Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

"αρεταί φαυλότεραι"


Ευτυχώς που υπάρχουν και τα βιβλία, για να μου θυμίζουν πως δεν είμαι (ακόμα) τροφή για τα σκουλήκια. Ξυπνάς, κοιμάσαι, ντύνεσαι, γδύνεσαι, ζεις, πεθαίνεις. Ενδιάμεσα;
Οι αρχαίοι φιλόσοφοι ισχύριζονταν πως το άριστο είναι η ιδεατή αρετή. Και πως εργαλεία για τη θέαση της έχουν όλοι, απλά κάποιοι δεν τον γνωρίζουν. Εγώ δεν τους πολυπιστεύω, βεβαίως και δε θα αναιρέσω την αυταπόδεικτη αλήθεια εκείνων που έγραφαν με περισπωμένες και πνεύματα. Ταύτιση αρετής και ευτυχίας. Μηδέν δηλαδή.

Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχουν και τα βιβλία. Ευτυχώς που υπάρχουν και κάποια μυαλά που κινούνται και γεμίζουν αυτό το ενδιάμεσα. Τι θα ήμουν αλλιώς; Φαντασμένη. Λές και δεν είμαι τώρα. Λες και δε θα είμαι πάντα. Τα βιβλία. Ή μάλλον οι συγγραφείς. Οι συγγραφείς λοιπόν. Μεγάλοι και καταραμένοι άνθρωποι. Πολύ μεγάλοι. Και πολύ περισσότερο καταραμένοι. Εκείνοι δε ξυπνάνε, δεν κοιμούνται, δεν ντύνονται, δεν γδύνονται, πόσο μάλλον να ζουν ή να πεθαίνουν. Τίποτα. Αυτοί είναι το δώρο της αρετής αγαπητέ Πλάτωνα. Εκείνοι είναι η ίδια η αρετή.

Αυτό το δωμάτιο, που το αγαπάω και το μισώ παράλληλα γιατί μου προσφέρει την απομόνωση που ζητώ απο τους απέξω, μα με πνίγει στιγμές-στιγμές (μήπως κατάφερα ποτέ να ξεχωρίσω τα δυο συναισθήματα; Το ένα πηδάει πάνω απο το άλλο) μοιάζει λίγο και με φυλακή. Έχει βιβλία. Δεν έχει αρκετά όμως. Είναι μικρό σαν τον ορίζοντα μου. Κοντό, καχεκτικό και μαύρο. Ωραία θα ήταν να είχα βάψει τους τοίχους μου μαύρους. Τότε, θα έμοιαζε με κανονικό κελί. Ίσως και λίγο με θάλαμο φωτογράφου, ίσως με φέρετρο. Ωραίο θα ήταν τότε.

Ίσως μια μέρα να το βάψω. Μαύρο, ολόκληρο και το ταβάνι. Και να ανοίγω τα παράθυρα, να μπαίνει το φως βαριά και να γυαλίζει ο τοίχος, να φεγγοβολά. Μα πάνω στο μαύρο δεν μπορεί κανείς να ζωγραφίσει. Μην απορείς. Ούτε στον άσπρο τοίχο το τολμώ. Πρέπει να είμαστε εντάξει. Πρέπει να είμαστε ευγενικοί. Πρέπει να ζούμε τις επίγειες απολαύσεις και να ρουφάμε την καθεμία με μανία. Τσιγάρα, ποτά, φαγητά, σώματα. Να τα ρουφάμε όλα με μανία. Αυτά μας κρατάνε ζωντανούς.

Τι ψέμμα. Δίκιο είχαν τελικά οι φιλόσοφοι. Το φαγητό δεν με εμπνέει. Το ποτό το έκοψα κι αυτό. Το τσιγάρο απλά ντύνει τα γυμνά δάχτυλα μου. Να μη μιλήσω για τα σώματα. Αυτά τα αγγίζω μόνο φευγαλέα. Μοιάζουν λίγο με ηλεκτρικούς φράχτες. Ίσως με το ελάχιστο άγγιγμα να μην πεθάνω τελικά. Μα κι αν πεθάνω, θα χω γεμίσει με άλλα. Επίγεια πάλι. Και αυτά θα τα γνωρίζω μόνο εγώ. Γιατί ζούν μόνο στο μυαλό μου. Ησυχία τώρα. Σαν να ξύπνησαν τα ξωτικά εκεί μέσα. Ησυχία τώρα. Τώρα μιλάνε αυτά.

Μα τελικά δεν το έλυσα. Η αρετή είναι γραμμένη στα βιβλία; Η αρετή είναι η επιθυμία; Είναι ο σκοπός; Είναι η ευτυχία; Μήπως είμαι εγώ; Μήπως θα είμαι εγώ;
Εδώ σε θέλω τώρα Πλάτωνα. Να αποδείξεις πως είμαι ευτυχισμένη μέσα στη φυλακή την άσπρη. Την μελλοντική μαύρη.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Έτος 2012, λίγο μετά την καταστροφή

Η Μελίνα άνοιξε τα μάτια της την στιγμή που το ρολόι πήγαινε ακριβώς 9. Χωρίς ξυπνητήρι, έτσι είχε συνηθίσει τον τελευταίο καιρό. Ακουγόταν μόνο αυτός ο ανεπαίσθητος ήχος που έπιανε μόνο ο σκύλος τη στιγμή που οι δείκτες έκαναν ορθή γωνία και πεταγόταν πάνω κι εκείνη απότομα. Σαν τις κούκλες που πετάγονται από τα κουτιά δεμένες με το γνωστό ελατήριο.



