Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Bambi bar


Bambi bar. Συνοπτικός τίτλος για το εξίσου συνοπτικό μυθιστόρημα του Υβ Ραβέ. Στοχευμένος στην πλοκή, όσο και στοχαστικός της ουσίας της υπόθεσης, εισάγει σε εναν ωμό και ρεαλιστικό κόσμο, χωρίς φανφάρες και σπουδαίο λεξιλόγιο. Το βιβλίο με τις 77 σελίδες του διαβάζεται συνοδεύοντας ένα ζεστό ρόφημα ή κατα τη διάρκεια ενος δίωρου ταξιδιού με τρένο. Τόσο σύντομο, όσο και περιεκτικό, αδύνατον να ισχυριστεί κανείς πως προλαβαίνει να γνωριστεί με τους ήρωες, πριν τους αποχαιρετήσει. Χωρίς ουσιαστικά κεφάλαια μα με σαφείς διαφοροποιήσεις, ο συγγραφέας μπλέκει διαφορετικές ιστορίες, τις οποίες τελικά καταφέρνει να ενώσει προς το τέλος. Δίνει τα κομμάτια δηλαδή για ένα ιδιόρρυθμο πάζλ, και αφήνει τον αναγνώστη να το δημιουργήσει, διαβάζοντας. Το ταλέντο του συγγραφέα έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός, στο να παρέχει δηλαδή στον αναγνώστη ακριβώς τα απαραίτητα εργαλεία για τη λύση της ιστορίας. Μικρά σφηνάκια πλοκής, ικανά να χορτάσουν τον αναγνώστη. Ο Λεόν Ρεμπερνάκ είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Σαν ήρωας, δε δίνει απο την αρχή μια σαφή εικόνα στον αναγνώστη που σίγουρα στέκεται απέναντι του καχύποπτος. Αρχικά εμφανίζεται ως βασικός ύποπτος ενος τροχαίου. Ανακρίνεται επιμελώς απο τους εκπροσώπους του νόμου, χωρίς να καταφέρνει να αποδειχθεί αθώος ή ένοχος. Εν συνεχεία, προκαλέι την αποστροφή του αναγνώστη για τη νοσηρή συνήθεια του να χαζευει με κυάλια το Μπάμπι Μπάρ, ενα κακόφημο κλάμπ, και πορνείο πολυτελείας, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απο το σπίτι του. Αποδεικνύεται όμως περισσότερο συμπαθής παρά άρρωστος, όταν το ενδιαφέρον του στρέφεται ειδικά στη νεαρή Κάντι. Η Κάντι ζει με τη μητέρα της Μόνικα σε ενα διαμέρισμα πάνω απο το μπαρ (ενδεικτικό της προικισμένης γραφής πως ο πρωταγωνιστής μπορεί να χαζέψει με τα κυάλια του όλα τα δωμάτια του απέναντι οικήματος). Οι κακοί στην προκειμένη περίπτωση είναι ο σύζυγος της Μόνικα, όσο και ο ιδιοκτήτης του Μπάμπι Μπάρ. Σύμβολα εξουσίας και ηθικής ανομίας, οι δυό τους αντιπροσωπεύουν τον "εχθρό", που δε σκοτώνεται παρα μόνο με την κάθαρση και τη λύση του μυστηρίου. Η τιμή και η αποκατάσταση της γίνονται το βασικό μέλημα του Λεόν Ρεμπερνάκ που θέλει να πάρει πίσω στην πατρίδα της την Κάντι, η οποία έχει κακώς μπλεχτεί στα δίχτυα της ανομίας. Ο χαρακτήρας της σχεδόν αθώας (για πόρνη) Κάντι σκιαγράφεται στην αρχή φοβικός, έπειτα συμπαθητικός και κάπως ρομαντικός, αντίθετα με τη Μόνικα που φαίνεται όσο σκληρή όσο και αδιάφορη. Μια πιν απ παράσταση, και μια έκρηξη μετά εχουμε τη σχεδόν προβλεπόμενη λύση της ιστορίας, που ο αναγνώστης έυκολα μαντεύει τρείς σελίδες πριν το τέλος. Η σύντομη ιστορία του Ραβέ δεν έχει λογοτεχνικές παράτες. Απλό λεξιλόγιο, και φυσικές εικόνες συνθέτουν ένα σκηνικό βατό. Παρόλα αυτά η αγωνία του αναγνώστη προοικονομεί την ανάγνωση του βιβλίου με μια προσπάθεια. Μια δεύτερη ανάγνωση θα θεωρούταν σαφώς περιττή όσο και ανούσια, μετά τη λύση της ιστορίας και την κάθαρση με την πάταξη-ανατίναξη των "κακών". Σε κάθε περίπτωση, το "Μπάμπι μπάρ" είναι μια καλή συντροφιά δυο-παρα κάτι- ωρών, και σαφώς ένα εξαιρετικό δείγμα μιας νέας λογοτεχνικής γραφής, που δε χρειάζεται φανταχτερά στολίδια για να εντυπωσιάσει. Λιτό, όπως η εποχή μας.

