Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Survivor project


"Κι όμως είμαι ακόμα εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι" όπως λέει και το γνωστό ρόκ άσμα, που μετά το πήρε η Βανδή και το ξεπάστρεψε και έγινε το παγωτό λιωμένο και μάπα. Και επειδή οι διακοπές μου όπως και πέρσι, όπως και στα επόμενα χρόνια απ ότι προβλέπεται, θα περιορίζονται σε τρείς μόλις μέρες -οικονομική κρίση, γαρ- θα σας περιγράψω όσα ζήσαμε στην παραλία της Γκιωνάτης. Δεν την ξέρετε; Ούτε κι εμείς.

Ξεκινήσαμε πρωί της Παρασκευής. Πολύ πρωί. Έτσι γίνεται στις διακοπές για να καταλαβαίνεις ότι ξεκινάς να αλλάξεις παραστάσεις με το μάτι μες στην τσίμπλα. Κι ας είχαμε μόλις μιαμιση ώρα δρόμο. Τελικά κάναμε τέσσερις. Όταν πηγαίνεις διακοπές με πολλά άτομα πρέπει να υπολογίζεις για τον καθένα και μια διαφορετική στάση. Όχι, δεν θέλουν όλοι να πάρουν τσιγάρα απο το ίδιο περίπτερο. Επίσης, όλο και κάποιος θα χει ξεχάσει κάτι πίσω και θα πρέπει να γυρίσεις. Τέλος πάντων. Αφου φορτώσαμε τα αμάξια σαν τα γαιδούρια ξεκινήσαμε για μια άγνωστη παραλία στο πουθενά.

Αφού φτάσαμε στο πιο κοντινό χωριό αρχίσαμε να κοιτάμε τριγύρω μήπως και βλέπαμε την παραλία. Πουθενά παραλία, και επίσης πουθενά ταμπέλα (αθάνατη Ελλαδάρα). Να ναι καλά το google earth που το χα μελετήσει την προηγούμενη πιθαμή προς πιθαμή για να το απομνημονεύσω σα χάρτη, και καταφέραμε να βρούμε ενα χωματόδρομο που μάλλον κάπου πήγαινε. Σε συνδυασμό με τις οδηγίες ενος φίλου φίλων που μιλούσε βλάχικα στο τηλέφωνο και καταλάβαινα τα μισά φτάσαμε σε μια διχάλα με τρεις χωματόδρομους. Τέλεια, τώρα έπρεπε να πετάξουμε πετραδάκια για να μας βρουν οι υπόλοιποι που θα έφταναν την επόμενη μέρα. Με τα πολλά φτάνουμε σε ενα πλάτωμα και αρχίζουμε τον ποδαρόδρομο. Παραλία πουθενά ακόμα. Αφού μας κυνήγησαν σκυλιά, μας έπνιξε η σκόνη και βγάλαμε κάλους μπήκαμε ταλαιπωρημένοι στη βίλα που ήταν μπροστά μας. Και αφού γλύψαμε τον ιδιοκτήτη να μας ανοίξει το προσωπικό του μονοπάτι προς την παραλία (αθάνατη Ελλαδάρα 2) φτάσαμε φορτωμένοι σαν τα γαιδούρια. Εδώ αρχίζει το Survivor.

Κι αφού αρχίσαμε να βρίζουμε ο ένας τον άλλον, και όλοι μαζί τον ακτιβισμό που μας έπιασε να κουβαλήσουμε ενα βουνό πράγματα απο ένα βουνό θρονιαστήκαμε στο μαύρο βότσαλο και αρχίσαμε να στήνουμε τα τσαντήρια μας. Το κύμα στη θάλασσα εν τω μεταξύ έφτανε τα 2 μέτρα και αρχίσαμε να καταριόμαστε το κωλόκαιρο που δε θα μας άφηνε να παίξουμε με τα 25 φουσκωτά που είχαμε φέρει. Η παραλία κατα τα άλλα παρθένα και πανέμορφη. Άλλες 3 σκηνές με πραγματικούς ακτιβιστές χίπιδες που μάλλον κορόιδευαν την ασημί τσάντα θαλλάσης που είχα στους ώμους. Τι εννοείτε θα πάω για κάμπινγκ χωρίς παρεό και καφτάνια;