Γεννημένη στις 6 Μαρτίου του 94, από δύο γονείς μεροκαματιάρηδες και μοσχαναθρεμμένη όπως όλες οι μοναχοκόρες, η Μελίνα πήρε το όνομα της από την Μελίνα Μερκούρη που έφυγε την ίδια μέρα με τη γέννηση της, παρόλες τις αντιρρήσεις της γιαγιάς Αμαλίας για το όνομα του παιδιού. Η μητέρα Καίτη θυμάται όλες τις ώρες που υπομονετικά περίμενε στο μαιευτήριο την τηλεόραση να παίζει αφιερώματα για τη μεγάλη αυτή ελληνίδα και με το όνειρο ακόμα μιας μικρής επαναστάτριας των καιρών, προχώρησε στη βάφτιση. Και κάθε μέρα ευχαριστούσε το Θεό για αυτό το μικρό Μελινάκι, χωρις να ακούει τη γιαγιά που φανερά βασιλική μισούσε οτιδήποτε είχε φέρει στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ, λέγοντας τους κομμουνιστές. «Σου λέω πως αυτοί είναι του διαβόλου. Θα μας κάνουν σαν τα μούτρα τους μια μέρα και θα χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο».

«Μαμά κάνεις λάθος, θα πάμε μπροστά. Θα γίνουμε σαν τους Ευρωπαίους μια μέρα και θα καμαρώνεις με αυτά που θα βλέπεις τριγύρω» της απαντούσε η μητέρα. Η γιαγιά όπως πάντα έγνεφε και την έλεγε «κουτορνίθι» που πίστευε ό,τι της σέρβιραν στην τηλεόραση και έφευγε βωμολοχώντας. Ήταν από τις μεγαλύτερες μορφές της γειτονιάς η γιαγιά Αμαλία. Έφυγε λίγο μετά το 2000, ουτε το ευρώ δεν πρόλαβε, άλλωστε ήταν πολύ μεγάλη, είχε ζήσει πόλεμο και κατοχή είχε σκληρύνει με τα χρόνια, και πάντα ήξερε να πετάει βρισιές στα γερμανικά, όταν έκανε πλάκα με τα εγγόνια. Η Μελίνα από την άλλη δε γνώρισε ποτέ τη δραχμή. Οι μόνες της αναμνήσεις από το βαρύ αυτό νόμισμα που γέμιζε το παιδικό της χεράκι ήταν από το δημοτικό, που η μάνα της της έβαζε στη χούφτα ένα κατοστάρικο. Αγόραζες ολόκληρο σάντουιτς τότε με ένα κατοστάρικο. Και είχες και ρέστα κάτι δεκαράκια. Από τότε που άρχισε να έχει δικό της πορτοφόλι όμως το ευρώ ήταν το μόνο νόμισμα που χρησιμοποιούσε. Με το πορτοφόλι σχεδόν άδειο όπως πάντα.



Σηκώθηκε, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού που πια δε τη χωρούσε και ξεχύθηκε στην αφιλόξενη πόλη. Η κολλητή της την περίμενε ακριβώς από κάτω. Και ξεκίνησαν μια καθημερινή μέρα ως φοιτήτριες την περίοδο του καλοκαιριού. Πρώτα μια στάση από το σούπερ μάρκετ για τον καφέ του κουτιού και μετά λίγη βόλτα στον πεζόδρομο. Το περπάτημα σταματούσε στην πλατεία όπου έβρισκαν και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας και όλοι μαζί τσουγκρίζοντας τα τενεκεδένια καφεδάκια τους περνούσαν τις ώρες τους συζητώντας για λογοτεχνία, πότε για σχέσεις, σπάνια για επικαιρότητα. Και κανένας δεν τους αναζητούσε από τότε που είχαν σταματήσει να χρησιμοποιούν τα κινητά τους. Συνεννοούνταν μεταξύ τους μέσω ιντερνέτ, κανόνιζαν τα ραντεβού τους και έτσι νωχελικά περνούσαν την ώρα τους. Άλλωστε δεν είχαν ανάγκη τίποτα παραπάνω. Καμία φορά, όταν περνούσε ο πλανόδιος με τους ξηρούς καρπούς έπαιρναν και ένα σακουλάκι όλοι μαζί και πάλευαν με τις ώρες τα τσόφλια στα στόματα τους. Ο Χάρης, ο μανιώδης καπνιστής μάζευε συχνά ρεφενέ με το καπέλακι που είχε ξεθάψει από την ντουλάπα του μπαμπά του και ψώνιζε ένα πακέτο τσιγάρα, από το οποίο έπαιρναν όλοι φουμάρωντας αργά τον καπνό. Αυτή τη συνήθεια με τα ρούχα την είχαν ξεκινήσει πρώτα τα κορίτσια που μη μπορώντας να αγοράσουν πλέον όλα αυτά που ήθελαν έκαναν επιδρομή στις ντουλάπες της γιαγιάς και της μαμάς βρίσκοντας σπάνια όμορφα κομμάτια. Και έτσι κυκλοφορούσαν με την αυτοπεποίθηση πως φορούσαν κάτι καινούργιο, έξω από τα συνηθισμένα.



