Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η ψυχή στα αυτιά μου


Υπάρχουν μάχες που κερδίζονται. Υπάρχουν και άλλες που χάνονται. Και στις δύο περιπτώσεις το μόνο δεδομένο είναι ο αγώνας. Βέβαια εξαρτάται και με τι όπλα αγωνίζεσαι, και κυρίως για ποιό λόγο. Οι λόγοι μπορεί να διαφέρουν. Να είναι ιδανικά, να είναι λεφτά, να είναι ο έρωτας. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση είναι δεδομένο το Βατερλό. Εντάξει, όχι πάντα. Άλλωστε η εξαίρεση είναι για να επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Σήμερα φόρεσα ξανά στα αυτιά μου τα παλιά σκουλαρίκια της γιαγιάς μου. Αυτό έχω απο εκείνη, η ύλη της έχει περάσει στην αιωνιότητα εδώ και επτά χρόνια. Μα η ψυχή της είναι εκει, σε αυτά τα λευκά σκουλαρίκια με τα κλίπς που φυλάω ως κόρη οφθαλμού. Όχι πως φοβάμαι ότι αν τα χάσω θα χαθεί και η ψυχή της, αλλά να, αυτή η ανάμνηση είναι τόσο έντονη μέσα απο αυτό το μικρό αντικείμενο. Τα φόρεσα και κοίταξα το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Ήταν χαμογελαστό. Για την ακρίβεια προσπαθούσε. Οι καθρέφτες κρύβαν πάντοτε ψυχές, το πιστεύω αυτό, κρύβουν εαυτούς.
Πήρα ενα μεγάλο ποτήρι και το γέμισα με ποτό. Δεν θυμάμαι τι ποτό ήταν, δεν θυμάμαι καν αν ήταν ένα είδος. Όταν η ψυχή μου βγαίνει απο το σώμα και μπαίνει σε καθρέφτες το μόνο που θέλω να κάνω είναι να ζαλίσω το σώμα μου, να μην θυμάται και να μη με θυμάται. Τραγούδια, ποίηση, λέξεις και Θλίψη.
Και βγάζω τα σκουλαρίκια απο τα αυτία μου με μια απότομη κίνηση για να τα πετάξω πάνω σε ένα βουβό στρώμα. Και χάνω κάθε επαφή, κενή. Με την ψυχή στον καθρέφτη και το σώμα ζαλισμένο. Κλείνω και τα μάτια μου. Όχι για να κοιμηθώ, έτσι, για να πώ πως ξεχάστηκα...
Όταν τα ξανανοίγω είμαι ολόκληρη μέσα στον καθρέφτη. Και βρίσκομαι σε μια μάχη που ούτε φανταζόμουν. Παλεύω όχι πια για έρωτα για ιδανικά.Τώρα παλεύω με το παρελθόν. Με τα φαντάσματα του που έχουν ανοίξει τις ντουλάπες και τρέχουν κατά πάνω μου με όπλα τρομερά. Και εγώ δεν έχω τίποτα και κανένα. Έχω βγάλει και τα σκουλαρίκια μου και είμαι αδύναμη. Κανένας δεσμός. Μα παλεύω με τα χέρια και με τη μόνη μου κληρονομιά. Την ανέξοδη αγάπη. Όπλα μηδαμινά κι αδύναμα.
Και εγώ με μια σιγουριά πως θέλω να παλέψω μέχρι να σπάσει ο καθρέφτης, μέχρι να υπάρξει νικητής.
Εμμονή το λένε, ή αλλιώς ψύχωση.
Κάποιοι το λένε και έρωτα, μα κι αυτό μια λέξη για την συγκαλυμένη εμμονή είναι. Δεν είναι;

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Όχι ακόμα


Έχω κατεβάσει ένα μικρό παπλωματάκι. Ξέμεινε απο τις μέρες που έξω έκανε κρύο και χρειαζόσουν ζακέτα για να ανεχθείς να μείνεις ακίνητος. Αλλιώς στριφογυρνούσες στις στάσεις των λεωφορείων σαν το παιδί που του ταξαν και ανυπομονεί. Αυτό το πάπλωμα τώρα με ζεσταίνει. Μα αρνούμαι να το ξανανεβάσω στην ψηλή ντουλάπα, σκεπάζομαι ολόκληρη τις νύχτες και βράζω ξυπνώντας ιδρωμένη. Ακούσια συνήθεια σαν πολλές άλλες. Δεν μπορεί. Κάποτε θα ξανακάνει κρύο, σκέφτομαι και υπομένω τη βράση με ένα τρόπο αλλοπαρμένο. Φαντασιόπληκτη και φαντασμένη ήμουν πάντα όμως. Και φύσει ιδιότροπη.