Όταν πας για ελεύθερο κάμπινγκ πρέπει να γνωρίζεις δύο πράγματα. Πρώτον, ξεχνάς τις βιολογικές σου ανάγκες για φαγητό τουαλέτα και καλλωπισμό και δεύτερον, όταν πας ελεύθερο κάμπινγκ με άλλους σημαίνει ότι θα είστε συνέχεια μαζί, στην τέντα, στη θάλασσα, στη φωτιά. Νευρικός κλονισμός. Το πρώτο βράδυ ακούσαμε μπινελίκια για τους πυρσούς. Θα καίγαμε το δάσος μας φώναζαν απο πάνω οι Ελληνάρες με τις βίλες. Τη δεύτερη μέρα όμως μας φώναξαν με μεγάφωνο ότι είχε γίνει ζημιά με τα αμάξια. Ανεβήκαμε στο μισό χρόνο το βουνό που κατεβήκαμε τη προηγούμενη πιστεύοντας ότι είχε γίνει καραμπόλα και ότι θα πληρώναμε τις διακοπές στο κάμπινγκ πιο ακριβά απο το να πηγαίναμε σε σουίτα στη Μύκονο. Τελικά οι Ελληνάρες των αυθαιρετων θέλανε να πάρουμε τα αμάξια, να τα βάλουμε στο κεφάλι μας προφανώς, γιατί εμποδίζαμε τα λεωφορεία (!). Υπενθυμίζω ότι ήμασταν στη μέση του πουθενά. Και μετά εμφανίστηκε ο κυρ Μανώλης.

Κυρ Μανώλης εστί ο ιδιοκτήτης της βίλας, της μεγαλύτερης στην περιοχή. Και όσο μεγάλο ήταν το σπίτι του, τόσο μεγάλη ήταν και η καρδιά του. Το επόμενο βράδυ πήραμε το δεύτερο έπαθλο του Survivor. Το πρώτο είχε φτάσει το πρωί απο τη θάλασσα. Πάγος και τηγανόψωμα απο τη μάνα μου, απο τη βάρκα. "Θέλετε να σας παραγγείλω πίτσες;" ακούστηκε ένας αντίλαλος στην παραλία. Δεν μπορεί, πλάκα μας κάνει. Κι όμως, μέσα σε μια ώρα είχανε φτάσει 6 πίτσες ζεστές στην παραλία, στην άκρη του Θεού, και φάγαμε μέχρι να σκάσουμε. Ύστερα παίξαμε τις κιθάρες μας για το ευχαριστώ, το συγκρότημα έπαιξε τα σουξέ του, και κάπως έτσι ανεβαίνοντας την επομένη πάλι το βουνό, και μετά ένα άλλο βουνό φτάσαμε σπίτια μας. Με εγκαύματα σε όλη την πλάτη, με τη θάλασσα λάδι τις δύο τελευταίες μέρες, και τα κουτιά της πίτσας στα σκουπίδια εννοείται.

Καλό καλοκαίρι...

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Επιστροφή στο εσύ



Θυμάμαι μια πολύ συγκεκριμένη σκηνή. Οτί ήμασταν λέει δίπλα σε ένα οργισμένο ελαφρά ποτάμι, δίπλα ακριβώς. Πάνω σε δύο βραχάκια, ή ψέμματα. Εγώ ήμουν στο βραχάκι, κι εσύ λίγο πιο δίπλα. Πέτρες δεν είχε; Δεν Θυμάμαι. Δίπλα. Ίσως πάλι να τα φαντάστηκα όλα αυτά ή να τα βγάζω απο το μυαλό μου. Μια εκκλησία; Καμπάνα; Και μια πηγή δίπλα. Όχι είμαι σίγουρη. Δεν τα έχω βγάλει απο το μυαλό μου όλα αυτά. Αυτό ήταν το τοπίο. Ίσως, λίγο περισσότερο πραγματικό απ την πραγματικότητα μας. Υπήρχε κι ενα ηλιοβασίλεμα αλλά γι αυτό ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα.

Χέρια και ανάσες. Αυτά μου μένουν πάντα. Μπορεί να ξεχνάω επίμονα ολά τα άλλα χαρακτηριστικά, τα χέρια όμως ποτέ. Γιατί τυπώνονται τόσο έντονα; Κρατάνε. Έχεις κρατήσει την ομπρέλα μου. Κράτησε τη. Είναι μεγάλη και προστατευτική. Θα σου χρειαστεί. Δεν χρησιμοποιείς; Λυπάμαι. Εγώ πάντως να θυμάσαι ότι στη χάρισα. Δεν θέλω να την κρατάω πιά. Συνήθισα να βρέχομαι. Συνηθίσαμε. Να μην κρατάμε χέρια, ακόμα κι όταν βρέχει. Δεν την είχα χρησιμοποιήσει ούτε εκείνη τη μέρα την ομπρέλα αυτή. Δε με ένοιαζε. Είχα αφεθεί πλήρως στα χέρια σου. Κι εσύ κάτι έγραφες σε ενα χαρτί στο κομοδίνο, κι έσκυψα να σε φιλήσω, μήπως πρόλαβα να σηκωθώ; Εκεί έμεινα.