Όταν έπεφτε το βραδάκι, κατηφόριζαν συχνά προς την παραλία. Χρησιμοποιούσαν πολύ πλέον τα πόδια τους κάνοντας μεγάλες βόλτες, ξεκινώντας από την Ακρόπολη και καταλήγοντας στο Φλοίσβο. Είχε γίνει κάτι σα κουραστική απόλαυση. Και τότε εκεί στην αμμουδιά μεθούσαν με κρασί δίπλα σε μια φωτιά που έκαιγε. Ο Μάνος έφερνε και την κιθάρα του και έπαιζε ξεχασμένες μελωδίες του Χατζιδάκι. Και κανένας δεν τάραζε την ησυχία τους. Τα πολύβουα κλάμπ είχαν κλείσει εδώ και ένα χρόνο, κάνοντας τον τόπο να μοιάζει σχεδόν ερημικός. Και πολλοί από τους επιφανείς είχαν απομακρυνθεί σε ξένες χώρες. Στην Ελλάδα είχαν απομείνει μόνο εκείνοι που μπορούσαν να ζουν με τα λίγα. Μα αν τους ρωτούσες αν ήταν δυστυχισμένοι, δύσκολα θα απαντούσαν ναι. Άλλωστε αυτά τα λίγα ίσως να είναι αρκετά τελικά. Και η Μελίνα ήταν πολύ ερωτευμένη για να σκέφτεται το πορτοφόλι της. Ακουμπούσε στο πλευρό του Στέφανου και δε σκεφτόταν το αβέβαιο μέλλον. Ένιωθε τόση βεβαιότητα εδώ, γύρω στη φωτιά με την κιθάρα και καμία φορά μόνη μαζί του πίσω από τα βραχάκια, που δεν ήθελε τίποτα άλλο. Και όχι επειδή είχε συμβιβαστεί. Όχι, το κάθε άλλο. Γιατί η Μελίνα είχε ζήσει σε εποχές όπου η μητέρα είχε πάντα στο σπίτι φρέσκο γλυκό. Σε καλοκαίρια που δε νοούνταν να περάσουν χωρίς διακοπές σε νησί. Και χωρίς να στερείται ποτέ τα απαραίτητα. Ακόμα και όταν η κοιλιά της έπαιζε ταμπούρλο από την πείνα, δεν έφερνε στο νου τις καρυδόπιτες και τις πάστες. Έτρωγε με την ίδια ευχαρίστηση τα μακαρόνια της μητέρας, χωρίς τυρί καμία φορά. Και όταν στη γιορτή της έπαιρνε καμία φορά κανένα πολύχρωμο φουστάνι, χαιρόταν σαν το μικρό παιδί στο λούνα πάρκ. Και το φορούσε τα βράδια στον κήπο, στην πλατεία και στο σπίτι του Στέφανου, προσέχοντας πάρα πολύ μην το λερώσει, σαν κάτι το μονάκριβο. Γιατί έτσι είχε μάθει πλέον. Και έτσι θα μάθαινε και στα παιδιά της έπειτα. Που δεν είχε σκοπό να τα φέρει βέβαια πριν ανεξαρτητοποιηθεί. Θα γινόταν κι αυτό άλλωστε κάποια στιγμή. Σε λίγο καιρό θα ξεκίναγε τα ιδιαίτερα σε σπίτια. Και μετά είχε ο Θεός. Τις σκέψεις της διέκοψε ο Στέφανος. Είχε έρθει και κρατούσε καραμέλες βουτύρου στο χέρι του κι ένα λουλούδι. Δύο κεράσματα για τη μικρή Μελίνα. «Τελικά όπως δείχνουν όλα δε θα καταστραφεί ο κόσμος φέτος» της είπε γελώντας.

«Μάλλον αυτός ο κόσμος δε θα καταστραφεί ποτέ!» απάντησε η Μελίνα, αρπάζοντας το λουλούδι. 19 χρονών παρά κάτι.



(Το παραπάνω αποτελεί φυσικά προϊόν της διεστραμμένα φανερής ελπίδας μου πως γίνεται να επιβιώσεις και χωρίς. Αρκεί να κλείσεις λίγο την τηλεόραση και να στραφείς προς τους ανθρώπους σου. Συλλογικότητα είναι η λέξη που ψάχνεις.)

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Life is short. Life is "Precious"

" Κανείς δε μ'αγαπάει" "
" Κι όμως σ'αγαπάω εγώ"

" Σε παρακαλώ μη με αγαπάς.

Η αγάπη δεν έχει κάνει κανένα καλό για εμένα.

Η αγάπη με βίαζε, αυτή είναι η αγάπη."


Με δάκρυα στα μάτια, η υπέρβαρη μαύρη ηρωίδα, η Κλαρίς Τζόουνς, εξομολογείται στη δασκάλα που βρίσκεται απέναντι της τι σημαίνει η λέξη "αγάπη" για εκείνη. Λέξη άγνωστη στην ουσία της, γνωστή μόνο ως θεωρία, απο έναν πατέρα που εκδηλώνει την "αγάπη" βιάζοντας και αφήνοντας έγκυο την δεκαεξάχρονη κόρη του, και μια μητέρα που ασκεί καθημερινά σωματική και ψυχολογική βία στην ήδη κατεστραμένη "Μονάκριβη" όπως την αποκαλεί χαιδευτικά και μάλλον περισσότερο περιπαικτικά λόγω του μεσαίου της ονόματος.

Στα τελη της δεκαετίας του '80, στο Χάρλεμ, σε μια περιοχή γκέτο, και σε μια Αμερική που ακόμα προσπαθεί να συνηθίσει τους μαύρους κατοίκους της, η "Μονάκριβη" μεγαλώνει άρρωστα. Έχει ήδη στα
16 της χρόνια ένα παιδί απο τον πατέρα της, το οπόιο πάσχει απο σύνδρομο down, και βρίσκεται έγκυος για δεύτερη φορά. Η Κλαρίς Τζόουνς είναι η ενσάρκωση μιας ηρωίδας βασανισμένης απο την ενδοοικογενειακή βία, μα κυρίως απο τη μοίρα της που πλέκει ως το τέλος ένα λυπηρό κουβάρι, χαρίζοντας μόνο δεινά. Εκείνη απο την άλλη σαν έφηβη, ονειρεύεται μια στοργική οικογένεια, μια γοητευτική εικόνα στον καθρέφτη της, και γιατί όχι έναν τρυφερό σύντροφο;

