Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Ερώτηση απαίτηση Κατάφαση



-Μ'αγαπάς;
-Κοίτα πως παίζει το κουτάβι με την άκρη του χαλιού.
-Μ'αγαπάς;
-Νυχτώνει σε λίγο, άδειασε κι η πλατεία.
-Μ'αγαπάς;
-Να κλείσουμε και τα φώτα και να ξαπλώσουμε.
-Μ'αγαπάς;
-Αύριο πάλι.
-Αγάπησε με.
-Κάνει κρύο, σκεπάσου.
-Αγάπησε με.
-Έχει γεμίσει ο τοίχος μας με σκουριά.
-Αγάπησε με.
-Πρέπει να οργανώσω κάποτε και τις φωτογραφίες μας.
-Αγάπησε με.
-Μεγάλωσα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου.
-Αγάπησε με.
-Κλείσε τα μάτια σου τώρα.
-Σ'αγαπώ.
-Τότε να μη μου το λές.
-Σ'αγαπώ.
-Δε χρειάστηκε ποτέ να το ακούσω.
-Σ'αγαπώ.
-Πάψε επιτέλους!
-Σ'αγαπώ.
-Και κάποτε δε θα με θυμάσαι.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Καθ' ομοίωση


Θεέ μου, σου θύμωσα.
Έτσι ξαφνικά έγινε.
Μια μέρα ξύπνησα και μου έφταιγαν όλα.
Το σώμα μου που δε με υπακούει πιά,
το ταβάνι που μένει ακίνητο,
το απαράδεκτο χρώμα του ουρανού.
Μαζί κι εσύ.
Έτσι ξαφνικά έγινε.

Θεέ μου, σου έχω μούτρα.
Που μ'άφησες να μεγαλώσω.
Που ακόμα με αφήνεις να μεγαλώνω,
και να γερνάω.
Να σκέφτομαι σα μεγάλη,
και να μετράω τις άσπρες μου τρίχες,
στο κεφάλι.
Σταμάτα αυτό το ρολόι.

Θεέ μου, σου χω μίσος.
Γιατί κάθε πρωι ξημερώνει
με χαρούμενους περαστικούς
και άσχετους να περνούν έξω
απο το κλειστό παράθυρο.

Θεέ μου, σε λατρεύω.
Γιατί μου επιτρέπεις
να αλλάζω γνώμη όπως τα ρούχα.
Κι όσο θυμό κι αν έχω,
πάλι "δικό μου" θα σε λέω.

Δυσανεκτική άνοιξη


Και ποιός να εκτιμήσει πια τη νύχτα;
Ποιός ακόμα χαίρεται με τα σκοτάδια;
Κάποτε μου άρεσε το ίχνος του
φεγγαριού πάνω στο νερό.
Το ακολουθούσα με την αφή.
Και κολυμπούσα τρυφερά
να φτάσω στην κορυφή.
Ήμουν αφελής.

Τώρα πια δεν μπορώ να μείνω
μακριά απο τα χρώματα.
Τα πράσινα των φύλλων,
τις μέλισσες με τις κίτρινες ρίγες τους,
το μπλέ που αφρίζει άσπρο
κατα τόπους.
Τώρα χιλιάδες αχτίδες τριγύρω.
Μα τώρα γνωρίζω.

Κι αν δεν ζούσα την πρώτη
μου άνοιξη μακριά σου,
δε θα βγαινα ποτέ απο το σκοτάδι.
Έφυγες και άφησες πληγές
με τα ράμματα.
Έφυγες μόνο για να με αφήσεις μοναχό,
ματωμένο, να κοιτάζω
το κόκκινο αίμα μου,
κάτω απ' τον ήλιο και να χαίρομαι.

Πόση ζωή αγαπημένη,
μέσα απο ενα θάνατο γέννησες;
Πώς κατάφερες να σου δώσω
το χέρι μου;
Ποτέ δε θα το καταλάβω.

