Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Μίλα μου




Κρύα μου φαίνονται όλα.
Τα συναισθήματα,
τα χέρια,
τα φιλιά.
Υποτίθεται πως ο έρωτας πρέπει
να ζεσταίνει, υποτίθεται πως
πρέπει να καίει.
Μα υποτίθεται επίσης,
πως δεν πρέπει να φοβάσαι τη θερμοκρασία.
Να μην αγγίζεις χέρι σαν να ναι ξύλο.
Να νιώθεις.

Υποτίθεται επίσης, πως όλα είναι μαγεία.
Πως όλα είναι γλυκά και καραμέλες.
Πως οι μέρες δε φτάνουν.
Πως οι νύχτες ειδικά δεν αρκούν.
Υποτίθεται πως είναι κινητήριος μοχλός.
Και όλα γύρω να μοιάζουν σαν χορός.

Ας μείνουμε όμως μακριά απο το ίσως.
Μας τσούζει.
Ίσως πάλι πέφτοντας στην παγίδα,
όλα αυτά να γυρνάνε μόνο
στα μικρά τετραγωνικά του μυαλού μου.
Να χτυπούν στους τοίχους του κρανίου
και να με ζαλίζουν άθελα τους.

Ίσως, υποτίθεται,μπορεί, μήπως να ανησυχήσω για τις λέξεις μου (και κυρίως για τις σκέψεις μου);

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

So what? So plenty!



-HOLLY,
I'M IN LOVE WITH YOU.

-SO WHAT?

-SO WHAT? SO PLENTY!

I LOVE YOU.
YOU BELONG TO ME.

-NO. PEOPLE DON'T
BELONG TO PEOPLE.

-OF COURSE THEY DO.

-NOBODY'S GOING TO
PUT ME IN A CAGE.

-I WANT TO LOVE YOU.

-IT'S THE SAME THING.

-NO, IT'S NOT! HOLLY!

-I'M NOT HOLLY. I'M NOT
LULA MAE, EITHER.

I DON'T KNOW WHO I AM!

I'M LIKE CAT HERE,
A NO-NAME SLOB.

WE BELONG TO NOBODY, AND
NOBODY BELONGS TO US.

WE DON'T EVEN BELONG
TO EACH OTHER.



-YOU KNOW
WHAT'S WRONG WITH YOU,

MISS WHOEVER-YOU-ARE?

YOU'RE CHICKEN.

YOU GOT NO GUTS.

YOU'RE AFRAID TO SAY,
"O.K., LIFE'S A FACT."

PEOPLE DO FALL IN LOVE.

PEOPLE DO BELONG
TO EACH OTHER,

BECAUSE THAT'S THE ONLY
CHANCE ANYBODY'S GOT

FOR REAL HAPPINESS.

YOU CALL YOURSELF
A FREE SPIRIT,

A WILD THING.

YOU'RE TERRIFIED
SOMEBODY'S GOING TO

STICK YOU IN A CAGE.

WELL, BABY, YOU'RE
ALREADY IN THAT CAGE.

YOU BUILT IT YOURSELF.

AND IT'S NOT BOUNDED
BY TULIP, TEXAS,

OR SOMALILAND.

IT'S WHEREVER YOU GO.

BECAUSE NO MATTER
WHERE YOU RUN,

YOU JUST END UP
RUNNING INTO YOURSELF


(Μια μέρα ακόμα, και ξεκινάω την ισορροπία
σε τεντωμένο σκοινί, με το απόλυτο κενό απο κάτω)

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Ρομάντζο

Απόγευμα στο παγκάκι του εθνικού κήπου.
Εκείνος, περιμένει καπνίζοντας ενα μπλέ.
Τόσο υπομονετικός όσο και ανυπόμονος.
Ρουφάει τον καπνό, σταυρώνει τα δάχτυλα,
τρομάζει τα περιστέρια, ψάχνει στις τσέπες του για τιμαλφή.
Κι εκείνη. Με αέρα κοσμοπολίτικο και χαμόγελο πλατυ
ίσα που αρχίζει να διακρίνεται πίσω απο τα παχιά δέντρα.
Σηκώνεται. Υποδοχή.
Μυρίζει άρωμα. Αρώματα γυναικεία και αντρικά μπλέκονται.
Μπλέκονται δάχτυλα, μπλέκονται σώματα, μπλέκονται χείλη.