Όλα μοιάζουν να βαδίζουν προς ένα αδιέξοδο, ίσως και σε μια στάσιμη πραγματικότητα αν δεν βρίσκονταν στο δρόμο της νεαρής έφηβης οι δασκάλες, που αποτελούν τον καταλυτικό παράγοντα για την εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι ενω στην αρχή η Κλαρίς, μιλάει σε μια αργκό αφροαμερικάνικη, βρίσκεται να παρακολουθεί μαθήματα σε ενα πειραματικό σχολείο, με μια δασκάλα που της μαθαίνει να μιλάει, ακόμα και να γράφει εκθέσεις. Η εξέλιξη αυτή της παιδείας υπαγορεύει και μια επανάσταση για τη "Μονάκριβη" που αποφασίζει να το σκάσει απο τους γονείς-τύραννους. Αρκετά λιπαρά φαγητά με τη μητέρα αργότερα, και μερικά κρυφά διαβάσματα με τη δασκάλα -που εμφανίζεται ως σωτήρας -η Κλαρίς επιχειρεί να φύγει, να ζητήσει βοήθεια, και να διεκδικήσει τα δύο-πλέον- παιδιά της. Τίποτα ίσως, δε θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία της μετά τη φυγή. Φθάνει όμως σαν κερασάκι στην τούρτα με τα βάσανα η αποκάλυψη για την αρρώστια του AIDS που κυλάει στο αίμα της, και που προδιαγράφει ενα τέλος, αν όχι στο άμεσο, σίγουρα στο έμμεσο μέλλον. Λές και τα προβλήματα δεν ήταν ήδη αρκετά.

Οποιοσδήποτε μπορεί να υποστηρίξει πως ο χαρακτήρας της Κλαρίς αποτελεί καρικατούρα, και απέχει παρασάγκας απο την πραγματικότητα με όλα τα κοινωνικά προβλήματα που πλήττουν την Αμερική συγκεντρωμένα πάνω σε ένα πρόσωπο. Όπως και να έχει όμως, η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου "Push" του "Saphire" δε στερείται σε ωμότητα και ρεαλισμό. Ίσως κάποτε, και υπερβολικό ρεαλισμό, σε σημείο να αγγίζει τα όρια του ριάλιτυ σόου (ας μη ξεχνάμε πως συμμετοχή στην παραγωγή της ταινίας έχει η σιδηρά κυρία Oprah Winfrey, με το σκοτεινό οικογενειακό παρελθόν και την έμφυτη κλίση στο ριάλιτυ σόου).


Το "Precious" δε προσφέρει οπτικά εφέ, ούτε παραμυθένιο τέλος. Με εξαίρεση κάποιες στιγμές που προκαλούν το γέλιο, η ταινία κυλά σε φόντο μαύρο, για γερά στομάχια και γερά νεύρα. Πέρα απο το σενάριο που μοιάζει να ξεχειλώνει προς το τέλος μη προσφέροντας καμία έκπληξη, οι ερμηνείες είναι σαφώς εξαιρετικές και άξιες επαίνων και βραβείων. Τα γκέστ ονόματα όπως της Mariah Carey, και του Lenny Cravitz, είναι μάλιστα και αυτά άριστα δεμένα με το κάστ και το επίπεδο των υπόλοιπων συντελεστών, χωρίς να στερούνται ταλέντου. Μέσα σε όλα αυτά ενα τέλος χαρούμενο θα φαινόταν μάλλον εξαπάτηση απέναντι στο θεατή. Απο την άλλη όμως, η σκηνοθεσία καταφέρνει μια γλυκόπικρη αίσθηση στην τελευταία σκηνή. Ίσα για να φανταστεί κανείς την βασανισμένη "Μονάκριβη" ευτυχισμένη. Άλλωστε στο τέλος νικάει η φαντασία και όχι ο ρεαλισμός.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

H γκρίνια σκότωσε τη γάτα


Και όχι η περιέργεια. Κάπως έτσι έπρεπε να μεταστραφεί η παρομοιώδης έκφραση ειδικά για την Ελλάδα. Αυτό θα απαντάω αργότερα στα παιδιά μου (που σαφώς θα σκεφτώ πολύ σοβαρά πριν τα φέρω στον κόσμο και όχι επειδη η μητέρα μου θα θέλει αναγκαστικά να δει εγγόνια). "Γιατί μαμά μας κοροιδεύουν όλοι;" "Γιατί είμαστε γκρινιάρηδες, παιδί μου. Και έχουμε στη φλέβα μας, στο πετσί μας την ατιμωρισιά και την διαστρεβλωμένη έννοια της δημοκρατίας". Εντάξει ίσως το παιδί να μην καταλάβει τι σημαίνει το "διαστρεβλωμένη". Όχι, μάλλον θα απαιτήσω να το καταλάβει. Ίσως έχει φτάσει ο καιρός να γεννήσουμε και έξυπνους Έλληνες, εκτος απο βλάκες και γκρινιάρηδες. Και φυσικά μιλάω σε πρώτο πρόσωπο. Άλλη συνήθεια περασμένη στο Dna. Πάντα σε β πρόσωπο οι κατηγορίες. Εσείς κάνατε, εσείς κάνετε, εσεις θα κάνετε. Με την φυσιολογική συνέπεια ενος μπόγου ευθυνών (που λέγεται κράτος) και πολλών ουρών απ έξω.

Πραγματικά αν ο Τιτανικός ήταν γεμάτος απο Έλληνες, το πλοίο θα βούλιαζε και εκείνοι θα τσακώνονταν μεταξύ τους για το πόσα πράγματα θα κουβαλήσουν στις βάρκες. Και η αλήθεια είναι πως οι καιροί είναι δύσκολοι για ευθύνες. Όχι απλά δύσκολοι. Ίσως είναι οι ΠΙΟ δύσκολοι. Και είναι σχεδόν σίγουρο, με μαθηματική ακρίβεια πως το πλοίο της ψωροκώσταινας πάει ντουγρου για το παγόβουνο. Φυσικά ο καπετάνιος κατηγορεί το μούτσο, ο μούτσος γκρινιάζει στον ασυρματιστή και τα λοιπά. Αλλά εδω που φτάσαμε αδερφέ, δεν έχουμε χρόνο για γκρίνιες. Πραγματικά. Και οι λύσεις. Αλλο θέμα κι αυτό.