Μια μέλισσα τρυπάει
με το κεντρί της την πληγή μου.
Μα ξέρεις κάτι;
Δεν πονάω. Δεν πονάω.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Ονείρωξη



Μια μέρα ξύπνησε μέσα στα μαλλιά της. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα, λιγάκι είχε ξεκουράσει το μυαλό του μετά τη μάχη τους και είχε ανοίξει πάλι τα μάτια του. Τα μαλλιά της έπεφταν μέσα στα βλέφαρα του, έτσι πυκνά μπλέκονταν με τα τσίνορα του. Μαύρα και ατίθασα. Μύριζαν κάτι απο θάλασσα, κάτι κι απο λουλούδι. Ίσως γιασεμί. Όχι. Ήταν σίγουρα γαρδένια. Φύλαξε αυτή τη μυρωδιά σαν ανάμνηση. Και πήρε τα βλέφαρα, να τα ρίξει πάνω στο πρόσωπο της. Πάντα όταν συνδυάζουμε μια οσμή πρέπει να περιλαμβάνει και μια εικόνα. Για να θυμόμαστε. Την εικόνα φέρνουμε στο νου με τη μυρωδιά. Με αυτό τον τρόπο αποθήκευε κι εκείνος. Και συνδύασε το γιασεμί με τα δικά της τσίνορα, που ήταν σφαλιστά. Κοιμόταν αθόρυβα. Πάντα έτσι κοιμόταν, στην ίδια θέση, στο ίδιο σημείο, αθόρυβα, ίσως και με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη, μα αυτό το καταλάβαιναν λίγοι. Και η γαρδένια άντεξε στη μνήμη. Δεν πάλιωσε ποτέ, δεν έγινε ποτέ λίπασμα σε άλλες σκέψεις. Έμεινε εκεί ψηλά ολόφρεσκη κι ολάνθιστη.

Σε λίγες ώρες θα ξυπνούσε κι εκείνη. Πεινασμένη ίσως. Όχι για έρωτες, για άλλα πράγματα. Έκανε άλλα πράγματα. Έτσι έλεγε τουλάχιστον σε εκείνον. Και πάντα έφευγε κλεφτά, χωρίς να κάτσει ούτε για ένα φλιτζάνι καφέ, ούτε καν για ένα τσιγάρο. Έτσι έφευγε. Μασούσε μόνο τα λόγια της. Καμιά φορά τα μπέρδευε κιόλας. Δεν έβλεπε την ώρα να σηκωθεί και να ντυθεί. Τώρα όμως ήταν δίπλα του, με τα μάτια κλειστά. Και το πιο ανώδυνο πλέον θα ήταν μόνο να την κοιτάζει. Ο λαιμός της διπλωμένος στο μαξιλάρι, και τα χέρια της σε στάση εμβρυακή. Σχεδόν αδύναμη. Και η γαρδένια άντεχε ακόμα.

Και έτσι συνειρμικά έκανε ένα ταξίδι. Και σκέφτηκε όλα αυτά που θα μπορούσαν να κάνουν μαζί ξύπνιοι. Να περπατούν παρέα. Να μοιράζονται τα ίδια φαγητά και τσιγάρα. Να κοιτάζονται στα μάτια. Να φιλιούνται στο λαιμό, στα δάχτυλα. Να αρρωσταίνει και να του κρατάει το χέρι σαν παραμιλάει απο τον πυρετό. Να πίνουν τσάι σε ένα μπαλκόνι με μια ξεχασμένη αιώρα. Να διαβάζουν βιβλία ο ένας στον άλλο. Να κρύβονται στα σκοτάδια. Να ταξιδεύουν κάθε μέρα με το νου. Να μένουν στο ίδιο κρεβάτι. Να λείπει ο ένας στον άλλο. Και να μυρίζει πάντα γαρδένια.

Παρακαλούσε να μην ανοίξει τα μάτια της. Και φοβόταν μήπως η μνήμη του κάποτε τον προδώσει. Έκλεισε για άλλη μια φορά την ένταση του μέσα σε μια ανάσα, που βγήκε εξοργισμένα απο το στόμα του. Και έκλεισε κι εκείνος τα μάτια του. Έφυγε και απο τα μαλλιά της. Πήγε αλλού να μείνει. Εκεί που δεν έχει φρούτα, λουλούδια, και συναισθήματα. Κι όμως, αυτή η μυρωδιά κλείστηκε σε ενα κουτάκι του μυαλού του ξεκλείδωτο. Και η επόμενη μέρα θα ξημέρωνε σαν την προηγούμενη. Συνηθισμένη και βραχνή. Κανείς μην πει μια λέξη και προδοθεί. Κανείς δεν είπε. Τα μαλλιά της τον πλησίασαν απο ατύχημα όμως. Και δεν μύριζαν τίποτα. Ίσως μια υποψία τσιγάρου, σίγουρα όμως δε μύριζαν γαρδένια.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Ομπρέλες