Μου αρέσει η νύχτα. Τα βράδια. Γιατί εκεί μπορώ να κρύβομαι πιο εύκολα. Ξυπνάω τα βράδια εγώ, δεν θέλω να ζω στη μέρα και να μου φαίνονται όλα αληθινά. Μου αρέσουν τα ψέμματα. Βασικά, μου αρέσουν οι αλήθειες μέσα στα ψέμματα. Αυτές ψάχνω. Να είναι το φεγγάρι παρανυχίδα και να το λέω πανσέληνο. Αυτό ψάχνω. Ίσως πάλι να μου αρέσουν τα βράδια γιατί εκεί μπορώ να ονειρεύομαι ανενόχλητα, χωρίς να στοιχίζει σε κανέναν. Ησυχία, θέλω να κοιμηθώ τώρα, αυτό μου έμεινε...


"Αλλά τα βράδια, τι όμορφα που μυρίζει η γή. Τι όμορφα! Τι όμορφα, που μυρίζει η γή...
Δως μου το χέρι σου...Δως μου το χέρι σου!"
(Θεσσαλονίκη, Δον Κιχώτης 2010. Με ένα τσιγάρο στη μπάρα,
στη γνωστή μας τη θέση.)

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Όλα αυτά που μείναν πίσω

Αυτή τη φορά τίποτα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Το είχα προβλέψει άλλωστε. Όχι πως έχω μαντικές ικανότητες, αλλά πώς γίνεται να μείνει ίδιο κάτι που έχει την τάση να εξελίσσεται;
Φυσικός νόμος και αυτό. Κουβάλησα στο σάκο μου πολλά πράγματα και άλλα τόσα μέσα μου. Αυτή τη φορά δεν θα κατέβαινα στο Σύνταγμα όμως. Ούτε θα περίμενα έξω απο το υπουργείο το τρόλει. Η διαδρομή ήταν διαφορετική και αρκετά μακρύτερη. Έκανα υπομονή. Μια όμορφη μελωδία μου χάιδευε τα αυτιά και υπέμεινα αναμονές και προσμονές.

Κι όμως, αυτή η πόλη έχει την ιδιότητα να με μαλακώνει. Να με αλλάζει λίγο και να με κάνει να κοιτάζω μπροστά. Ή απλώς να κοιτάζω. Δεν είναι η πόλη ακριβώς. Είναι ο αέρας μιας μεγάλης συνήθειας. Και αυτοί που σε περιμένουν εκεί, για να γελάσεις μαζί τους και να προβληματιστείς. Εκείνοι, δεν έχουν να σου πουν πολλά. Απλώς σου δείχνουν γιατί σε ξέρουν λίγο παραπάνω, κι εσύ καταλαβαίνεις, δε θες περιστροφές κι επεξηγήσεις. Γύρισα με προβλήματα. Δεν συζήτησα όμως τίποτα. Ήπια τέσσερα διαφορετικά ποτά και μαζί τους ξεχάστηκα. Θυμήθηκα πως είναι να είσαι όμορφα και ανέμελα. Όχι πως τελευταία έχω πολλές έγνοιες να με απασχολούν.

Τα συναισθηματικά δράματα τα έχω περάσει. Τα περνάω. Κι όμως, πάντα κάτι λείπει. Αυτό που θα φέρει την απογείωση. Ξέρω, έχω τη μανία να πλέκω τόσο τεράστιες ιστορίες για απλές χειραψίες, κι όμως, αυτό δεν θα σταματήσω ποτέ να το κάνω. Είναι ο κινητήριος μοχλός μου. Μια αλλιώτικη ελπίδα πως πάντα όλα θα συνεχίσουν να πηγαίνουν καλά. Κι ας ξέρω, πως τίποτα δεν θα πάει καλά τελικά. Είμαι παράξενα αφελής.