Απάνθισμα



Κάποιος μου ζήτησε να περιγράψω τη ζωή μου. Και εγώ δεν ήξερα τι να πώ. Είναι υπέροχη απο όλες τις απόψεις, μα και τόσο συνηθισμένα βατή, σχεδόν ανούσια. Μεγάλο ψέμμα, έπρεπε προφανώς να δηλώσω απλώς ευτυχισμένη. Θα ήμουν αχάριστη αν δήλωνα οτιδήποτε λιγότερο.
Τελικά, μετά απο λίγα λεπτά, αφου δε δήλωσα τίποτα, απλώς χαμογέλασα και ξεστόμισα πως η ζωή μου μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερη, είναι όμως άσωτη. Για να ταιριάζει με την εποχή και τους ανθρώπους της.
Έχουν εκλείψει τα πάντα απο το κεφάλι μου. Ξυπνάω το πρωί, χαζεύω τους γονείς μου σαν αγνώστους, με τους φίλους μου αρκούμαι μόνο σε μεθύσια, κοιμάμαι, τρώω, διαβάζω, όλα μηχανικά και όλα επιτηδευμένα. Και λαχταρώ τις περιόδους που τα μεγάλα σόκ που έρχονταν στη ζωή μου, με ξάφνιαζαν. Παρόλα αυτά με έκαναν να νιώθω τόσο ζωντανή και τόσο έτοιμη να πεθάνω, εκεί πάνω στο δευτερόλεπτο. Αδυνατώ ακόμα και να περιγράψω το οτιδήποτε. Ό,τι συμβαίνει, όσο συγκλονιστικό, όσο μεγάλο και ανθρώπινο, είναι απλώς κενό. Άδειο απο συναίσθημα. Όλα αυτά ημέρα Δευτέρα. Και μάλιστα Καθαρή.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Όπως πάντα, χωρίς ουσιαστικό προορισμό, μα με ενα τραγούδι στα αυτιά αγαπημένο. Το πετυχαίνω τυχαία στο ραδιόφωνο και με κάνει να σκάσω ενα μικρό χαμόγελο καθώς στρίβω στη γέφυρα. Αχ αυτή η πόλη. Βρήκα χώρο για ενα μικρό αναστεναγμό. Αλήθεια, αυτό ήταν ενα μικρό συναίσθημα. Αυτή η πόλη είναι τόσο όμορφη, όσο και μελαγχολική. Πάντα ερωτευμένη και ενθουσιώδης. Μου θυμίζει τον εαυτό μου, έχω υπάρξει κι εγώ έτσι. Τραγικά πλανεμένη. Μέχρι που γνώρισα τη ζωή, την αληθινή, που δεν έχει χώρο για μικρούς αναστεναγμούς και τραντάγματα. Φυσικά ούτε λόγος για τους μεγάλους.
Έχω μπροστά μου ενα μικρό βουνό του νοσοκομείου ξανά, και αντί να στεναχωριέμαι, βλέπω κι αυτό σαν αφορμή για λίγο συναίσθημα. Έχω φτάσει στο σημείο να περιμένω το κακό για να ρουφήξω λίγο δάκρυ. Δεν μπόρεσα να κλάψω ούτε στο μνήμα. Κάθισα απέναντι στο παγκάκι, κάπνισα ένα τσιγάρο, όχι επειδή ήθελα, έτσι για να περάσει η ώρα, ακούμπησα τη γλάστρα ευλαβικά στα πόδια της, έφτιαξα τα λουλούδια στο βάζο. Όλα συνηθισμένα. Ακόμα και όταν έφερα το νου μου στη μητέρα. Ούτε τότε, τίποτα.
Ώσπου η απόλυτη ησυχία διακόπηκε απο ενα μοιρολόι.
Μια μαυροφορεμένη καθισμένη σε ενα διπλανό μνήμα,
ψελλίζοντας μελωδικά λόγια
Παληκάρι μου/ψυχή μου,
που έφυγες/ και μ'αφησες
και πώς θα ζήσω/πώς να ζήσω
έφυγες κι άφησες δύο ορφανά/
ρίχνε καμία ματιά/
απο εκει ψηλά/
αγάπη μου/αγάπη μου.
Κοκάλωσα. Θέε μου κάτι άνθισε μέσα μου.
Μα δεν έκανα βήμα. Ίσως μέσα μου να ήθελα να πάω να την αγκαλιάσω, μα τα πόδια μου είχαν μείνει στο έδαφος κολλημένα.
Και τότε έγινε. Μπήκα πίσω στο αυτοκίνητο και έκλαψα σε ολόκληρη τη διαδρομή για το σπίτι. Για το Γιάννη, που δεν τον είχα δει ποτέ μου.
Μετά βέβαια επανήλθα πάλι στην ύπνωση.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Ο κόκκινος ύπνος

