Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Πάντοτε ψυχή, ποτέ βαθιά





Μετά απο τόσο αίμα, μαζεμένο,
και τόση βία ανείπωτη,
μα τόσο αληθινή,
το μόνο που μπορεί να
σε κάνει θνητό απο αθάνατο
είναι το αλκοόλ.
Μα εσύ είπες θα το κόψεις το αλκοόλ.
Το δήλωσες καταφατικά.
Χωρίς "δεν".

Μικροί θάνατοι, σε μεγάλες ζωές,
και ποτέ το αντίθετο.
Όπως θα έπρεπε να είναι σε αυτό
εδώ το μικρό που ξεκινάει στα
μαιευτήρια και τελειώνει στα
μαρμάρινα κελιά.

Πάλι 31 ο μήνας.
Πως περνούν αυτοί οι μήνες στις 31 τους.
Και τρείς μήνες ακριβώς στην πλάτη.
Χωρίς μεγάλα λόγια,
και με ανύπαρκτα συναισθήματα.
Σαν ερημιές.
Σαν χάη.
Πολύ μου αρέσει αυτή η λέξη.
Είναι ο πληθυντικός και
ο υπερθετικός μιας απώλειας
που δεν λέει να κλείσει τις τρύπες της.
Έστω προσωρινά με στόκο.
Και να βαφτεί απο πάνω,
στο κόκκινο χρώμα της φωτιάς
και του αίματος,
που τόσο το αγαπώ.

Ανεβαίνω τη σκάλα βιαστικά
και σταματάω στο πλατύσκαλο
για να κοιτάξω πίσω.
Σαν να φάρδυναν τα σκαλοπάτια της
μου φαίνεται.
Και τώρα πια τα ανεβαίνω ξεκούραστη.
Χωρίς να λαχανιάζω.
Μόνο λαχταρώ να πέσω απο εκεί,
να γκρεμιστώ στη βάση της,
να δω πως είναι ο πόνος.

Θα έρθεις να με βρείς ποτέ;
Περνάς καλά εκεί;
Μου λείπεις χαμόγελο.
"Σε ποιόν θάνατο πήγες...;
Περνούσε άραγε αεράκι απο εκεί;"

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

(παλακ)οίδα ότι ουδέν οίδα

Ξεκαθάρισμα και άρνηση σκέψεων. Με απόλυτο και σατράπικο τρόπο.
Δεν υπάρχει δεν μπορώ.
Δεν υπάρχει δεν πρέπει.
Δεν υπάρχει "δεν" συννενοηθήκαμε;
Υπάρχει μόνο αρχή και μέση.
Και "πάντα" και "ποτέ".
Αρχή μιας αρχής.
Μέση μιας συνέχειας.
Πάντα νικημένη και ποτέ αρνηθής.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε πως
"Ο καλύτερος τρόπος ν' αντιστέκεσαι σε έναν πειρασμό, είναι να υποκύπτεις σ' αυτόν".
Κι αν περιμένεις ο πειρασμός που μπήκε στο κεφάλι σου, να φύγει έτσι απλά θεωρητικά, χωρίς να γίνει η πράξη, η όποιαδήποτε πράξη (η απόλυτη πράξη του ένα κι ένα), γελιέσαι, συμπληρώνω εγώ.
Και κατα εναν περίεργο τρόπο αρνούμαι να σκεφτώ περαιτέρω.
Απλά και μόνο για να δικαιολογήσω τον τίτλο της παλακίδος.
Το τι θέλει το χέρι μου βέβαια είναι άλλο θέμα.
Άλλωστε η επιθυμία δεν συμπίπτει πάντοτε με τον πειρασμό.
Αν και ο πειρασμός επιθυμία είναι.
Σαφώς. Μεγάλη.
Σαφώς. Και εκπληρωμένη. Τελικώς.