Περνώντας απο την Ακαδημίας στην Πανεπιστημιού (εγώ θέλω να την λέω πάντα Πανεπιστημίου όσα ονόματα κι αν αλλάξει, είμαι γραφική) είδα λίγο απο τον ουρανό. Τελευταία βλέπω πολύ ουρανό. Πολύ θάλασσα. Έχω τα πιο απλά σε υπερθετικό βαθμό. Μου λείπουν όμως τα σύνθετα. Ίσως απο τη φύση μας πάντα να επιδιώκουμε να μπλέκουμε και να μη ζούμε. Η υπερανάλυση της πραγματικότητας είναι μια παγίδα. Τι υπεραναλύεις άνθρωπε μου; Ζείς; Αυτό έχει σημασία!

Και αντιλήφθηκα κάτι πολύ σημαντικό για τα δράματα μου. Ποτέ δεν ερωτεύθηκα άνθρωπο πρώτη. Πάντα ερωτευόμουν εκείνους που μου το έδειχναν, και έλεγα ναι, δεν βαριέσαι. Κι ύστερα ήταν και το άλλο. Πάντα παιδευόμουν με εκείνους που μου το έδειξαν και μετά το πήραν πίσω. Μα γιατί να το πάρεις πίσω; Μα αλήθεια, όλοι αυτό δεν κάνουμε; Μεγαλώνουμε. Έτσι τα εξηγώ όλα (πάλι υπεραναλύω).

Γιατί να το πάρουν πίσω όμως; Τόσο πολύ κοστίζει το να αφήνεσαι; Αυτή τη φορά στη Κολοκοτρώνη ντύθηκα μια υπέροχη απελευθέρωση. Γιατί δεν σκεφτόμουν τίποτα. Αλήθεια, τίποτα. Αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη τη στιγμή πως με έλεγαν δεν θα ήξερα να απαντήσω, θα ήθελα να το επεξεργαστώ πρώτα. Τόσο πολύ είχα αφήσει τον εαυτό μου να κυλήσει. Και να σας αποκαλύψω κάτι; Σε αυτή την πόλη που όλοι παραπονιούνται για δυσοσμίες και βρωμιές, εγώ ανεβαίνοντας τις σκάλες στην Κοραή είμαι σίγουρη πως μου μύρισε γαζία...

(ούτε εικόνα ούτε τραγούδι σήμερα. Έχω hangover.)

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Κατα έναν παράδοξο τρόπο



Σήμερα θα ήθελα να ήμουν ρολόι. Είναι παράλογες οι εμπνεύσεις μου το ξέρω, αλλά άλλες μέρες μου ρχεται να είμαι πέτρα, ή παιδικό παιχνίδι. Μην ψάχνεις σκεπτικό, δεν πρόκειται να βρεις. Μη με ψάχνεις, δεν πρόκειται να με βρεις.

Ρολόι, για να μπορώ να ελέγχω και να κατέχω τις ώρες της σκέψης σου, τις ώρες της τέρψης σου. Να σε βρίσκω στα δευτερόλεπτα και να σε χάνω στις ώρες. Μου λείπεις πάρα πολύ. Αλλά για ένα ρολόι ο χρόνος δεν έχει σημασία σωστά; Απλώς κυλάει, μαζί με τους λεπτοδείκτες.

Για άλλη μια φορά με πιάνω αιχμάλωτη. Εξομολογούμαι την αδυναμία μου, κι εσυ τη δικιά σου. Μας βρίσκω πάντα τους ίδιους, σαν να μην έχει περάσει μέρα απο πάνω μας. Σαν να γνωριστήκαμε εχθές ή σαν να γνωριστούμε αύριο. Πάλι τα ίδια λόγια θα σου πω θυμάσαι; Θα σε ξαφνιάσω θυμάσαι; Θα γελάς και θα αμύνεσαι. Θυμάμαι.

Κάναμε πολλά και μεγάλα αστεία. Ρουφάγαμε καφέ, τσιγάρα και τα κορμιά μας. Είχαμε δίψα για το επόμενο. Και λαχταρούσαμε. Γιατί δεν λαχταράμε πια; Που πήγαν όλα αυτά τα παράξενα; Μου λείπει ο θυμός σου. Το ανεξήγητο πάθος των χεριών σου. Τα ευαίσθητα ταξίδια σου στα αθέατα. Μου λείπει αυτό που σήμαινες και δεν σημαίνεις πια.

Όχι, δεν φταίει ο χρόνος. Αυτός απλά λαξεύει τις άγριες πέτρες στις παραλίες και τις κάνει βότσαλα. Δεν γίνεται να λαξεύσει συναισθήματα, απλώς τα βγάζει στην επιφάνεια. Πέθανα πριν λίγο καιρό. Έπρεπε να γίνει για να αποφασίσω να ξαναζήσω.