Και τον καλεί να του δείξει τον κόσμο της.
Κι αυτός ακολουθεί, με έρωτα βαρύ, μεθυσμένος απο το άρωμα,
κρεμασμένος απο τα χείλη. Ανεβαίνουν ψηλά. Ψηλά μαζί.
Όσο ψηλά μπορεί να τους ταξιδέψει ο φτερωτός.
Στο παλιό πηγάδι και τις λαμαρίνες.
Μουχλιασμένο το έδαφος, μα δε φοβήθηκαν.
Εκείνη τρέχει πρώτη, κι εκείνος ακόμα ακολουθεί.
Θα την φτάσει άραγε;

Τα σώματα ένα, μια όμορφη συμφωνία.
Ιδρώτας, γέλιο και αισθήσεις. Τόσο όμορφα, και τόσο απλά.
Βόλτα στην παραλία τώρα. Για να χαρούν οι γλάροι απο τα φιλιά,
για να νυστάξουν, και να κοιμηθούν μαζί στα σεντόνια.
Να φάνε απο το ίδιο φαί, να κάνουν μαζί μπάνιο.
Να πιούνε το ίδιο ποτό. Να φτιάξουν το ντουέτο τους.

Κι ύστερα πάλι τα ίδια.

Κι ύστερα...

Κι ύστερα...

Στο βράχο το ψηλό πάλι εκείνη. Κι εκείνος στα σεντόνια.
Εκείνη πλέκει με την άρπα της το ντουέτο τους,
να το ακούσουν όλοι.
Κι εκείνος, κάνει μόνος μπάνιο, πίνει ποτό μοναδικό,
νυστάζει, και γέρνει μόνος στα σεντόνια.

Με κλειδωμένη την πόρτα, και τα παράθυρα κλειστά,
μην ακουστεί η μουσική της.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Υπερβολική



Όμορφα περνούν οι μέρες, όμορφα και επικίνδυνα.
Ίσως και επικίνδυνα όμορφα.
Και αυτό το έτος το μαύρο που φεύγει,
έχει βαλθεί να με εκπλήξει με χρώμα.
Και οι νύχτες όμορφες κι εκείνες, και παράξενες.
Όχι, εκείνες δεν είναι επικίνδυνες.
Απλά παράξενες, διαφορετικές. Δε μοιάζουν
με τις άλλες. Τις προηγούμενες.

Σίγουρα υπερβάλλω πάλι.
Είναι στη φυση μου άλλωστε να ελπίζω.
Έχω όμως την επίγνωση του λάθους,
κι αυτό το κάνει να μοιάζει περισσότερο σωστό,
απο απλή αδυναμία.
Αν και δεν αισθάνομαι αδύναμη.
Ο φόβος έχει εκλείψει πλήρως.
Έφυγε κι αυτός, παρέα με τις ενοχές.
Έφυγε κι εκείνος.

Μα η ευτυχία δεν είναι ακριβώς το παρόν.
Δεν είναι καν το παρελθόν, και σίγουρα
όχι το μέλλον.
Η ευτυχία είναι η προσμονή της.
Μόνο αυτό.
Να ξέρεις πως το μέλλον θα ρθεί,
και θα ναι και χαρούμενο.
Αυτό κι αν είναι υπερβολή!

Έχω την τάση όταν ερωτεύομαι να γίνομαι γλυκανάλατη.
Και απίστευτα ονειροπόλα.
Και τρομερά αισιόδοξη.
Και υπερβολική.
Μα αλίμονο, δεν αξίζει αλλιώς.
Και ευτυχώς, που μπορώ ακόμα και νιώθω.