Ας φανταστούμε την Ευρωπαική Ενωση σαν ένα πρότυπο εκπαιδευτήριο. Με καλούς μαθητές, καλοφτιαγμένους και καλοστημένους, και με πρότυπους δασκάλους. Σκάνε πολλά εκεί οι γονείς μας για να τους βγάλουμε ασπροπρόσωπους. Και εμείς σαν κλασικοί Ελληνες μια ζωή στην κοπάνα, τον καφέ στο χέρι και τα λαδωμένα ρούχα. Μέχρι που έρχεται η ώρα των εξετάσεων. Και συνεπώς των ευθυνών. Και όχι, σε αυτό το σχολείο δεν κινδυνεύεις με αποβολή, αλλά τόσο υπερβολική φαίνεται και η επίπληξη; Γιατί κάνει τόσο εντύπωση αυτή η χειρονομία; Ελληνικότατη. Αν και προσωπικώς θα προτιμούσα να κάνει μούτζα η κατα τα άλλα χαριτωμένη Αφροδίτη. Θα ήταν πιο κλασάτη και θηλυπρεπής.


Εντελώς άτοπη η χειρονομία, ακόμα πιο κίτς και η ελληνική απάντηση. Γιατί καλέ μου εμπάργκο στα γερμανικά προιόντα; Είναι σα να σφαλιαρίζεις αρκούδα. Θα σε φάει! Πάντως τα lidl γεμάτα ήταν χτες, (ω ναι ήμουν κι εγώ εκεί!). Και δεν είδα κανέναν να μου σηκώνει το χέρι επιδεικτικά. Μπορεί η φίρμα να είναι γερμανική, αλλά εκει δουλεύουν και Ελληνες. Αλλά βέβαια ποιός το χε σκεφτεί αυτό; Είμαστε όλοι γεμάτοι νεύρα! Όχι δε θέλουμε να ακουμε καν το όνομα "Γερμανός". Σε λίγο καιρό προβλέπεται να μπει και το αντίστοιχο "μπιπ" απο το ΕΣΡ κάθε φορά που αναφέρεται αυτή η λέξη. Την έρημη τη Ναταλία Γερμανού λυπάμαι που θα αναγκαστεί στο εξής να συστήνεται ως Ναταλία Μπίπ.


Θυμάστε μια εποχή που πηγαίναμε στο εξωτερικό συστηνόμασταν ως Έλληνες και όλοι υποκλίνονταν στο ελληνικό μεγαλείο; Ξεχάστε τα αυτά, πέρασαν ανεπιστρεπτί. Και φυσικά έχουμε το ακαταλόγιστο. "Μας χρωστάνε!" Ναι κύριε Καρατζαφέρη μας χρωστάνε, αλλά εμεις χρωστάμε περισσότερα. Όποτε όσο ρατσιστικό είναι για την ταυτότητα μας, ας κλείσουμε το στόμα μας, που μόνο ασάφειες και γκρίνιες ξέρει να βγάζει απροκάληπτα και να συμβιβαστούμε σε μια πραγματικότητα που απαιτεί να είναι πρώτα το κεφάλι κάτω, με μόνο σκοπό κάποτε να ξανασηκωθεί. Και όχι, δεν πιστεύω πως είναι η εποχή για επαναστάσεις. Αλλωστε θυμόμαστε όλοι έντονα τι κόστισε η προηγούμενη σε χρήμα και ανθρώπους.
Πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους να σταματήσουμε να κρίνουμε τα πάντα. Τον γείτονα που παρκάρει μπροστά απο την πόρτα μας, τη δασκάλα που είναι αυστηρή, τον καφέ που αργεί να έρθει στο τραπέζι μας, τους υποψηφίους για τη Eurovision, τη Μενεγάκη, την Μέρκελ, το focus, την Ευρώπη, το ευρώ, τον περιπτερά. Γιατί προβλέπεται στο δρόμο για την καταστροφή να καταλήγουμε κανίβαλοι.


Προσωπικά ψάχνω μια μικρή αφορμή για να αισθανθώ υπερήφανη για το Dna μου, για το ελληνικότατο όνομα μου, και τα σκούρα χαρακτηριστικά μου. Ως τότε, και μόνο απο ντροπή θα πρέπει να συστήνομαι ως Ισπανίδα και να αγνοώ την γκρίνια με πράξεις.
Mi nationalidad es... μια αποτυχία.
(Πάντοτε ήμουν ρατσίστρια. Και το παραδέχομαι. Με αυτούς που τα έκαναν όλα λάθος ή απλά δε μου ταίριαζαν. Ας ξεκαθαρίσω κάτι όμως. Δεν είμαι ρατσίστρια απέναντι στην χώρα μου. Μόνο στους ανθρώπους που αποτελούν τη ντροπή της.)