Κρυώνω αυτές τις μέρες. Έχει αρχίσει να φεύγει κι ο ήλιος. Μάκρυναν και τα μανίκια μου. Οι αναμνήσεις μου σταματάνε σε τέτοια βράδια κρύα. Έβρεχε; Δεν μπορώ να θυμηθώ, ήμουν δακρυσμένη. Αναδύθηκα μετά. Έφτασα ψηλά και πήρα ανάσα. Σε άφησα κάτω στο βυθό, σε ξέχασα. Σβήστηκαν όλα κι έμεινες κάτω.

Δεν σε λατρεύω πια. Δε σε επιθυμώ. Δε σε αμφισβητώ. Παραμένεις παντοτινή αλήθεια όπως οι νομοι της φυσικής. Δεν αναιρείσαι καλέ μου.

Κι εγώ είμαι πάντοτε η ίδια. Διαφορετική όπως με άφησες.

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Τι πρέπει να κάνετε σε περίπτωση που ερωτευθείτε.




Καταρχάς ηρεμήστε και χαλαρώστε. Δεν είστε ούτε ο πρώτος, και σίγουρα ούτε κι ο τελευταίος. Με το να σκέφτεστε πως δεν υπάρχει ανέμελη ζωή μετά απο αυτό, δεν κάνετε απόλυτα λάθος, αλλά μη σας παίρνει απο κάτω. Έπειτα αρχίστε να συνειδητοποιείτε τη νέα κατάσταση και τα δεδομένα. Απο εδώ και πέρα βιώνετε μια ασθένεια την οποία και πρέπει να παλέψετε αν θέλετε να βγείτε ζωντανοί στο τέλος. Ξαπλώστε αναπαυτικά στο κρεβάτι σας, κοιτάξτε το ταβάνι για τις επόμενες δέκα ώρες σκεφτόμενος και έπειτα σηκωθείτε για να πιείτε μπόλικο αλκοόλ. Είπαμε, η συνειδητοποίηση του προβλήματος είναι το πρώτο στάδιο. Για αυτό μόλις αντιληφθείτε το που έχετε μπλέξει, πιείτε αρκετά ώστε να ξεχάσατε γιατί αρχίσατε να πίνετε εξαρχής.

Στάδιο δεύτερο: Το αντικείμενο. Διατηρήστε απόσταση ασφαλείας απο το αντικείμενο του πόθου σας. Μην εξωτερικεύσετε σε καμία περίπτωση απευθείας τα συναισθήματα σας. Κάντε καλές πλύσεις στο στόμα σας, ώστε να φύγει η μυρωδιά του αλκοόλ. Πιείτε καφέ σκέτο και κάντε τρία τσιγάρα για να συνέλθετε. Σε περίπτωση που το αντικείμενο επιδιώξει συνάντηση, μην αρνηθείτε, αλλά να θυμάστε πάντα πως η στάση σας πρέπει να είναι σκληρή και αλύγιστη. Φράσεις όπως "μου έλειψες" ή "μου αρέσεις" ανήκουν στο απαγορευμένο λεξιλόγιο και διώκονται ποινικά.

Στάδιο τρίτο: Πολιορκία. Έχετε φτάσει στο απόγειο του συναισθήματος σας. Συγκρατείτε τον εαυτό σας απο το να παραμείνει στο κρεβάτι με κομπρέσες και χάπια. Δεν ανέχεστε να μιλάει κανείς για τίποτα άλλο παρα μόνο για το αντικείμενο σας. Νιώθετε συχνά στηθάγχη και ελαφρείς πόνους στο στομάχι. Μην τρέξετε στους γιατρούς, είναι φυσιολογικά. Στο αντικείμενο σαφώς είστε ακόμα βράχοι. Πολιορκήστε το διακριτικά με μικρά κοπλιμέντα και υποκοριστικά. Θυμώστε μαζί του για να δείτε αν θα ανταποκριθεί, στην ανάγκη δώστε του λεφτά. Ζούμε σε δύσκολες περιόδους και θα το εκτιμήσει στο μέγιστο. Ποτέ μα ποτέ μη το κάνετε να πιστέψει ότι είναι το κέντρο του κόσμου σας. Κάντε το να ζηλέψει. Ξεμοναχιάστε το. Αν όλα έχουν πάει καλά, απο εδώ και πέρα θα ζείτε ευτυχισμένος, και θα βλέπετε καρδούλες παντού. Πηγαίντε να σας δεί ο οφθαλμίατρος αν συνεχιστεί. Είναι άκρως επιβλαβείς για την υγεία του βολβού και του σώματος γενικότερα.

