, λείπεις κι εσύ,

και λείπει η μέρα,

Βέρα στο χέρι μου, εσύ εκεί,

κι η θάλασσα πιο πέρα.


Με δυνάστεψες


"Αν ο έρωτας είχε πρόσωπο θα είχε σίγουρα το δικό σου".
Έτσι μου είχαν πεί κάποτε. Και εγώ παραμόρφωσα αυτό το πρόσωπο
που είχα τότε, παραμόρφωσα και τον έρωτα, για να καταφέρω να σωθώ.
Και να γλιτώσω απο το δυνάστη. Γιατί αν δεν είναι ο έρωτας δυνάστης
και σατράπης, τότε ποιός είναι;

Είναι περίεργο πραγματικά, να μιλούν για αγάπες κι έρωτες αυτοί
που δεν έχουν ζήσει τη μαγεία τους, μα μόνο τον πόνο.
Και αναρωτιέμαι, γίνεται να βιώσεις τον πόνο, αν δε βιώσεις
πρώτα τη μαγεία; Δεν πάνε μαζί αυτά;

Μα και πάλι η μαγεία είναι προσωπική υπόθεση του καθενός.
Άλλος αγαπάει μια εικόνα. Και τη λατρεύει.
Άλλος λέει τον έρωτα Θεό, γιατί του κρατάει το χέρι στα δύσκολα.
Και ο άλλος, ο πιο επικίνδυνος, ερωτευέται τις αναμνήσεις.
Ο άρρωστος. Ο βαριά.

Δεν ξέρω τι απο όλα έχω θεοποιήσει.
Ίσως εσένα.
Ίσως την ελπίδα μου.
Ίσως το παρελθόν.
Σίγουρα τις αναμνήσεις.
Σίγουρα τον ίδιο τον έρωτα.
Και δεν ξέρω πλέον τι να πω,
και βασικά,
αν έχει αξία να τα πώ. Και αν μπορώ.

Μεγάλος δυνάστης ο έρωτας.
Με κυριεύει και μου δείχνει κάθε δρόμο.
Και εγώ υποταγμένο πάω.
Όπου μου δείχνει, όπως μου δείχνει.
Και με αγριεύει η απουσία σου.
Ταράζομαι κι ανατριχιάζω.
Με βλέπεις άραγε;

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Αγάπη μου, σκιά μου




Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.

Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.

Σκίζω το τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους,
χρωματισμένους εφιαλτικά,
κι οι μπάντες να χτυπάνε στους ρυθμούς ξέφρενα,

ενώ εγώ χάνομαι μέσα στο χρόνο, μόνος, έρημος,
μέσα από εκεί που ήρθα,
αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.

Γιατί ποτέ κανείς δεν θα γνωρίσει αν ήρθα,
αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους
.

(Χορός με τη σκιά. Και τον αόρατο εραστή.
Τη μοναξιά να ξεγελάει μια μπάντα,
και έξω απο το παράθυρο, ένα γατί.

Μούσκεμα και ουρλιάζει.
Και κανένας θνητός, να μη μπορεί
να με καταλαβει. Μόνο ο Θεός.
Και η σκιά μου. Μόνο αυτή.
Κι ο Θεός. Κι αυτός δεν είναι σίγουρο αν υπάρχει...
Μόνο αυτή, λοιπόν.)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Feminine bites


Μπορεί απο την εποχή της Σιμόν ντε Μποβουάρ, και του πρώιμου φεμινισμού, με τα καμένα σουτιέν στις πλατείες να έχουν περάσει χρόνια, και τώρα πια οι γυναίκες να μη φορούν καν στηθόδεσμο, αλλά να φουσκώνουν απο μέσα τα στήθη τους για να μένουν σταθερά.
Ίσως, οι σύγχρονες γυναίκες απο την άλλη να έχουν πέσει σε παγίδες τρομερές και λούκια, όπως φωνάζουν πολλοί επίσης σύγχρονοι, άνδρες κυρίως, και να έχουν δημιουργήσει μόνες τους μια πραγματικότητα που θεωρητικά τους άρεσει, μα πρακτικά τη σιχαίνονται.

Εγώ θα αρκεστώ στη ρήση ενος αγαπημένου μου, με μυαλό πέντε αστέρων, που λέει πως "ο φεμινισμός είναι γυναικεία κατασκευή. Όπως και ο φαλλοκρατισμός". Και εγώ του απαντάω πως τα πάντα είναι γυναικείες κατασκευές (αν τα δεις ρεαλιστικά), όλα τα πράγματα, εκτος απο τον ιππόκαμπο, έχουν μητέρα, κατασκευάζονται σε αυγά και πλακούντες, και γαλουχούνται με γυναικεία στήθη. Σωστά;

Οι σύγχρονες γυναίκες είναι στη Βουλή, σε υψηλά αξιώματα, βάζουν υποψηφιότητα για πρόεδροι κόμματος, δουλεύουν παντού, συλλαβάνονται για ναρκωτικά, μοιράζουν πίτσες. Μήπως τελικά είμαστε όντως περισσότερες αριθμητικά; Γενικώς;
Ή απλώς επιβιώνουμε πιο εύκολα;
Το τελευταίο είναι μεγάλο ψέμα. Δεν επιβιώνουμε καθόλου εύκολα. Γιατί είμαστε εν τέλει φύλο ασθενές. Παρόλο που οι περισσότερες θέλουν να το παίζουν γιάπισσες και χειραφετημένες, όλες γυρίζουν σπίτι και μαγειρεύουν ταπεινά για τον άντρα τους. Άλλες κλαίνε και παρακαλάνε να τις ποτίσει λεφτά. Και άλλες παρατούν καριέρες για να σταθούν δίπλα τους και να κυβερνήσουν τη χώρα μαζί. Τέτοια αυτοθυσία οι χειραφετημένες.