Πάντοτε με τα όνειρα μου είχαμε μια ιδιότυπη σχέση. Ήταν πάντοτε περίεργα, δεν ταίριαζαν ποτέ με την πραγματικότητα που κατα καιρούς ζούσα. Και μπερδεμένα. Τόσο μπερδεμένα, που με έκαναν να φαντάζομαι το υποσυνείδητο μου σαν ενα κουβάρι, ενα κλώθο ίδιο με αυτό της Αριάδνης. Κι εγώ πάντοτε έψαχνα τον μίτο να τον αρπάξω και να ξεκινήσω να τρέχω. Σε αυτά τα όνειρα ο εαυτός μου δεν έχει ποτέ πρόσωπο. Στην καλύτερη περίπτωση μπορώ να δω χέρια, ίσως και μαλλιά, άλλοτε άκρα, ποτέ όμως μάτια, χείλη. Ποτέ.



Με έχω θαυμάσει ψηλά σε μεσαιωνικά κάστρα, να κρεμιέμαι ανέμελη απο τους πύργους. Να πετάω πάνω απο φράχτες, να υψώνομαι πιο ψηλά και απο τα δέντρα. Να αγναντευω ποτάμια με πεντακάθαρα νερά. Να προσγειώνομαι άτσαλα σε θάλασσες με το αυτοκίνητο μου. Τοπία. Παράξενα μέρη που δεν έχω ποτέ επισκεφθεί, και ούτε πρόκειται σαφώς να δω. Ίσως να έχουν μέσα κάποια σπέρματα απο μέρη που κάποτε είχα πάει. Μα και πάλι ενας νους δε μπορεί ποτέ να συγκρατήσει όλα τα μέρη που έχει επισκεφθεί. Ακόμα και ενας νέος.