Στάδιο τέταρτο: Η χυλόπιτα. Επειδή όμως τα πράγματα δεν πάνε πάντα ρολόι υπάρχει και η περίπτωση να έχετε πέσει θύμα της πλεκτάνης του αντικειμένου που δεν επιστρέφει τα συναισθήματα σας. Ψυχραιμία. Απομακρύνετε μαχαίρια, λεπίδια και κοφτερά αντικείμενα. Αφοσιωθείτε σε μια ασκητική ζωή. Κάντε δίαιτα, βάψτε τα μαλλιά σας, αλλάξτε πόλη και τηλέφωνο. Καλύψτε μαύρους κύκλους, και ποτέ μα ποτέ μην ακούσετε ξανά μουσική. Η μουσική σε αυτό το στάδιο είναι απαγορευμένη και οποιαδήποτε παράβασις μπορεί να σας κάνει να πάτε ένα στάδιο πίσω. Και δεν το θέλετε αυτό, πιστέψτε με.

Στάδιο πέμπτο: Η εκδίκηση. Και αφού έχετε απομακρυνθεί για καιρό απο το αντικείμενο,(οποιος βρίσκεται στο στάδιο τέταρτο και επιμένει να βρίσκεται κοντά στο αντικείμενο, διατρέχει άμεσο κίνδυνο και καλά να πάθει!) εμφανίζεστε μόνο για να πάρετε την εκδίκηση σας. Πρέπει να είστε σκληροί και αμείλικτοι. Πιο σκληροί και απο το στάδιο πρώτο. Πρέπει να διαθέτετε την πειθαρχία της Θάτσερ και την αυστηρότητα του Χίτλερ. Περνάτε δήθεν τυχαία μπροστά απο το αντικείμενο, αγκαλιά με το νέο αντικείμενο. Φροντίζετε να δείχνετε υπέρλαμπροι σαν να βγήκατε μόλις απο σελίδα περιοδικού. Αυτό ήταν, μπορείτε να χαλαρώσετε. Η ζωή είναι ωραία ξανά, απολαύστε υπεύθυνα το καινούργιο σας αντικείμενο.

Για τους φίλους μου που βρίσκονται σε διάφορα στάδια...
Και για μένα που επιμένω να πηδάω ανάμεσα.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτό (ή γιατί πρέπει να υπάρχει αλκοόλ)


Η μεγαλύτερη παραίσθηση. Ψευδαίσθηση. Ψέμμα δηλαδή.
Κι όμως εγώ αυτά που μου συμβαίνουν όταν το αίμα είναι γεμάτο κρασί τα λέω αλήθεια.

Είναι σαφώς μια μεγάλη ηλιθιότητα. Αλλά πάντοτε στη ζωή μου είχα καταφέρει να κρατάω την αίσθηση του μέτρου (όποιος διαφωνήσει με αυτό να έρθει αύριο με τον κηδεμόνα του). Αλήθεια, τώρα δεν έχω πιεί! Δεν συνηθίζω να πίνω όταν δεν προσδοκώ, κι όταν παραδίδω τα χέρια και τα όπλα μου στην άκρη. Τα συμπεράσματα της παρούσας μου ανάγκης, δικά σας.

Η πραγματικότα είναι μια μεγάλη ηλιθιότητα επίσης. Οπότε καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στο λιγότερο ηλίθιο. Στην παραίσθηση δηλαδή του ποτού ή στην πραγματική ζωή.
Δεν μ'αρέσει να διαλέγω όμως. Τα μεγαλύτερα πάθη μου, τα πιο ανομολόγητα, και τις μεγαλύτερες εξομολογήσεις μου τις πιο βαθιές τις έχω ζήσει με ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο. Και δεν μετανιώνω για τίποτα.

Ποτέ μου όμως δεν συμπάθησα τους ρηχους και ανέρωτους ανθρώπους. Αυτούς που φροντίζουν πάντοτε να έχουν μια λύση, που κρατάνε πάντα ομπρέλα ακόμα κι αν δεν βρέχει, που κρατιούνται γερά απο τα χαλινάρια τους. Εμένα μου αρέσει όταν έχει βροχή να τρέχω και να γίνομαι μούσκεμα. Μ'αρέσει στα βαθιά να κολυμπάω πρώτη. Να ονειροβατώ. Να αδειάζω το ποτήρι μου και να λέω "στην υγειά μας". Να εθίζομαι σε πρόσωπα και ψυχές και μετά να μπορώ να τις ξεχνάω. Γιατί αυτό συμβαίνει με την παραίσθηση του αλκοόλ. Κάποτε περνάει.