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Bambi bar


Bambi bar. Συνοπτικός τίτλος για το εξίσου συνοπτικό μυθιστόρημα του Υβ Ραβέ. Στοχευμένος στην πλοκή, όσο και στοχαστικός της ουσίας της υπόθεσης, εισάγει σε εναν ωμό και ρεαλιστικό κόσμο, χωρίς φανφάρες και σπουδαίο λεξιλόγιο. Το βιβλίο με τις 77 σελίδες του διαβάζεται συνοδεύοντας ένα ζεστό ρόφημα ή κατα τη διάρκεια ενος δίωρου ταξιδιού με τρένο. Τόσο σύντομο, όσο και περιεκτικό, αδύνατον να ισχυριστεί κανείς πως προλαβαίνει να γνωριστεί με τους ήρωες, πριν τους αποχαιρετήσει. Χωρίς ουσιαστικά κεφάλαια μα με σαφείς διαφοροποιήσεις, ο συγγραφέας μπλέκει διαφορετικές ιστορίες, τις οποίες τελικά καταφέρνει να ενώσει προς το τέλος. Δίνει τα κομμάτια δηλαδή για ένα ιδιόρρυθμο πάζλ, και αφήνει τον αναγνώστη να το δημιουργήσει, διαβάζοντας. Το ταλέντο του συγγραφέα έγκειται ακριβώς σε αυτό το γεγονός, στο να παρέχει δηλαδή στον αναγνώστη ακριβώς τα απαραίτητα εργαλεία για τη λύση της ιστορίας. Μικρά σφηνάκια πλοκής, ικανά να χορτάσουν τον αναγνώστη. Ο Λεόν Ρεμπερνάκ είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Σαν ήρωας, δε δίνει απο την αρχή μια σαφή εικόνα στον αναγνώστη που σίγουρα στέκεται απέναντι του καχύποπτος. Αρχικά εμφανίζεται ως βασικός ύποπτος ενος τροχαίου. Ανακρίνεται επιμελώς απο τους εκπροσώπους του νόμου, χωρίς να καταφέρνει να αποδειχθεί αθώος ή ένοχος. Εν συνεχεία, προκαλέι την αποστροφή του αναγνώστη για τη νοσηρή συνήθεια του να χαζευει με κυάλια το Μπάμπι Μπάρ, ενα κακόφημο κλάμπ, και πορνείο πολυτελείας, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απο το σπίτι του. Αποδεικνύεται όμως περισσότερο συμπαθής παρά άρρωστος, όταν το ενδιαφέρον του στρέφεται ειδικά στη νεαρή Κάντι. Η Κάντι ζει με τη μητέρα της Μόνικα σε ενα διαμέρισμα πάνω απο το μπαρ (ενδεικτικό της προικισμένης γραφής πως ο πρωταγωνιστής μπορεί να χαζέψει με τα κυάλια του όλα τα δωμάτια του απέναντι οικήματος). Οι κακοί στην προκειμένη περίπτωση είναι ο σύζυγος της Μόνικα, όσο και ο ιδιοκτήτης του Μπάμπι Μπάρ. Σύμβολα εξουσίας και ηθικής ανομίας, οι δυό τους αντιπροσωπεύουν τον "εχθρό", που δε σκοτώνεται παρα μόνο με την κάθαρση και τη λύση του μυστηρίου. Η τιμή και η αποκατάσταση της γίνονται το βασικό μέλημα του Λεόν Ρεμπερνάκ που θέλει να πάρει πίσω στην πατρίδα της την Κάντι, η οποία έχει κακώς μπλεχτεί στα δίχτυα της ανομίας. Ο χαρακτήρας της σχεδόν αθώας (για πόρνη) Κάντι σκιαγράφεται στην αρχή φοβικός, έπειτα συμπαθητικός και κάπως ρομαντικός, αντίθετα με τη Μόνικα που φαίνεται όσο σκληρή όσο και αδιάφορη. Μια πιν απ παράσταση, και μια έκρηξη μετά εχουμε τη σχεδόν προβλεπόμενη λύση της ιστορίας, που ο αναγνώστης έυκολα μαντεύει τρείς σελίδες πριν το τέλος. Η σύντομη ιστορία του Ραβέ δεν έχει λογοτεχνικές παράτες. Απλό λεξιλόγιο, και φυσικές εικόνες συνθέτουν ένα σκηνικό βατό. Παρόλα αυτά η αγωνία του αναγνώστη προοικονομεί την ανάγνωση του βιβλίου με μια προσπάθεια. Μια δεύτερη ανάγνωση θα θεωρούταν σαφώς περιττή όσο και ανούσια, μετά τη λύση της ιστορίας και την κάθαρση με την πάταξη-ανατίναξη των "κακών". Σε κάθε περίπτωση, το "Μπάμπι μπάρ" είναι μια καλή συντροφιά δυο-παρα κάτι- ωρών, και σαφώς ένα εξαιρετικό δείγμα μιας νέας λογοτεχνικής γραφής, που δε χρειάζεται φανταχτερά στολίδια για να εντυπωσιάσει. Λιτό, όπως η εποχή μας.