Αυτό που φοβάμαι περισσότερο ακόμα κι εκεί όμως, είναι οι άνθρωποι που συναντάω σε αυτά τα αλλόκοτα μέρη. Ζευγάρια που τρίβονται στα σεντόνια, χέρια που απλώνονται για να με βοηθήσουν, επίμαχοι δολοφόνοι με στιλέτα, και άνθρωποι δολοφονημένοι και νεκροί. Το υποσυνείδητο μου δεν ησυχάζει αν δεν σκοτώσει τον εχθρό του τουλάχιστον τρεις φορές. Με βίαιο τρόπο. Αίμα πολύ. Και φωτιά. Τι να σημαίνει άραγε η φωτιά στο τραυμα; Πόνο;


Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι ενα κάρο να γκρεμίζεται. Εκεί μέσα εσυ, ο εχθρός. Πέφτεις στο πλάι, αδειάζεις το σώμα σου στο χώμα και σπας το λαιμό σου άτσαλα. Οι φλέβες σου πετάγονται και σπάνε. Με πιτσιλάς απο απέναντι. Ξάφνου αντιλαμβάνομαι αυτό που έβαλε τρικλοποδιά στο άλογο που σφαδάζει απο τους πόνους. Ενα σχοινί στα πόδια μου, και το δεξί μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου ακρωτηριασμένο. Παντού αίματα. Μα το πιο πρωτότυπο απο όλα, ήταν που είδα τα μάτια σου. Εκει στο σπάσιμο του αγριεμένου σου λαιμού, τα μάτια σου με κάρφωσαν, σαν δαίμονα. Και μετά πλημμυρίσαμε στο αίμα, παρέα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ούτε στα όνειρα μου ζεις πλέον.
Απέκτησες την ιδιότητα να ξεψυχάς στα μάτια μου σχεδόν κάθε βράδυ.
Μα πάρε τα μάτια σου σε παρακαλώ.
Ενοχλούν το τραύμα μου.
Πάει, έκλεισε τώρα.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Don't like Valentines


Την πρώτη φορά όλα ήταν αδέξια. Τα χάδια, τα φιλιά, τα δεδομένα.Τίποτα δεν κρατούσε για μια ολόκληρη στιγμή. Ταινία στο σινεμά,δυο-τρία ποπ κόρν κομμένα στη μέση. Ταινία με μισό φινάλε.
Ποτέ δε μάθαμε αν οι
πρωταγωνιστές έζησαν ευτυχισμένοι(λες και ζουν ποτέ πραγματικά).
Απλώς ενοχλούσαμε τους διπλανούς με πρωτόγνωρα χάδια.Δεν τα είχα ξανακάνει. Καμία μηχανική κίνηση στο σκηνικό.Όλα αυθορμήτως επιτηδευμένα. Με λίγη μίμηση απο το σινεμά.
Μετά. Απελευθέρωση σε σκοτεινά μέρη. Και λίγα ακόμα φιλιά.Το πρώτο βράδυ το θυμάμαι αμυδρά. Με τους ξεβαμένους τοίχους να ντύνουν ένα ξεβαμμένο σκηνικό. Βούλιαζα στα σεντόνια,ίσα για να μπορέσω να αντέξω τον πόνο. Ήταν απο την πρωτόγνωρη εισβολή ή απο το γεγονός πως την επόμενη θα εξαφανιζόμουν σαν τον κλέφτη; Πάντως ήταν πόνος. Και ενοχές.Έτριβα με τις ώρες τα χέρια με το σφουγγάρι.Τι άγγιξα, τι ένιωσα και πώς; Την πρώτη φορά.

Τη δεύτερη έζησα για λίγους μήνες μέσα σε μια φούσκα.Ατέλειωτα βράδια στο ίδιο μέρος, με το ίδιο φόντο.Θυμάμαι το βλέμμα σου, την αγωνία σου, το μεγάλο κράνος που κουβαλούσες μαζί σου, τον τρόπο μου να δικαιολογώ τα πάντα. Θυμάμαι ελάχιστα μεθύσια, θυμάμαι άγνωστα σπίτια,κρυφτούλι. Μετά θυμάμαι δάκρυα, ατελείωτα δάκρυα.Λυγμούς, δράματα, βόλτες στις εξοχές.
Βόλτες με το αυτοκίνητο των δακρύων.Ξεσπάσματα στη μέση του πουθενά.Ψέμματα, τηλέφωνα.
Θυμάμαι δηλαδή όλα τα απαραίτητα για να ντρέπομαι
για τον εαυτό μου. Ανούσια πράγματα, παιδικά. Μα άκρως απαραίτητα.Τη δεύτερη φορά.