Ξεχνάει όμως μόνο εκείνος που ζαλίστηκε περισσότερο.

Όταν μπαίνεις μέσα στη λήθη δεν σου είναι εύκολο να ανατρέξεις σε αγκάθια. Δεν σου αρέσει ούτε να πληγώνεσαι, ούτε να πληγώνεις. Αλκοόλ όμως πρέπει να υπάρχει. Για να βρίσκουν λύσεις και οι ανύμποροι, να αισθάνονται και οι φοβισμένοι, για να παθιάζονται οι τρελοί. Ανήκω και στις τρείς κατηγορίες. Σερβίρετε μου, δεν κάθομαι με αδειανό ποτήρι!

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Τραπουλόχαρτα




Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες,

όπως θα έχετε διαπιστώσει τον τελευταίο καιρό έχω γίνει λίγο πιο διαπροσωπική.
Έχει σταματήσει να με βασανίζει η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μου, και έχω στραφεί και σε άλλους ανθρώπους πέρα απο την πάρτη μου. Ως εκ τούτου, έχω πάψει να μελαγχολώ (είχα προειδοποιήσει για αυτό άλλωστε), και έχω αφεθεί σε μια αυστηρά φυσική ζωή. Όλα είναι μέλι και γάλα μαζί.
Αλλά.
Όπως κάθε ηλίθιο έλογο ανθρώπινο όν, που θέλει κάτι να το βασανίζει για να συνεχίσει να πορεύεται προς ένα στόχο, παιδεύω συχνά το μυαλό μου με σκέψεις πολλές, ανούσιες, και απευθυνόμενες κυρίως προσωπικά. Στιγμές είναι, σας ορκίζομαι, δεν υποκύπτω ποτέ πλέον στα πάθη μου, αποφάσισα να αλλάξω σύστημα, ήχο και ρυθμό. Να επαναστατώ σιωπηρά, και να ελέγχω τις όποιες αποφάσεις μου επιφέρουν ντόμινο. Δηλαδή κομμάτια που πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και γκρεμίζονται, και όταν φτάνουν στο τελευταίο σταματάει και το παιχνίδι.
Μ'αρέσει να παίζω όμως.
Το θέμα είναι πως στα παιχνίδια χρειάζεσαι και έναν αντίπαλο. Αντίπαλο ενεργό και πρόθυμο. Τα παιχνίδια που παίζω μόνη μου τα βαριέμαι. Τα έχω παρατήσει στις άκρη απο το δημοτικό. Μετά τις κούκλες, το χάος. Θέλω να παίζω αμπάριζα, τάβλι, μπιρίμπα και μουτζούρη. Θέλω να παίζω και να κερδίζω, ενίοτε να χάνω, αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι μέσα στο παιχνίδι;
Κλείσε τα μάτια σου. Θα παίξουμε ενα παιχνίδι και θα κάνεις τον δολοφόνο. Τι; Δεν αντέχεις να σκοτώνεις; Δεν πειράζει. Όταν ξανανοίξεις τα μάτια σου ίσως ο δολοφόνος να είμαι εγώ. Η ζωή είναι μια εναλλαγή ρόλων σε παιχνίδι. Άλλος θα είναι ο αρχηγός και άλλος ο ηττημένος. Ποτέ και οι δύο μαζί.
Ή θα νιώθω εγώ ή εσυ.
Ποτέ και οι δυό μαζί.
Τα συναισθήματα μας είναι ή αρχηγικά ή χαμένα.
Συγχρονίσου, παίζεις.

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Έρωτας, όπως Έμφραγμα


Οι άγγλοι το λένε "heart attack". Αν το πάρεις κυριολεκτικά είναι σαν μια επίθεση της καρδιάς σε ολόκληρο το σώμα σου, που το παραλύει και τελικά καταλήγεις να χεις στηθάγχη, λιποθυμία μέχρι και άλλα πολύ χειρότερα. Ουσιαστικά όμως δεν επιτίθεται. Απλά σταματάει να λειτουργεί. Άρα θα πρεπε να λέγεται "heart failure" ή ίσως "heart off". Το θέμα είναι πως όλο το υπόλοιπο σώμα εξαρτάται απο αυτή και η όποια παραίτηση ή πιθανή παύση της καρδιάς αποκλείεται. Είναι καταδικασμένη εκεί να χτυπάει. Αυτά περι ανατομίας.