Στο τέλος του χειμώνα για ενα περίεργο λόγο ξεκίνησε να βρέχει. Έβρεχε πολύ και ασταμάτητα. Για μέρες, για βδομάδες. Γέμισαν οι δρόμοι, γέμισαν τα λούκια, γέμισαν οι πρώτοι όροφοι απο όλα τα κτίρια. Το έδαφος δεν μπορούσε να απορροφήσει όλο αυτό το νερό, τα δέντρα μαράθηκαν σιγά σιγά. Και δε σταματούσε να βρέχει. Έβρεξε όλη την άνοιξη. Όλες τις μέρες, τόσο που οι άνθρωποι ξέχασαν πως ήταν ο ήλιος, τα μαύρα δέρματα ασπρίσανε, και έμαθαν όλοι τους κολύμπι.

Η Αθήνα έμοιαζε με τη Βενετία. Όμορφη πολύ, είχαν καλυφθεί όλα τα σκουπίδια, οι άσχημοι δρόμοι, οι ανούσιοι περαστικοί. Έβλεπες μόνο να επιπλέει που και που κανένα παγκάκι, κι αυτό θύμιζε στο σκηνικό, κάτι απο γόνδολα. Κι όμως οι άνθρωποι συνήθισαν. Έφτιαξαν όμορφες βάρκες και ανέβηκαν στις ταράτσες. Τρομερό θέαμα η πλημμυρισμένη πόλη. Ανέβαινες στην Ακρόπολη και έβλεπες ίσαμε τον Πειραιά ατέλειωτο λευκό, παχύρρευστη βροχή, σα χιόνι και ποτάμι.

Κι όμως οι άνθρωποι έζησαν. Στην αρχή έψαχναν με μανία ομπρέλες. Δεν κυκλοφορούσες ξεσκέπαστος. Μετά όμως συνήθισαν. Πέταξαν τις ομπρέλες μες στο νερό και βγήκαν σαν τα ψάρια με μακροβούτια. Τις ρούφηξε ο βυθός όλες τις ομπρέλες και τις έχασαν. Κανένας δε βρήκε τη δική του ομπρέλα ξανά. Αλλά μάλλον κανένας δεν έψαξε αρκετά. Έμαθαν να κάνουν τα πάντα στο νερό, χωρίς ομπρέλα. Έτρωγαν, συζητούσαν, έκαναν έρωτα. Και ήταν πολύ ευτυχισμένοι που είχαν έρθει όλα έτσι.

Μέχρι που στη μέση του καλοκαιριού, εκεί μες στις μεγάλες ζέστες η βροχή σταμάτησε. Και ντύθηκε κι ο ουρανός με εναν τεράστιο ήλιο. Όσοι ήταν στις ταράτσες τους και λούζονταν απο βροχή πέθαναν ακαριαία απο το ξαφνικό φώς. Αγκαλιασμένοι στις ταράτσες, κάποιοι έφυγαν και με φιλί στο στόμα. Ήταν υπέροχο θέαμα να βλέπεις τα χείλη τους ενωμένα και τα κορμιά άψυχα. Κι όσοι ήταν μέσα στα σπίτια είδαν το φώς και τρόμαξαν. Φοβήθηκαν να βγουν έξω. Τα άσπρα τους δέρματα θα καίγονταν αμέσως, θα πέθαιναν κι εκείνοι απο το κάψιμο. Και έτσι ψάχνουν ακόμα τα βράδια τις ομπρέλες που πήρε το κύμα.

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Σε ξεχώρισα


Απο αγάπη έγινε. Όπως όλα τα "δεν πρέπει".
Δεν πρέπει να αργήσεις. Εσύ χαζεύεις στο δρόμο τα ανθισμένα παρτέρια. Αργείς.
Δεν πρέπει να πιείς. Εσύ αγριεύεις και αρπάζεις απο το ράφι το ούζο. Όλο.
Δεν πρέπει να χαζεύεις. Εσύ απορείς πως γίνεται να μην.
Δεν πρέπει να πέσεις σε παγίδα. Εσύ πέφτεις και δαγκώνεσαι, φιμώνεσαι, μην ακουστείς.

Απο αγάπη έγινε. Και όχι την απλή, αυτή που προυποθέτει φιλιά και σκοτάδια. Την άλλη, της ημέρας. Με τον καφέ και την αγκαλιά. Την άλλη, την κανονική.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Το τέλος στο σαλόνι

Υπάρχει ενα μεγάλο δράμα. Πάντα, σε ό,τι ζούμε. Είναι η ανάγκη να παλέψουμε την ευτυχία. Αφού την αποκτήσουμε βεβαίως. "Αν αγαπάς θα μάθεις να πορεύεσαι μόνος". Πολύ σωστά μου είχε πει η δασκάλα μου. "Ακόμα κι αν δε μάθεις να αγαπάς, θα μάθεις τουλάχιστον να μη μισείς". Σημαντικό.