Τα πρωινά ξυπνάω μες στον ιδρώτα, απο τα όνειρα μου και τρέχω σε καθρέφτες. Λες και εκείνοι θα αναιρέσουν την ασχήμια που έχω μέσα μου με μια όμορφη εικόνα. Κοιτάζομαι πάντοτε φευγαλέα. Άλλη ακούσια συνήθεια. Ίσα να δω πως υπάρχω και εξαφανίζομαι. Και ύστερα περπατώ σαν φάντασμα στο σπίτι. Στα μέρη που με ξέρουν και τα ξέρω. Κάποιες φορές και λίγο στο μπαλκόνι, φευγαλέα και εκεί, φοβάμαι μη συναντήσω κάποιο χαμόγελο. Τα τρέμω τα χαμόγελα, με θλίβουν ακόμα περισσότερο.


Σήμερα σκεφτόμουν τα όνειρα μου. Πολύ μεγάλη βλακεία. Τα όνειρα πρέπει να τα ακολουθείς και όχι να τα σκέφτεσαι. Έφτασα στο σημείο να τα αναθεωρώ όλα, για να χτίσω άλλα απο την αρχή, μα αλήθεια είναι τόσο έυκολο; Πηγαίνω συχνά στα μέρη του νου μου που με τρομάζουν. Μα πάντοτε εκεί είμαι μόνη. Δεν τα βλέπει κανένας άλλος. Κι αν τα δει, πρέπει να τον σκοτώσω. Και όχι δεν είναι σχήμα λόγου. Όποιος κοιτάξει κάτι άλλο πέρα απο την εικόνα μου πρέπει να πεθάνει. Όποιος δει το σχήμα του κορμιού μου εκείνα τα πρωινά που κοιτάζομαι φευγαλέα σε καθρέφτες δεν πρέπει να ζει μαζί μου. Το αρνούμαι αυτό γιατί είμαι βατή.

Μια φαντασμένη βατή. Που χει άλλο εαυτό όταν ντύνεται, κι άλλο όταν κυκλοφορεί σα φάντασμα στα γνωριμά της μονοπάτια με τις πιτζάμες και τα νυχτικά. Ξέρεις, συνήθως αποφεύγω να φοράω ρούχα. Είναι ο τρόπος μου για να νιώθω απόλυτα ελεύθερη όταν είμαι με τον εαυτό μου. Άλλωστε αυτός με ξέρει πολύ καλά. Μα μήπως κι εκείνος πρέπει να πεθάνει; Δεν είμαι τόσο δυνατή για κάτι τέτοιο.
Και στήνω τα όνειρα απο την αρχή.

Ονειρεύομαι μια μοναξιά, παρόμοια με τη δική μου, που να μη μοιάζει σε τίποτα με εμένα, και δεν θα την σκοτώσω το ορκίζομαι. Να αγαπήσω θέλω εαυτέ μου, όπως αγαπώ εσένα χωρίς όρια και χωρίς τέλος. Με το "ποτέ" στο "πάντα". Μπορώ;

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Σκίρτημα θανάτου



Αρνούμαι αυτό το όργανο που λέγεται καρδιά σαν οτιδήποτε άλλο εκτος απο ένα συνεχή διακομιστή αίματος. Με δύο κοιλίες ανόμοιες και τους πιο δυνατούς μύες. Τέλειο απο όλες τις απόψεις, δεν θα πω ότι αμφιβάλλω... Καταδικασμένο να χτυπάει σε μια ρουτίνα ρυθμού συγκεκριμένου που μοιάζει με ρολόι. Χτύποι ατελείωτοι και μονότονα τραγικοί. Το μαρτύριο του μυοκαρδίου.
Και όλοι μας έχουμε καρδιά. Ναι, αλίμονο.
Εκτός απο μερικούς.
Εκείνοι επιβιώνουν χωρίς αυτό το μαρτύριο του συνεχούς χτύπου. Τον έχουν αποτάξει και είναι ελεύθεροι. Ζουν μακριά απο το αίμα τους και τον εαυτό τους. Ζούν σε φόντο βουβό χωρίς κανένα χτύπο. Εκείνοι είμαι εγώ. Δική τους. Και ζω ελεύθερη. Δεσμευμένη όχι σε ενα ατέλειωτο χτύπο, μα σε μια ανείπωτη σιωπή και παύση.
Ησυχία.
Μη με ακούσουν.
Μη τους ακούσω.
Νομίζω πως πεθαίνω τώρα. Γιατί κάτι κινείται μες στο στήθος μου σαν τρελό.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Ανθελληνικόν