Απάνθισμα



Κάποιος μου ζήτησε να περιγράψω τη ζωή μου. Και εγώ δεν ήξερα τι να πώ. Είναι υπέροχη απο όλες τις απόψεις, μα και τόσο συνηθισμένα βατή, σχεδόν ανούσια. Μεγάλο ψέμμα, έπρεπε προφανώς να δηλώσω απλώς ευτυχισμένη. Θα ήμουν αχάριστη αν δήλωνα οτιδήποτε λιγότερο.
Τελικά, μετά απο λίγα λεπτά, αφου δε δήλωσα τίποτα, απλώς χαμογέλασα και ξεστόμισα πως η ζωή μου μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερη, είναι όμως άσωτη. Για να ταιριάζει με την εποχή και τους ανθρώπους της.
Έχουν εκλείψει τα πάντα απο το κεφάλι μου. Ξυπνάω το πρωί, χαζεύω τους γονείς μου σαν αγνώστους, με τους φίλους μου αρκούμαι μόνο σε μεθύσια, κοιμάμαι, τρώω, διαβάζω, όλα μηχανικά και όλα επιτηδευμένα. Και λαχταρώ τις περιόδους που τα μεγάλα σόκ που έρχονταν στη ζωή μου, με ξάφνιαζαν. Παρόλα αυτά με έκαναν να νιώθω τόσο ζωντανή και τόσο έτοιμη να πεθάνω, εκεί πάνω στο δευτερόλεπτο. Αδυνατώ ακόμα και να περιγράψω το οτιδήποτε. Ό,τι συμβαίνει, όσο συγκλονιστικό, όσο μεγάλο και ανθρώπινο, είναι απλώς κενό. Άδειο απο συναίσθημα. Όλα αυτά ημέρα Δευτέρα. Και μάλιστα Καθαρή.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Όπως πάντα, χωρίς ουσιαστικό προορισμό, μα με ενα τραγούδι στα αυτιά αγαπημένο. Το πετυχαίνω τυχαία στο ραδιόφωνο και με κάνει να σκάσω ενα μικρό χαμόγελο καθώς στρίβω στη γέφυρα. Αχ αυτή η πόλη. Βρήκα χώρο για ενα μικρό αναστεναγμό. Αλήθεια, αυτό ήταν ενα μικρό συναίσθημα. Αυτή η πόλη είναι τόσο όμορφη, όσο και μελαγχολική. Πάντα ερωτευμένη και ενθουσιώδης. Μου θυμίζει τον εαυτό μου, έχω υπάρξει κι εγώ έτσι. Τραγικά πλανεμένη. Μέχρι που γνώρισα τη ζωή, την αληθινή, που δεν έχει χώρο για μικρούς αναστεναγμούς και τραντάγματα. Φυσικά ούτε λόγος για τους μεγάλους.
Έχω μπροστά μου ενα μικρό βουνό του νοσοκομείου ξανά, και αντί να στεναχωριέμαι, βλέπω κι αυτό σαν αφορμή για λίγο συναίσθημα. Έχω φτάσει στο σημείο να περιμένω το κακό για να ρουφήξω λίγο δάκρυ. Δεν μπόρεσα να κλάψω ούτε στο μνήμα. Κάθισα απέναντι στο παγκάκι, κάπνισα ένα τσιγάρο, όχι επειδή ήθελα, έτσι για να περάσει η ώρα, ακούμπησα τη γλάστρα ευλαβικά στα πόδια της, έφτιαξα τα λουλούδια στο βάζο. Όλα συνηθισμένα. Ακόμα και όταν έφερα το νου μου στη μητέρα. Ούτε τότε, τίποτα.
Ώσπου η απόλυτη ησυχία διακόπηκε απο ενα μοιρολόι.
Μια μαυροφορεμένη καθισμένη σε ενα διπλανό μνήμα,
ψελλίζοντας μελωδικά λόγια
Παληκάρι μου/ψυχή μου,
που έφυγες/ και μ'αφησες
και πώς θα ζήσω/πώς να ζήσω
έφυγες κι άφησες δύο ορφανά/
ρίχνε καμία ματιά/
απο εκει ψηλά/
αγάπη μου/αγάπη μου.
Κοκάλωσα. Θέε μου κάτι άνθισε μέσα μου.
Μα δεν έκανα βήμα. Ίσως μέσα μου να ήθελα να πάω να την αγκαλιάσω, μα τα πόδια μου είχαν μείνει στο έδαφος κολλημένα.
Και τότε έγινε. Μπήκα πίσω στο αυτοκίνητο και έκλαψα σε ολόκληρη τη διαδρομή για το σπίτι. Για το Γιάννη, που δεν τον είχα δει ποτέ μου.
Μετά βέβαια επανήλθα πάλι στην ύπνωση.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Ο κόκκινος ύπνος

Πάντοτε με τα όνειρα μου είχαμε μια ιδιότυπη σχέση. Ήταν πάντοτε περίεργα, δεν ταίριαζαν ποτέ με την πραγματικότητα που κατα καιρούς ζούσα. Και μπερδεμένα. Τόσο μπερδεμένα, που με έκαναν να φαντάζομαι το υποσυνείδητο μου σαν ενα κουβάρι, ενα κλώθο ίδιο με αυτό της Αριάδνης. Κι εγώ πάντοτε έψαχνα τον μίτο να τον αρπάξω και να ξεκινήσω να τρέχω. Σε αυτά τα όνειρα ο εαυτός μου δεν έχει ποτέ πρόσωπο. Στην καλύτερη περίπτωση μπορώ να δω χέρια, ίσως και μαλλιά, άλλοτε άκρα, ποτέ όμως μάτια, χείλη. Ποτέ.



Με έχω θαυμάσει ψηλά σε μεσαιωνικά κάστρα, να κρεμιέμαι ανέμελη απο τους πύργους. Να πετάω πάνω απο φράχτες, να υψώνομαι πιο ψηλά και απο τα δέντρα. Να αγναντευω ποτάμια με πεντακάθαρα νερά. Να προσγειώνομαι άτσαλα σε θάλασσες με το αυτοκίνητο μου. Τοπία. Παράξενα μέρη που δεν έχω ποτέ επισκεφθεί, και ούτε πρόκειται σαφώς να δω. Ίσως να έχουν μέσα κάποια σπέρματα απο μέρη που κάποτε είχα πάει. Μα και πάλι ενας νους δε μπορεί ποτέ να συγκρατήσει όλα τα μέρη που έχει επισκεφθεί. Ακόμα και ενας νέος.