Έχω στο σαλόνι μου ένα βάζο με πεντακάθαρα λουλούδια. Που μοσχοβολάνε σαν τον επιτάφιο, και σαν κήπος δροσερός του Απριλίου. Με τα βρεγμένα πέταλα απο τις ξαφνικές μπόρες. Σκέφτηκα πολλές φορές να στα χαρίσω, να ομορφύνουν λίγο και το δικό σου σαλόνι. Να τα βολέψω στο βάζο στο τραπέζι σου, να τα βυθίσω στο νερό σου. Το μόνο που κάνω όμως είναι να σε αφήνω να με πατάς με τα πόδια σου, και να με στέλνεις στον πάτο, χωρις ανάσα. Στο βυθό σε έχω ξεχάσει, στον αφρό σε αναζητώ πάλι.

Δεν ξέρω αλήθεια αν σ'αγαπώ, σίγουρα όμως δε σε μισώ. Είχε δίκιο η δασκάλα.
(Και ξαναπαίρνω ανάσα πιο βαθιά)

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Μέτρημα




Με τους αριθμούς δε τα πήγαινα ποτέ καλά. Θυμάμαι τον εαυτό μου να μετράει τα σκαλοπάτια του σχολείου απο το ισόγειο ως το δεύτερο όροφο. 23. Μονός αριθμός. Και άλλα τόσα στο κατέβασμα. Μονός αριθμός. Δεν διαιρείται ακριβώς με κανέναν άλλο αριθμό. Αφήνει κάτι δεκαδικά για τον εαυτό του. Έτσι μάθαινα την πρόσθεση, ποτέ την αφάιρεση, πέρναγα τις σκάλες, κυλιόμουν στις χειρολαβές και τα ξέχναγα όλα μέχρι να πάω σπίτι. Και τα νούμερα και την πρόσθεση. Μετά μέτραγα τα χρόνια που περνούσαν μακριά απο αυτές τις σκάλες. Δεν ήταν το φόρτε μου τα μαθηματικά.

Η μνήμη μου όμως με έβγαζε πάντα ασπρόσωπη. Θυμόμουν απ' έξω όλα τα ονόματα των πόλεων. Θυμόμουν τα σπίτια των συμμαθητών μου, τα αμάξια τους, τους γονείς τους που περίμεναν απ' έξω για να τους πάρουν, μαζί και τα ονόματα τους. Θυμόμουν τις γλάστρες στο προαύλιο με τα γεράνια. Ακόμα τις θυμάμαι. Δε μύριζαν ποτέ αυτες οι γλάστρες. Ως παιδί δεν είχα καταλάβει βέβαια γιατί. Νόμιζα ότι όλα τα λουλούδια μοσχοβολούσαν όπως τα τριαντάφυλλα της αυλής μας. Πόσο έξω είχα πέσει.

Μετρώντας αργότερα συναισθήματα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια τα έβγαλα πολλά. Σε αριθμό. Λίγα σε αξία, σχεδόν ελάχιστα. Ίσως να υπήρχαν μέσα στο σωρό και κανα δύο που άξιζαν μα μπλέχτηκαν στα δίχτυα των κακών και έγιναν ένα κουβάρι. Μάζα απο λαμαρίνες μου καθόρισε τη ζωή. Ταμπέλα δεν έβαλα σε τίποτα απο αυτά που ζούσα, έτρεμα μόνο στα σεντόνια.

Τελικά ίσως να ήταν καλύτερα να αγαπούσα τους αριθμούς μου. Να τα πήγαινα καλά μαζί τους και να έμενα στα αθροίσματα. Το άσχημο είναι όμως πως θυμάμαι. Θυμάμαι λαιμούς συγκεκριμένους, θυμάμαι μυρωδιές, θυμάμαι λόγια. Και το χειρότερο. Θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα στο παρελθόν μου. Ίσως πάλι αυτη η κασέτα που παίζω σα μοτίβο στο μυαλό μου να είναι μόνο φαντασία, ίσως η πραγματικότητα που μας ενδιαφέρει να έχει να κάνει μόνο με πράξεις.

Ένα και ένα κάνουν ένα.