Κουράγιο.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Ανασκόπηση




Τι έμαθα κατα τη διάρκεια του (σωτήριου), εντος παρενθέσεως και φουλ στην ειρωνία, έτους 2009:
1. Εκτίμησα τη φιλία. Και απέρριψα τον έρωτα. Σε μια χρονία που δεν είχε έρωτα.
2. Έμαθα να βάζω στόχους, κι ας μην τους κατακτήσω ποτέ.
3. Εκτίμησα τη φύση, τα δέντρα, τη θάλασσα, τον Εθνικό κήπο.
4. Ανακάλυψα ανθρώπους που μου μοιάζουν, και τους αγάπησα.
5. Αποδέχτηκα την εικόνα μου, εκεί ανάμεσα στα γυμναστήρια και τις κρέμες αδυνατίσματος.
6. Έμαθα να παρκάρω με μια κίνηση!
7. Δικαίωσα τους γονείς μου, με ένα πτυχίο στον τοίχο.
8. Έμαθα πόσο δύσκολα βγαίνει ο πρώτος μισθός. (Και πόσο εύκολα τρώγεται)
9. Μέθυσα κι έκανα κεφάλι.
10. Έμαθα να μη μου κοστίζουν τίποτα οι παροδικές περιπέτειες που περνούν απ τα χείλη και το κρεβάτι μου.
11. Απέρριψα τον παιδικό μου έρωτα.
12. Απέρριψα τον έρωτα σαν κάτι λιγότερο απο ιδέα.Κάτι σαν το Θεό, ξέρεις ότι υπάρχει αλλά δεν έχει κάνει κανένα θαύμα για σένα.
13. Έμαθα πως ανα πάσα στιγμή μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και τα νέα που θα ακούσεις να είναι αρκετά ώστε να λιποθυμήσεις.
14. Έκλαψα, χάθηκα σε άλλο κόσμο, φόρεσα μαύρα.
15. Μέθυσα και ξεπέρασα το στάδιο του "κάνω κεφάλι".
16. Έκλαψα για 2 ώρες συνεχόμενα.
17. Έμαθα ποια είναι η ποινή, όταν δαγκώνεις το χέρι που σε ταίζει.
18. Έγινα αστέρι στο να αγαπάω.
19. Κοιμήθηκα σε άβολες καρέκλες θαλάμων νοσοκομείου.
20. Έζησα 7 ώρες αγωνία.
21. Απέκτησα φύλακα άγγελο, και νιώθω αθάνατη.
22. Νίκησα για λίγο το θάνατο με 2 νέες ψυχούλες.
23. Είδα και τους δύο γονείς μου σε ασθενοφόρο.
24. Μέθυσα και βρέθηκα σε ξένα σεντόνια.
25. Είδα όλα μου τα παιδικά χρόνια σε ένα μαρμάρινο 1,79.
26. Δεν αρρώστησα ούτε μια φορά (Δεν πρόλαβα)
27. Σταμάτησα να κάνω Θεό τον κάθε Αθεο.
28. Πίστεψα για λίγες μέρες, ώρες, πως ερωτεύτηκα. Μετά άλλαξα γνώμη.
29. Έβαλα όμως κάθε αδύναμο πουλάκι κάτω απο τις φτερούγες μου. Ανέπτυξα ένστικτο.
30. Έχασα για πάντα μια φίλη, χωρίς να μπορώ να την ξαναδώ ποτέ,
απέκτησα όμως μια φίλη, που θα έχω για πάντα .

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στο 10. Πάντοτε νηφάλια

(Εύχομαι μόνο κάθε χρονιά που περνάει να μεγαλώνω μόνο ένα χρόνο απο εδώ και πέρα. Το 2009 μου έβαλε τουλάχιστον 10 στην πλάτη και στο μυαλό)