Βάζουμε τα θέλω σε ένα κουτί. Και σε ένα άλλο τη ζωή.
Και πίσω στο πατάρι.
Έτσι πρέπει.
Μα τι λέω; Δεν είπαμε δεν υπάρχει "δεν πρέπει";
Ή μήπως υπάρχει;
Φάσκω και αντιφάσκω.
Είναι η φύση μου να αμφιβάλω για τα πάντα.
Έτσι, για να σιγουρευτώ πως τελικά υπάρχουν.

"Το χάσαμε και άντε να το βρούμε;
Ή μήπως το βρήκαμε και άντε να το χάσουμε;"
Ιδού η απορία.
Κι ένα αεράκι που φυσάει στην Αθήνα...

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Ψυχή ασθενούσα


Είναι φορές που βγαίνω απο το σώμα μου.
Και τρέχω τότε, και αισθάνομαι.
Και βλέπω τον εαυτό μου,
πάνω σε ένα χειρουργικό τραπέζι.
Με τα φώτα να με τυφλώνουν.
Εκτεθειμένη και ανύμπορη.

Και τριγύρω μου γιατροί και φωστήρες.
Να με επεξεργάζονται
και να κάνουν διαγνώσεις.
Με εργαλεία παράξενα.
Και εγώ αδύναμη απο τη νάρκωση που μου κάνουν,
που σε μένα όμως δεν πιάνει καλά,
και πάντα ξυπνάω
πριν προλάβουν να επέμβουν με νυστέρια.

Κάπως έτσι είναι και η ψυχή.
Όπως το σώμα.
Ίδιο ακριβώς,
Εκτεθειμένη και ανοιχτή,
σε ένα πλήθος γνωστικών.
Που κοιτάζουν να την κάνουν καλά,
πονώντας τη.
Και πάντα υπάρχει ο κίνδυνος,
να τραυματιστεί θανάσιμα.

Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται...
Κι ο πόνος αυτός δε γιατρεύεται με τοπική αναισθησία.
Ούτε καν με ολική.
Ο πόνος γίνεται ακόμα πιο δυνατός,
κάθε μικρή στιγμή, της μεγάλης μέρας,
που μου λείπεις.
Που σου λείπω.
Που σε ξεχνάω.
Και απομακρύνεσαι...


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Ιδού η αγάπη σου



Η αλλαγή.
Φόβος; Ή απαίτηση;
Εγώ άλλαξα. Μεγάλωσα, λένε κάποιοι.
Εγώ λέω πως ακόμα με ψάχνω.

Όνειρα.
Αλλοπαρμένα.
Χαρτιά με σφραγίδες και υπογραφές,
και στιχάκια καμωμένα πάνω στα καρμπόν.
Έτσι είναι οι μεγάλοι;

Δεν είμαι καθόλου μεγάλη.
Στο σώμα μπορεί.
Όταν ισορροπώ σε τακούνια,
όχι τις άλλες ώρες,
και σίγουρα όχι στις ώρες του μυαλού.
Μικρή είμαι ακόμα.

Θα μεγαλώσω, δε φοβάμαι.
Μα φοβάμαι μην τυχόν και μεγαλώσω.

Ίσια παπούτσια, και τρέξιμο χωρίς πρωινό.
Λίγες αγάπες και παραπονεμένα λόγια.
Κανένα φιλί και καμία αγκαλιά.
Και έπιπλα να γυρνάνε γύρω γύρω.
Με το κρεβάτι μου αυτή τη φορά να
κοιτάζει κατάματα την Audrey με το σιγαρέτο
στο στόμα.
Αυτή είναι ζωή.
Αυτή βασικά είναι μια ζωή.

Και η αγάπη μου. Για όλα τα πράγματα.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Η θάλασσα πιο πέρα



Φώτα σβηστά, μια καφετιέρα,

κι ένα μπαλκόνι αδειανό,

Χέρι κλειστό, μια ταμπακιέρα,

και πνίγω στάχτες με ποτό.

Ίδια εικόνα, μέρα τη μέρα,

και ένας καθρέφτης με κραγιόν,

Από τα χείλη μου σα σφαίρα,

ένα φιλί για μενταγιόν.



Πέρασαν μέρες λυπημένες και βαριές,

Κι εγώ στη θέση, τη δική σου μέχρι χτές.