Τελευταίο κάστρο της βασιλευομένης γυναικοκρατίας ήταν η κουζίνα. Έπεσε με το love bites, όπου βλέπουμε 5 άντρες να μαγειρέυουν σε μια γυναίκα, να συγυρίζουν, να κάνουν τη λάντζα, και οι υπόλοιποι να παρακολουθούν και να δίνουν κανόνες νοικοκυριού. Γλέντια.

Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά φαίνονται όλα αυτά στις προηγούμενες γενιές μου. Στη προγιαγιά μου που δεν θα καταλάβαινε γιατί δεν έχω παντρευτεί στα 22 μου χρόνια, και θα με θεωρούσε γεροντοκόρη. Στη γιαγιά μου, που δεν θα καταλάβαινε γιατί έπρεπε να σπουδάσω. Στη μητέρα μου που θέλει οπωσδήποτε να με δεί να στεριώνω με άντρα.
Και σε μένα. Που δεν καταλαβαίνω ούτε τα παραπάνω, ούτε το γύρω μου. Που στα 22 μου ζω με την τέχνη για τροφή, και την χορηγία για αέρα. Και μόνη. Για να μη με παρασέρνουν στη χειραφέτιση μου επίδοξοι μνηστήρες.
Αλλά φεμινίστρια υπήρξα πάντοτε.
Στη δική μου βέβαια κατασκευασμένη πραγματικότητα.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Σκοτούρα

Έχω μια καταραμένη συνήθεια.
Πάντοτε επιλέγω να ερωτεύομαι δειλούς.
Κι αυτούς που δεν είναι, τους κάνω με το
να τους ερωτεύομαι.
Και πάει λέγοντας...

Κρυώνω, νυστάζω, και ονειρεύομαι.
Και προδίδομαι απίστευτα.
Σε γνωστούς και αγνώστους.

Μα αν θές να μάθεις η αλήθεια είναι αυτή:



Μόνο τα μάτια μου να ρωτήσεις...
Γιατί είναι μεγάλοι μαρτυριάρηδες.
Μόνο αυτά.


Αν φυσικά τολμάς να τα κοιτάξεις...

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

Τρενήρης


Μέσα στον πανικό αυτή η μέρα. Μα έπρεπε να το περιμένω. Άλλη μια αλλόκοτη Παρασκευή. Τι περίμενα δηλαδή;

Περίμενα, μια μέρα ανέφελη, να μοιάζει με τον ουρανό του Οκτωβρίου.

Παρότι βαθιά στο φθινόπωρο πλέον, τα καλοκαιρινά ρούχα και παπούτσια κατέχουν ακόμα την κυρίαρχη τους θέση στη ντουλάπα μου. Ευτυχώς. Γιατί λατρεύω τα ανοιχτά πέδιλα και μισώ τα καλσόν.

Ξυπνάω νωρίς, υπερβολικά νωρίς, με λίγο άγχος, από ένα όνειρο στο οποίο παρακολουθούσα μια απολαυστική ταινία και είχα παράλληλα το ραδιόφωνο στο τέρμα. Σημάδι; Στο διπλανό δωμάτιο του ονείρου μου, κάποιοι έκαναν έρωτα. Κι άλλο σημάδι;

Σκέφτομαι. Πόσο κενά τα νιώθω όλα. Παρόλο που δεν είναι. Πόσο πολύ μου λείπουν πολλά. Παρόλο που ουσιαστικά δεν τα απέκτησα ποτέ. Άλλη παράνοια κι αυτή. Να λαχταράς κάτι που ποτέ σου δεν το είχες, και είναι και αδύνατο να το αποκτήσεις. Κι εγώ που είχα ακούσει πως «η ευτυχία είναι η νοσταλγία της επανάληψης», και πλανεύτηκα. Πάλι.

Αλλά εντάξει, πιστεύω πως θα επιβιώσω. Άλλωστε κάπως έτσι γινόταν πάντοτε. Κάθε που τα σημαντικά στη ζωή μου τελείωναν, γυρνούσα στα ασήμαντα. Και τα έκανα να μοιάζουν πιο σημαντικά και από τα σημαντικά.

Ίσως αυτό το ταξίδι που κάνω με το τρένο να με χαλαρώσει. Πέρα δώθε στις ράγες.

Ίσως πάλι, αυτό μόνο να μην αρκεί.