Την τρίτη φορά ήταν σαν ύπνωση. Δεν θυμάμαι τίποτα.Σαν να κοιμόμουν χαμογελαστή για 9 μήνες.
Μετά με ράπισαν αγρίως, και ξύπνησα βιαίως. Λήθαργος.
Την τρίτη φορά.

Τέταρτη φορά. Και πέμπτη. Και όσες ακολουθήσουν.Το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Ελάχιστη, φευγαλέα ηδονή. Και αμέτρητη οδύνη.Όχι για τη φορά που περνάει, και χάνεται, και δεν προφταίνεις να τη χαρείς,μα για τα όνειρα που βάζεις στο καλάθι. Και τα είχες να φαίνονται, στην βιτρίνα.Και τώρα γεμίζουν το καλάθι.Ενίοτε πάνε και στην ανακύκλωση, και ξαναβγαίνουν στη μόδα. Αλίμονο όμως,πάντα εκεί καταλήγουν. Μαζί με τα άλλα τα άχρηστα.Τον έρωτα, τις οσμές και τις προσμονές του.

Κι αυτή η μόδα των ερωτευμένων δε λέει να βγει απ τις βιτρίνες.Μα είναι κι αυτή μια αφορμή για να χαμογελάω ειρωνικά.Τουλάχιστον χαμογελάω πλατιά.Και συνεχίζω να πιστέυω πως οι βαθιά ερωτευμένοι είναι και οι πλανεμένοι βαθιά.Αυτοί που βλέπουν τον εαυτό τους απεγνωσμένα
μέσα στα μάτια άλλων,
μόνο και μόνο επειδή είναι αδύναμοι να κοιτάξουν τα δικά τους μάτια στον καθρέφτη.Μη βιαστείτε να με κακολογήσετε. Εσείς τουλάχιστον γιορτάζετε.
Εγώ δυό μέρες πριν. Να ζήσουμε.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Ολική αναισθησία


Τον τελευταίο καιρό υπάρχει πολύ αναισθησία.
Και μέσα στη ζωή μου και γύρω.
Μπορώ να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου,
επιεικώς ως "χοντρόπετση".
Με ελάχιστα διαλείμματα τρυφερότητας,
και εθελούσιας ανάγκης για τον άλλον,
έχω γίνει κατα βάση ένα ψυχρό τέρας.
Ένας άντρας.

Και όχι απο αυτούς τους ρομαντικούς,
που διαβάζουν ποίηση και πηγαίνουν σινεμά.
Απο τους άλλους, που καπνίζουν, πίνουν,
τρώνε σαν τα γουρούνια, και υποκύπτουν
σε όλες τις σαρκικές τους επιθυμίες.

Για να φτάσω σε αυτό το σημείο τελικά,
δε χρειάστηκε πολύ. Ίσως να φταίει
η σημερινή εποχή, ίσως τα δεδομένα, σίγουρα
φταίω εγώ.
Που δίνω και δίνομαι σε κάθε επίδοξο λυτρωτή.
Μα δε με νοιάζει πλέον.
Έχω φτάσει επιτυχώς σε αυτό το ελεεινό σημείο.

Να μοιάζω με αναίσθητο ζώο.
Να μη μπορώ να κάνω τίποτα που με ευχαριστούσε πριν.
Να μην μπορώ να χαρώ, ούτε και να λυπηθώ αντίστοιχα.
Να μην μπορώ να κλάψω,
κι όταν χαμογελώ να είναι ψεύτικο.
Εσείς με καταντήσατε έτσι.