Με δάκρυα για διακριτική παρέα,

Να λογαριάζω τόσα χρόνια στη σιωπή,

Και μια φωνή να ηχεί σαν τρέλα, δυνατή.


Κυνηγημένη από τον άλλο μου εαυτό,

Φτάνω στη πόρτα και κοιτάζω το κενό,

Στην πλάτη το ντουβάρι απαλά,

Με σταυρωμένα δάχτυλα και αναμνήσεις,

για να πιστεύω πως μια μέρα θα γυρίσεις.



Έκλεισα μάτια, είδα καρδιές,

άφησα μόνο τις ενοχές,

Μαύρη εικόνα, οι άσπρες μέρες,

οι δυο μαζί στις εξοχές.

Λείπει το βλέμμα, λείπεις κι εσύ,

και λείπει η μέρα,

Βέρα στο χέρι μου, εσύ εκεί,

κι η θάλασσα πιο πέρα.


Με δυνάστεψες


"Αν ο έρωτας είχε πρόσωπο θα είχε σίγουρα το δικό σου".
Έτσι μου είχαν πεί κάποτε. Και εγώ παραμόρφωσα αυτό το πρόσωπο
που είχα τότε, παραμόρφωσα και τον έρωτα, για να καταφέρω να σωθώ.
Και να γλιτώσω απο το δυνάστη. Γιατί αν δεν είναι ο έρωτας δυνάστης
και σατράπης, τότε ποιός είναι;

Είναι περίεργο πραγματικά, να μιλούν για αγάπες κι έρωτες αυτοί
που δεν έχουν ζήσει τη μαγεία τους, μα μόνο τον πόνο.
Και αναρωτιέμαι, γίνεται να βιώσεις τον πόνο, αν δε βιώσεις
πρώτα τη μαγεία; Δεν πάνε μαζί αυτά;

Μα και πάλι η μαγεία είναι προσωπική υπόθεση του καθενός.
Άλλος αγαπάει μια εικόνα. Και τη λατρεύει.
Άλλος λέει τον έρωτα Θεό, γιατί του κρατάει το χέρι στα δύσκολα.
Και ο άλλος, ο πιο επικίνδυνος, ερωτευέται τις αναμνήσεις.
Ο άρρωστος. Ο βαριά.

Δεν ξέρω τι απο όλα έχω θεοποιήσει.
Ίσως εσένα.
Ίσως την ελπίδα μου.
Ίσως το παρελθόν.
Σίγουρα τις αναμνήσεις.
Σίγουρα τον ίδιο τον έρωτα.
Και δεν ξέρω πλέον τι να πω,
και βασικά,
αν έχει αξία να τα πώ. Και αν μπορώ.

Μεγάλος δυνάστης ο έρωτας.
Με κυριεύει και μου δείχνει κάθε δρόμο.
Και εγώ υποταγμένο πάω.
Όπου μου δείχνει, όπως μου δείχνει.
Και με αγριεύει η απουσία σου.
Ταράζομαι κι ανατριχιάζω.
Με βλέπεις άραγε;

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Αγάπη μου, σκιά μου




Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.

Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.

Σκίζω το τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους,
χρωματισμένους εφιαλτικά,
κι οι μπάντες να χτυπάνε στους ρυθμούς ξέφρενα,

ενώ εγώ χάνομαι μέσα στο χρόνο, μόνος, έρημος,
μέσα από εκεί που ήρθα,
αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.

Γιατί ποτέ κανείς δεν θα γνωρίσει αν ήρθα,
αν έφυγα κι αν πράγματι υπήρξα κάποτε τυχαία ανάμεσά τους
.

(Χορός με τη σκιά. Και τον αόρατο εραστή.
Τη μοναξιά να ξεγελάει μια μπάντα,
και έξω απο το παράθυρο, ένα γατί.