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Είναι όλα άυπνα


Τον τελευταίο καιρό, κάθε που νυχτώνει, αρνούμαι πεισματικά να κλείσω τα μάτια μου. Δεν είναι ότι δεν μπορώ, αλίμονο, πάντα μπορούσα να τα κλείνω ερμητικά, ακόμα και τις νύχτες που ήμουν μόνη και ανήσυχη. Είναι που νιώθω έναν ανείπωτο φόβο. Απο αυτούς που δε τους φανερώνεις ούτε στους κοντινότερους, τους εσωτερικούς. Και τη φοβάμαι τη νύχτα. Έχω καταφέρει να ξαναφέρω πίσω, όλα τα φαντάσματα της εφηβείας μου. Να βιώνω μεταφυσικές εμπειρίες μέσα στον ύπνο μου. Και να μεθώ για να ξεγελώ μια πραγματικότητα άθλια και σχεδόν τρομερή. Αυτή είναι που φοβάμαι περισσότερο. Και νοσταλγώ τις περιόδους που υπήρξα ευτυχισμένη. Ήταν πάντα εκείνες οι εποχές που άνθιζαν τα ρόδα. Κι δε ένιωθα φόβο αληθινό. Μόνο αυτόν τον παιδικό, που σε σηκώνει ξαφνικά και σε κάνει να τρέχεις στο κρεβάτι των γονιών. Να χώνεσαι ανάμεσα τους και να μπερδεύεσαι στα όνειρα τους. Τέτοιος φόβος όχι δεν υπήρχε. Παρόλο που τα αντικείμενα του φόβου είναι πάντα τα ίδια. Ο θάνατος και η απειλή του. Μα απο τότε περάσαν μέρες. Και κυρίως νύχτες. Πολλές νύχτες. Πολλά σκοτάδια. Πολλά αστέρια, πολλά φεγγάρια. Πολλές μοναξιές, πολλά χάδια. Πολλά σημάδια. Πολύς θάνατος. Ανεξήτιλα όλα τα βράδια. Άραγε θα καταφέρω σήμερα να κοιμηθώ;

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Μια νύχτα στην Οδό Ονείρων

Σε μια βραδιά αφιερωμένη στο μεγάλο Μάνο,
τίποτα δεν απασχολεί βασικά το κεφάλι σου.
Ούτε η βροχή, ούτε το άτσαλο πάρκινγκ, ούτε καν
η γκρίνια απο τους φίλους.
Άλλωστε δε το φανερώνεις σε κανένα, πως είτε
είναι εκεί, είτε δεν είναι, για σένα είναι το ίδιο.
Εφόσον υπάρχει τσιγάρο, αλκοόλ και νότες.



Πιάνεσαι απο τις νότες. Και περνάς σε άλλη διάσταση.
Πάντοτε αυτό έκανες. Μικρό παιδάκι στα ωδεία,
σχόλαγες και μουρμούραγες τις μελωδίες του Χατζιδάκι.
Και μετά έμαθες πως γράφεται το όνομα του.
Όλα ανάποδα τα έκανες. Απο το τέλος στην αρχή.
Και αυτή η βραδιά που έρχεται στη ζωή σου,
είναι ακόμα μαγική...

Δεν ξέρεις αν ήταν τα μπλέ φώτα και η μαγική φωνή του τραγουδιστή.
Μάλλον ξέρεις και είσαι σίγουρη.
Είναι αυτή η μοναδική σχέση έρωτα της μορφής του με την παρτιτούρα.
Μάλλον δεν είσαι σίγουρη αν χρησιμοποιούσε πάντα παρτιτούρες.
Όπως και οι συγγραφείς δεν χρειάζονται αναγκαστικά μελάνι.
Κάθονται απλα και κοιτάζουν τον ουρανό και συνθέτουν,
με το κεφάλι τους, και πλάθουν με τα χέρια τους. Νότες και λέξεις.

Κάπως έτσι σε ένα μικρό σπιτάκι, λίγο πιο κάτω απο το δικό μου,
σε ενα στενάκι στο Παγκράτι, τον φαντάζομαι να μελαγχολεί,
να παρατηρεί την Ακρόπολη και τους περαστικούς, το Γιάννη το φονιά,
και τη Ραλλού, να κλαίει, να τρομάζει, και να χαμογελάει.
Ακόμα και όταν ακουώ τα πιο θλιμένα λόγια, και τις πιο μελαγχολικές νότες,
τις μινόρε, ένα πράγμα είναι αυτό που με κάνει να τον αγαπώ.
Πως όλες του οι νότες, κρύβουν μια συγκαλυμμένη ευτυχία, μια χαρά,
πέρα απο το ανύπαρκτο νόημα της παρατήρησης.
Μέσα στα δύσκολα χρόνια, μέσα στους κινδύνους, ο Κύριος αυτός,
είχε καταφέρει να είναι ευτυχισμένος.
Δεν μπορώ να εικάσω πως ήταν κάτι άλλο που μου δίνει αυτή την
εντύπωση, παρά η ευτυχία που τον γέμιζε ο έρωτας με το πιάνο του.
Και κάθε τραγούδι του, με τις πεταχτές νότες και τις αναιπαίσθητες παύσεις,
που τις φαντάζεσαι να ντύνονται απο τον ήχο της λατέρνας είναι ένα
παιδί, γεννημένο απο έρωτα πεταχτό. Απο έρωτα με οργασμό.