Πάντοτε ζήλευα τις γυναίκες εκείνες που έβλεπαν στο πρόσωπο ενος, τον ένα και μοναδικό. Τον Καρυωτάκη τους, τη πηγή έμπνευσης για όλα τα δεινά και τις ευτυχίες τους. Φαινόταν πως είχαν προσανατολισμό. Εγώ αν μη τι άλλο τον έχω χάσει. Εσείς με κάνατε να τον χάσω.

Να επιθυμώ άλλον, άλλος να με κάνει να κλαίω, άλλος να με κάνει να τρέμω, κι άλλον να αγκαλιάζω το βράδυ.
Και να μη νιώθω απολύτως τίποτα.
Ολική αναισθησία. Νάρκωση.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Ενδοσκόπηση

Δεν ξέρω πραγματικά, αν η τόση ησυχία ανταποκρίνεται στην ανησυχία. Ή είναι απλώς κι αυτή ένα σημάδι πένθους. Κλείνω σε λίγο τρία εικοσιτετράωρα μέσα στο σπίτι. Ίσα ίσα για να αρχίσω να ανησυχώ που τα πόδια μου με πάνε το πολύ μέχρι την κουζίνα. (Ενίοτε ξαπλώνουν και μέσα στην μπανιέρα). Ακόμα προσπαθώ να συνέλθω απο το σόκ. Απο ολόκληρο το σοκ του προηγούμενου έτους. Αν και το φετινό δε μοιάζει να είναι καλύτερο. Το να είναι χειρότερο το τρέμω.

Άδειασα. Μπήκα ολόκληρη κάτω απο το νερό που αγαπώ, έβγαλα μπουρμπουλήθρες απο το στόμα και τη μύτη. Και άδειασα. Πρέπει να βγω εκεί έξω. Είναι απαραίτητο να αντιμετωπίσω το χτες, και ακόμα πιο απαραίτητο να παλέψω με αυτό το άδικο αύριο. Δε μιλάω με κανέναν. Στην αρχή μου φαινόταν αδύνατο. Τώρα πια το βλέπω σαν κάτι φυσικό. Ίσως είναι αυτό που μου είχε πει κάποτε ένας που τελικά μου γύρισε την πλάτη. "Αγαπάς πολύ τον εαυτό σου για να επιτρέψεις σε κάποιον άλλο να μπεί ανάμεσα σε αυτή τη σχέση".

Και φυσικά δε το δέχτηκα. Αν και υπάρχει ενα ψίχουλο αλήθειας στην ιστορία. 22 χρόνια τον γνωρίζω αυτό τον εαυτό με τα καλά και τα ανάποδα του. Είναι δυνατόν να μην τον αγαπάω; Και συγχωρώ και όλα του τα λάθη. Γι αυτό η σχέση μας είναι τόσο υγιής. (Τις περισσότερες φορές). Μα αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος μου με όσους είναι έξω απο αυτό το δεσμό. Δεν μπορώ να συγχωρήσω. Μου είναι αδύνατον. Δεν μπορώ να κοιτάξω τον άλλο στα μάτια μετά την προδοσία. Δεν μπορώ να πω "δεκτόν", "έχεις δίκιο". Απλώς δεν μπορώ.

Φοβάμαι μόνο.
Βάζω πάντα μια ασπίδα και κλείνομαι στον εαυτό μου, για να μην προδώσω αυτή τη σχέση την μακροχρόνια.
Πρέπει όμως να βγω εκεί έξω.
Θα βάλω τα καλά μου,
θα πάρω ενα ταξί και θα εξαφανιστώ εκεί έξω.
Κάπου που θα χει πολύ νερό και λίγο πανικό. Κάπου εκει.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

step forward

Όταν αγαπάω προδίδομαι.
Κι όταν προδίδομαι στεναχωριέμαι.
Και όταν στεναχωριέμαι παραλύω.
Κι όταν παραλύω γίνομαι ανίκανη.
Άρα, όταν αγαπάω γίνομαι ανίκανη.