Μούσκεμα και ουρλιάζει.
Και κανένας θνητός, να μη μπορεί
να με καταλαβει. Μόνο ο Θεός.
Και η σκιά μου. Μόνο αυτή.
Κι ο Θεός. Κι αυτός δεν είναι σίγουρο αν υπάρχει...
Μόνο αυτή, λοιπόν.)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Feminine bites


Μπορεί απο την εποχή της Σιμόν ντε Μποβουάρ, και του πρώιμου φεμινισμού, με τα καμένα σουτιέν στις πλατείες να έχουν περάσει χρόνια, και τώρα πια οι γυναίκες να μη φορούν καν στηθόδεσμο, αλλά να φουσκώνουν απο μέσα τα στήθη τους για να μένουν σταθερά.
Ίσως, οι σύγχρονες γυναίκες απο την άλλη να έχουν πέσει σε παγίδες τρομερές και λούκια, όπως φωνάζουν πολλοί επίσης σύγχρονοι, άνδρες κυρίως, και να έχουν δημιουργήσει μόνες τους μια πραγματικότητα που θεωρητικά τους άρεσει, μα πρακτικά τη σιχαίνονται.

Εγώ θα αρκεστώ στη ρήση ενος αγαπημένου μου, με μυαλό πέντε αστέρων, που λέει πως "ο φεμινισμός είναι γυναικεία κατασκευή. Όπως και ο φαλλοκρατισμός". Και εγώ του απαντάω πως τα πάντα είναι γυναικείες κατασκευές (αν τα δεις ρεαλιστικά), όλα τα πράγματα, εκτος απο τον ιππόκαμπο, έχουν μητέρα, κατασκευάζονται σε αυγά και πλακούντες, και γαλουχούνται με γυναικεία στήθη. Σωστά;

Οι σύγχρονες γυναίκες είναι στη Βουλή, σε υψηλά αξιώματα, βάζουν υποψηφιότητα για πρόεδροι κόμματος, δουλεύουν παντού, συλλαβάνονται για ναρκωτικά, μοιράζουν πίτσες. Μήπως τελικά είμαστε όντως περισσότερες αριθμητικά; Γενικώς;
Ή απλώς επιβιώνουμε πιο εύκολα;
Το τελευταίο είναι μεγάλο ψέμα. Δεν επιβιώνουμε καθόλου εύκολα. Γιατί είμαστε εν τέλει φύλο ασθενές. Παρόλο που οι περισσότερες θέλουν να το παίζουν γιάπισσες και χειραφετημένες, όλες γυρίζουν σπίτι και μαγειρεύουν ταπεινά για τον άντρα τους. Άλλες κλαίνε και παρακαλάνε να τις ποτίσει λεφτά. Και άλλες παρατούν καριέρες για να σταθούν δίπλα τους και να κυβερνήσουν τη χώρα μαζί. Τέτοια αυτοθυσία οι χειραφετημένες.

Τελευταίο κάστρο της βασιλευομένης γυναικοκρατίας ήταν η κουζίνα. Έπεσε με το love bites, όπου βλέπουμε 5 άντρες να μαγειρέυουν σε μια γυναίκα, να συγυρίζουν, να κάνουν τη λάντζα, και οι υπόλοιποι να παρακολουθούν και να δίνουν κανόνες νοικοκυριού. Γλέντια.

Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά φαίνονται όλα αυτά στις προηγούμενες γενιές μου. Στη προγιαγιά μου που δεν θα καταλάβαινε γιατί δεν έχω παντρευτεί στα 22 μου χρόνια, και θα με θεωρούσε γεροντοκόρη. Στη γιαγιά μου, που δεν θα καταλάβαινε γιατί έπρεπε να σπουδάσω. Στη μητέρα μου που θέλει οπωσδήποτε να με δεί να στεριώνω με άντρα.
Και σε μένα. Που δεν καταλαβαίνω ούτε τα παραπάνω, ούτε το γύρω μου. Που στα 22 μου ζω με την τέχνη για τροφή, και την χορηγία για αέρα. Και μόνη. Για να μη με παρασέρνουν στη χειραφέτιση μου επίδοξοι μνηστήρες.
Αλλά φεμινίστρια υπήρξα πάντοτε.
Στη δική μου βέβαια κατασκευασμένη πραγματικότητα.