Εσύ όμως, τον έχεις εγκαταλέιψει. Δεν έφτασες ακόμα τα 22
και τον παράτησες να αιωρείται σαν ανύπαρκτη ιδέα.
Μακριά απο τις πράξεις.
Πλανάσαι πλάνην οικτράν μικρή μου.
Σε γέλασαν και γελάς.
Απομακρύνσου εγκαίρως απο τον καθρέφτη.
Η ζωή είναι λίγο πιο έξω απο αυτό το φράχτη.
Η ζωή είναι να φωνάζεις δυνατά, κι όχι να αποφεύγεις τις ματιές.
Και η άρνηση του έρωτα είναι η μεγαλύτερη ταπείνωση.
Και μια αιώνια σκλαβιά, σε ανοργασμικές ερωτικές πράξεις
και ανούσια παιδιά.

Κίνδυνος αποτυχίας. Κίνδυνος ούτως ή άλλως.
Η ασφάλεια άλλωστε κρύβεται στο αληθινό.
Γιατί που είναι το αληθινό; Ή μάλλον καλύτερα, γιατί, που ήταν το αληθινό;

{Αισθήσεις και παραισθήσεις....}

Ας συνεχίσει ο ουρανός

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Το πένθος




Κάπως έτσι πρέπει να γίνεται πάντα στον κόσμο των μεγάλων.
Να μην προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις το τι σου συμβαίνει,
να μην προλαβαίνεις να θρηνήσεις για αυτό που χάνεις.
Και να χάνεις το επόμενο.
Κομμάτια του πάζλ είναι και διαλύονται, χάνει ο πίνακας που
έφταχνες με τα χέρια σου τη μορφή του.
Μικρά κομμάτια με αναμνήσεις πολλές.

Και σκέφτεσαι και αποδομείς.
Όλα αρχίζουν όμορφα με χάδια και αγκαλιές.
Και τελειώνουν με αναμνήσεις. Ποτέ άσχημες.
Αυτή την εξαιρετική ιδιότητα έχει το πένθος. Να κρύβει όλα
τα άσχημα. Να ντύνει τα πάντα με ένα πέπλο.
Κάπως έτσι μοιάζει και το παρελθόν.
Τυλιγμένο με πέπλο.

Και κατα βάθος μου αρέσει που έχω ακόμα τη
δυνατότητα να κλαίω. Να γεμίζω δάκρυα όλο το
λεκανοπέδιο της Αττικής, και ολόκληρη την επικράτεια
της πρωτέυουσας. Και να λυπάμαι. Πολύ.
Και να πενθώ. Ακόμα πιο πολύ.
Φόβος δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε μια στιγμή.

Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι άρνηση.
Αλλά φαίνεται είμαι ακόμα στο πρώτο στάδιο του πένθους.
Δε δέχομαι το ότι κάτι τόσο ζωντανό δεν υπάρχει πιά.
Το σκεπάζει χώμα.
Δέχομαι με ευκολία τις τύψεις που με πλακώνουν
καθημερινά.

Και κάνω τα πάντα για να ξεχαστώ.
Για να ξεχνιέμαι.
Για να ξεχνάω.
Για να ξεχάσω.

Δύσκολος ο κόσμος των μεγάλων.
Δύσκολος πολύς κι ο θάνατος.
Ακόμα πιο δύσκολη όμως. Η ζωή. Χωρίς.

(Ευτυχώς που είμαι ακόμα παιδί)

{Στον κόσμο αυτό γυρίζοντας
την πλάτη. ..}