Με τη λογική αλληλουχία των πραγμάτων,
όλα είναι καλώς καμωμένα.
Και εγώ πάλι στο μηδέν, ευτυχισμένα ώριμη.
Ανοησίες.

Πάντοτε μετρούσα τους εραστές μου με αναμνήσεις.
Και πάντα υπολόγιζα τι θα πάρουν εκείνοι απο εμένα,
όχι τι θα κερδίσω.
Άλλωστε πότε κέρδισα;

Κάπου εδω φτάνουμε στο τέλος.
Μιας ολόκληρης εποχής που μετράει αριθμούς.
Ας είναι.
Για να έρθει η αρχή μιας άλλης εποχής.
Που θα μετράει ουσία.
Κι ας έχει ως σημείο αναφοράς το μηδέν.

Δε με νοιάζει πλέον τόσο.
Δε με νοιάζει πλέον αρκετά,
για να είμαι πιο σαφής.
Απλώς σηκώνομαι και ρίχνω μια στροφή
γύρω απο τον εαυτό μου.

Και έτσι πάμε ενα βήμα παραπέρα.
(feel free to follow)


Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Χάρις - le cadeau des diex


"Ποιά θαυμάζεις;"

"Δε λέω"
"Έλα πές μας ποιά;"
"Τη μεγαλύτερη"
"Και ποιά είναι αυτή;"
"Η Χαρούλα"



Απο τα 9 μου ακόμα ήξερα. Να τραγουδάω για το χρυσό κουρέλι της Νεφέλης, που της το κλέψαν οι αγγέλοι. Και ας μην ήξερα τι ακριβώς είναι το ρόδι και το μέλι.
Λίγο πιο νωρίς θυμάμαι ένα δίσκο βινυλίου, απο αυτούς που κρατούσε στα ψηλά ράφια ο πατέρας μου, για να μη τους φτάνω και τους ταλαιπωρώ. Εγώ όμως έπαιρνα την καρέκλα και έφτανα στα ψηλά με αγωνία. Τα μάτια της μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση. Και τα χείλη της τα γεμάτα. Δίπλα της ένας κύριος. Η Αλεξίου και ο Λοίζος είχαν χρωματίσει πολλά απογεύματα, μαζί με τον πατέρα να μου δείχνει πως πιάνουμε τους δίσκους, πως ακουμπάμε απαλά τη βελόνα. Πως μας ακουμπάνε οι νότες που βγαίνουν απο το γρατσούνισμα.

Μα δε με πλάνεψαν σαν τη Νεφέλη. Η δεσποινίδα Ρούπακα απο τη Θήβα έμενε πάντοτε χαραγμένη, παρόλα τα παροδικά κολλήματα. "Χαρούλα" λες. Και εννοείς μόνο εκείνη και καμία άλλη. Και σε καταλαβαίνουν όλοι. Με την ίδια ευκολία που λες "Μελίνα" ή "Αλίκη" και πάλι σε καταλαβαίνουν όλοι. Θυμάμαι ενα νεανικό νανούρισμα με νότες ένρινες. Μιας φωνής που όσο έυκολα απαιτεί "μη μου χαλάς τα γούστα μου", με την ίδια ευκολία παραδέχεται πως "μεγάλωσε με στύλ δοσοληψίας, και άσκοπης προσπάθειας να είμαστε καλοί". Δεν ξέρω αν έφταιγε ο ιδιαίτερος δεσμός με τη μητέρα την Ιφιγένεια, ή η αέναη μάχη της με την αγάπη που πάντοτε την αποζητούσε. Και εκείνη πάντοτε την απογοήτευε. Όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή.