Αυτό το καλοκαίρι ήταν μέσα στην ιλαρότητα του, ένα εποικοδομητικό καλοκαίρι για τα συναισθήματα μου. Ήταν ωραίο. Το ξέρουνε όσοι με ξέρουν και όσοι διαβάζουν το μπλόγκ μου. Και είχε θέματα πολλά. Που ανοίγονταν συνήθως σε ενωμένα τραπέζια, με πολλές (πάρα πολλές!) καρέκλες και πάντοτε με συνοδεία ούζου (πλωμάρι!). Τους νέους ανθρώπους δεν τους απασχολούν πολλά. Μπορούν να σκάνε και να πεθαίνουν για έναν καυγά. Ή να τρελαίνονται για κάποιον, να ασχολούνται συνέχεια μαζί του, και μετά απλώς να τον ξεχνάνε. Για τους νέους ανθρώπους όλα είναι απλά, και λύνονται ακόμα πιο απλά.

Δεν είμαι σίγουρη για τα θέματα που συζητούσαμε κάθε βράδυ. Ήταν αστεία όμως, τόσο αστεία που πάντα θα γελούσα μόνη μου και μετά. Αυτή είναι η αξία μιας ωραίας παρέας. Να διαρκεί η επίδραση της και τις ώρες που είσαι μόνος. Θυμάμαι όμως όταν μιλήσαμε για έρωτα. Και τι να ξέρουν οι νέοι άνθρωποι για αυτά; Νομίζουμε οι κακόμοιροι πως τα γνωρίσαμε όλα. Προσπαθούσα με μανία να πείσω τους πάντες ότι ήξερα. "Ο έρωτας φίλοι μου, είναι άρρωστο πράγμα. Είναι διεκδίκηση, μανία". Μάλλον τον Νίτσε σκεφτόμουν και κατέβαζα αράδες έτοιμες στο μυαλό μου. (Που τις είχα διαβάσει άραγε;). Στην πραγματικότητα δεν είχα μπεί ποτέ στην εξαντλητική διαδικασία διεκδίκησης κάποιου. Βαριόμουν, τα έχανα. Μάλλον δεν ξέρω πως γίνεται και χρειάζομαι πάντα οδηγίες για ό,τι κι αν κάνω. Ε, δεν είχα οδηγίες.

Το έμφραγμα όμως σου έρχεται ξαφνικά. Ξέρεις τι σημαίνει έμφραγμα στα ελληνικά; Οτιδήποτε χρησιμοποιήται για να φράξει. Φράγμα. Στοπ. Μπάρα πώς το λένε; Αν τα συνδέσεις μαζί με τον έρωτα, το έμφραγμα ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση μου. Αρα έρωτας δεν είναι διεκδίκηση. Φραγμός είναι. Και έρχεται ξαφνικά. Σου γυρίζει το κεφάλι, κατεβάζεις την μπάρα εκεί που την είχες όρθια και τα πάντα ανοιχτά, και σταματάς. Σταματάς να νιώθεις όμως; Όχι, απλώς συνηθίζεις. Βάζεις τη μπάρα και την ξανασηκώνεις μόνο όταν θέλεις. Τις περισσότερες φορές είναι αργά. Κάποτε η κουβέντα έφτασε και στην αγάπη. Αυτή δεν την άγγιξα καν. Είναι μια μαγική χώρα. Κάτι σαν τη χώρα του Πίτερ Παν. Φαντασία.

Μπορεί να σου ακούγονται νεφελώδη αυτά που λέω. Αλλά συχνά χρησιμοποιώ πρακτικές μεθόδους για να μετρήσω συναισθήματα. Οπότε οι αποδείξεις είναι -τουλάχιστον- αληθοφανείς! Είναι η τετράγωνη λογική μου που φυσικά με καταπιέζει. Έρωτας μπορεί και να υπάρχει. Δε θα βγάλω κανένα απόφθεγμα. (Έχω και φίλους που αν με διαβάσουν θα αρχίσουν να μου τα χώνουν για την απολυτοσύνη μου οπότε δεν θα το κάνω!). Ξέρεις τι προέκυψε όμως μέσα απο όλα αυτά; Μια ζωή στην οποία μπορώ να είμαι λιγάκι πιο πολύ ο εαυτός μου. Και όχι ο καταπιεσμένος. Ο -σχεδόν- ελεύθερος.
Υγιαίνετε, τα λέμε στο δημοτικό καφενείο.