Αυτό που φοβάμαι περισσότερο ακόμα κι εκεί όμως, είναι οι άνθρωποι που συναντάω σε αυτά τα αλλόκοτα μέρη. Ζευγάρια που τρίβονται στα σεντόνια, χέρια που απλώνονται για να με βοηθήσουν, επίμαχοι δολοφόνοι με στιλέτα, και άνθρωποι δολοφονημένοι και νεκροί. Το υποσυνείδητο μου δεν ησυχάζει αν δεν σκοτώσει τον εχθρό του τουλάχιστον τρεις φορές. Με βίαιο τρόπο. Αίμα πολύ. Και φωτιά. Τι να σημαίνει άραγε η φωτιά στο τραυμα; Πόνο;


Η τελευταία εικόνα που θυμάμαι είναι ενα κάρο να γκρεμίζεται. Εκεί μέσα εσυ, ο εχθρός. Πέφτεις στο πλάι, αδειάζεις το σώμα σου στο χώμα και σπας το λαιμό σου άτσαλα. Οι φλέβες σου πετάγονται και σπάνε. Με πιτσιλάς απο απέναντι. Ξάφνου αντιλαμβάνομαι αυτό που έβαλε τρικλοποδιά στο άλογο που σφαδάζει απο τους πόνους. Ενα σχοινί στα πόδια μου, και το δεξί μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου ακρωτηριασμένο. Παντού αίματα. Μα το πιο πρωτότυπο απο όλα, ήταν που είδα τα μάτια σου. Εκει στο σπάσιμο του αγριεμένου σου λαιμού, τα μάτια σου με κάρφωσαν, σαν δαίμονα. Και μετά πλημμυρίσαμε στο αίμα, παρέα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως ούτε στα όνειρα μου ζεις πλέον.
Απέκτησες την ιδιότητα να ξεψυχάς στα μάτια μου σχεδόν κάθε βράδυ.
Μα πάρε τα μάτια σου σε παρακαλώ.
Ενοχλούν το τραύμα μου.
Πάει, έκλεισε τώρα.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Don't like Valentines


Την πρώτη φορά όλα ήταν αδέξια. Τα χάδια, τα φιλιά, τα δεδομένα.Τίποτα δεν κρατούσε για μια ολόκληρη στιγμή. Ταινία στο σινεμά,δυο-τρία ποπ κόρν κομμένα στη μέση. Ταινία με μισό φινάλε.
Ποτέ δε μάθαμε αν οι
πρωταγωνιστές έζησαν ευτυχισμένοι(λες και ζουν ποτέ πραγματικά).
Απλώς ενοχλούσαμε τους διπλανούς με πρωτόγνωρα χάδια.Δεν τα είχα ξανακάνει. Καμία μηχανική κίνηση στο σκηνικό.Όλα αυθορμήτως επιτηδευμένα. Με λίγη μίμηση απο το σινεμά.
Μετά. Απελευθέρωση σε σκοτεινά μέρη. Και λίγα ακόμα φιλιά.Το πρώτο βράδυ το θυμάμαι αμυδρά. Με τους ξεβαμένους τοίχους να ντύνουν ένα ξεβαμμένο σκηνικό. Βούλιαζα στα σεντόνια,ίσα για να μπορέσω να αντέξω τον πόνο. Ήταν απο την πρωτόγνωρη εισβολή ή απο το γεγονός πως την επόμενη θα εξαφανιζόμουν σαν τον κλέφτη; Πάντως ήταν πόνος. Και ενοχές.Έτριβα με τις ώρες τα χέρια με το σφουγγάρι.Τι άγγιξα, τι ένιωσα και πώς; Την πρώτη φορά.

Τη δεύτερη έζησα για λίγους μήνες μέσα σε μια φούσκα.Ατέλειωτα βράδια στο ίδιο μέρος, με το ίδιο φόντο.Θυμάμαι το βλέμμα σου, την αγωνία σου, το μεγάλο κράνος που κουβαλούσες μαζί σου, τον τρόπο μου να δικαιολογώ τα πάντα. Θυμάμαι ελάχιστα μεθύσια, θυμάμαι άγνωστα σπίτια,κρυφτούλι. Μετά θυμάμαι δάκρυα, ατελείωτα δάκρυα.Λυγμούς, δράματα, βόλτες στις εξοχές.
Βόλτες με το αυτοκίνητο των δακρύων.Ξεσπάσματα στη μέση του πουθενά.Ψέμματα, τηλέφωνα.
Θυμάμαι δηλαδή όλα τα απαραίτητα για να ντρέπομαι
για τον εαυτό μου. Ανούσια πράγματα, παιδικά. Μα άκρως απαραίτητα.Τη δεύτερη φορά.

Την τρίτη φορά ήταν σαν ύπνωση. Δεν θυμάμαι τίποτα.Σαν να κοιμόμουν χαμογελαστή για 9 μήνες.
Μετά με ράπισαν αγρίως, και ξύπνησα βιαίως. Λήθαργος.
Την τρίτη φορά.

Τέταρτη φορά. Και πέμπτη. Και όσες ακολουθήσουν.Το ίδιο ακριβώς μοτίβο. Ελάχιστη, φευγαλέα ηδονή. Και αμέτρητη οδύνη.Όχι για τη φορά που περνάει, και χάνεται, και δεν προφταίνεις να τη χαρείς,μα για τα όνειρα που βάζεις στο καλάθι. Και τα είχες να φαίνονται, στην βιτρίνα.Και τώρα γεμίζουν το καλάθι.Ενίοτε πάνε και στην ανακύκλωση, και ξαναβγαίνουν στη μόδα. Αλίμονο όμως,πάντα εκεί καταλήγουν. Μαζί με τα άλλα τα άχρηστα.Τον έρωτα, τις οσμές και τις προσμονές του.

Κι αυτή η μόδα των ερωτευμένων δε λέει να βγει απ τις βιτρίνες.Μα είναι κι αυτή μια αφορμή για να χαμογελάω ειρωνικά.Τουλάχιστον χαμογελάω πλατιά.Και συνεχίζω να πιστέυω πως οι βαθιά ερωτευμένοι είναι και οι πλανεμένοι βαθιά.Αυτοί που βλέπουν τον εαυτό τους απεγνωσμένα
μέσα στα μάτια άλλων,
μόνο και μόνο επειδή είναι αδύναμοι να κοιτάξουν τα δικά τους μάτια στον καθρέφτη.Μη βιαστείτε να με κακολογήσετε. Εσείς τουλάχιστον γιορτάζετε.
Εγώ δυό μέρες πριν. Να ζήσουμε.