Μα όσους πολέμους κι αν χάσεις, κι όσο μακριά κι αν τρέξεις "η αγάπη θα σε βρεί, όπου και να σαι". Όσο κι αν αντισταθείς είναι σαν αστραπή που σε χτυπάει, ιδιαίτερα όταν είσαι μοναχικό δέντρο. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον χωρισμό της απο τον πρώτο της σύζυγο η Χαρούλα μελαγχόλησε, απογοητεύθηκε, δημιούργησε, και τελικά "μεγάλωσε". Και πάλι πίστεψε στον έρωτα, έγραψε για αυτόν, την κέρδισε η ζωή. Ίσως, να μην απογόητευθηκε ποτέ τόσο ώστε να το βάλει κάτω. Έχει όμως πάνω της την ευθύνη, πως στα νιάτα της μεγαλούργησε. Συνεργάστηκε με όλη την αφρόκρεμα. Τραγούδησε σε μπουάτ και καφενεία. Στο Ηρώδειο, στο Καλλιμάρμαρο. Και έγινε πανελλήνια, και πανανθρώπινη.

Την πρώτη φορά που την άκουσα έλεγε το "Δε λες κουβέντα". Και πραγματικά, δε μπορούσα να πω κουβέντα. Έκτοτε δεν προλάβαινα να σκεφτώ κάθε που άνοιγε το στόμα της. Και κουβαλούσε μαζί της την υπέροχη μαγεία και μελαγχολία της. Ένα αφιέρωμα γαλλικής εφημερίδας την είχε ονομάσει "δώρο των Θεών". Αν και πιστεύω πως και η ίδια τρέφεται με νέκταρ.

5 χρόνια σιωπής και δημιουργίας. Ενδιάμεσα μία συναυλία για τον Μάνο, τον αξέχαστο Μάνο της. Τον φίλο της και συνοδοιπόρο της. Αν έχω καταφέρει έστω και λίγο να μπώ μέσα στην ψυχοσύνθεση αυτης της γυναίκας, δε μπορώ να πιστέψω ούτε για μια στιγμή, πως δεν ήταν ερωτευμένη με το Λοίζο. Είτε κρυφά, είτε παθιασμένα, τα τραγούδια τα γεννημένα μεταξύ τους είναι μόνο αποτέλεσμα έρωτα. Και της στοίχισε τόσο αυτός ο χαμός. Ίσως είναι και η αφορμή για το πιο μεγάλο δάκρυ που έτρεξε απο τα μάτια της. Ο Μάνος. Τα τελευταία 30-περίπου χρόνια έχει και το δικό της Μάνο. Το γιό της. Τυχαία η επιλογή του ονόματος του; Καθόλου. Τυχαία η τόση αγάπη της προς αυτόν; Καθόλου. Και ας πέφτω έξω.




Το σωτήριο έτος 2010 στον πρώτο του μήνα περιμένει τις νότες της Χαρούλας στο Παλλάς. Με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Άλλη ιστορία εκείνη. Εξίσου μεγάλη και δραματική. Στο θέατρο της Βουκουρεστίου. Ιδανικός χώρος για τέτοιο εκτόπισμα. Αν και προσωπικά δε θεωρώ πως έχουμε να κάνουμε με τραγουδίστρια. Είναι λίγη αυτή η λέξη για τις ιδιότητες της ερμηνεύτριας, δημιουργού και Ανθρώπου. Για 15 μόνο παραστάσεις. (Αλήθεια γιατί τόσο λίγο;) Ίσα για να προλάβουμε να συνηθίσουμε πως στο κέντρο της πόλης δίνεις εαυτό. Και υπόσχεται "Όμορφα τραγούδια σαν ταξίδια".

Info: Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 5, Αθήνα, 210.3213100. Ημέρες και ώρες λειτουργίας ταμείων: Δευτέρα έως Σάββατο 9.00 – 20.00 και τις Κυριακές 12.00 -20.00. Με πιστωτική κάρτα : 210 81 0 81 81. Κρατήσεις μέσω Internet http://www.ellthea.gr ,στα μηχανήματα easypay, σε επιλεγμένα καταστήματα.Τιμές εισιτηρίων:20, 25, 30, 45, 50, 60, 70, 80 €