Προφανώς, ο Τσικληρόπουλος δεν με έχει γνωρίσει ποτέ.
Επίσης προφανές, ούτε κι εγώ.
Ας ήμουν η μοναδική Ελένη και θα τα δεχόμουν. Όλα. Ακόμα και το πόσο πολύ μοιάζω με εκείνη την Ελένη, την επικυρηγμένη ντε.
Κάνω ένα λάθος κι εγώ καθημερινά (δεν θα έπρεπε λόγω της ιδιότητας μου, αλλά επίσης λόγω της ιδιότητας μου επιβάλλεται, απο κάποιον, κάπου). Παίρνω το μακρόστενο χειριστήριο στο χέρι και κάνω κλίκ. Ίσως για να ξεφύγω λίγο απο την μαυρίλα, την αληθινή. Για αυτό άλλωστε επιζητούμε το ψεύτικο που και που. Ακόμα κι αν ξέρουμε ότι παραείναι ψεύτικο. Όπως με τις ταινίες που βλέπουμε στο σινεμά, και πιστεύουμε φεύγοντας πως θα μας σταματήσει στο δρόμο ο γόης Marlon Brando, ο οποίος θα μας έχει παρεπιπτόντως ερωτευθεί σφόδρα (μόνο και μόνο απο το περπάτημα) και θα καταλήξουμε ευτυχισμένοι σε κάποιο σπίτι στο λιβάδι με 3 κουτσούβελα παραμάσχαλα. Παροδική ψευδαίσθηση.
Σαν την τηλεόραση σε προεκλογική περίοδο ενα πράγμα. Και το "σαν" δεν είναι καθόλου σχήμα λόγου, απλή παρΟΜΟΙΩΣΗ.
Απο το πρωί, και μιλάμε για πολύ πρωί, πριν καν περάσει ο γαλατάς απο τα πιο απομακρυσμένα χωριουδάκια και σηκωθεί η γιαγιά για τον τραχανά, τα κανάλια τιγκάρουν απο γραβάτες. Ενίοτε και απο καλσονάκια (το κραγιόν πάντοτε επιβάλεται στο μασκάρεμα).
Και μετά αρχίζει ο κινηματογράφος με διάφορες προβολές και σενάρια. Ενδεικτικά:
Κομεντί: "Είμαι ερωτευμένος με την παράταξή μου, πιστεύω πως ο δεσμός μας έχει πολύ μέλλον ακόμα"
Περιπέτεια: "Περάσαμε τόσα χρόνια σκληρού αγώνα, για το δίκιο του κάθε εργαζόμενου, τρέξαμε σε πλατείες, δάση, στις πιο απομακρυσμένες περιοχές για τον απλό πολίτη"
Κωμωδία: "Πιστεύω στην αυτοδυναμία της παράταξης"
Επιστημονική φαντασία: "Αύξηση μισθών"
Δράμα: "Μια μέρα άργησα σε μια ομιλία μου, γιατί βρήκα στο δρόμο ενα πληγωμένο σκυλί, δεν μπορούσα να το αφήσω εκεί!"
Αληθινές ιστορίες: "Αναλαμβάνω όλη την πολιτική ευθύνη, άλλωστε αυτό κάνω όλα αυτά τα χρόνια ΜΟΝΟΣ μου".
Και ενδιάμεσα απο όλα τα κομφόρ του σινεμά. Πασατέμπο στους πολίτες για το διάλειμμα. Ε και τα αυτόγραφα (και ενίοτε και τα φιλάκια) στα καμαρίνια πριν και μετά επιβάλλονται.
Και δεν λέω. Πάντοτε ήμουν λάτρης του καλού κινηματογράφου, καθόμουν με τις ώρες στη θέση μου και παρακολουθούσα χωρίς άχνα. Το cult και το trash όμως ποτέ μου δεν το άντεξα. Μου φέρνει εμετό. Είναι σαν να πηγαίνεις στο σινεμά για να δεις το "Πρόγευμα στο Τίφανις" και πέφτεις πάνω στο "Σπιρτόκουτο". (Οποιαδήποτε σύγκριση με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική).
Και οι πρωταγωνιστές. Απίστευτα δραματικοί, ακόμα και στις κωμωδίες. Όχι ατάλαντοι, μην παρεξηγηθούμε! Το καλό όμως για εμας που είμαστε απο έξω, θα είναι να μοιράζουν πρόγραμμα σε στάντ έξω απο το σινεμά της Βουλής για να ενημερωνόμαστε για το "τι Παίζει".
Δεν επιζητώ τίποτα, γιατί μου μάθανε έτσι. Απλά ανησυχώ. Για όλα. Βασικά για όλα αυτά που αλλάζουν. Για το πορτοφόλι μου και τα ιδανικά μου. Και τέλος πάντων, για να πω την αλήθεια, ποτέ μου δεν γούσταρα να ζω σε κόσμο που φτιάξαν άλλοι, μου αρέσει να ζω στον δικό μου, που είναι απόλυτα κλειστός και ιδιωτικός. Που τον έφτιαξα με τα δικά μου τούβλα και τη λάσπη. Κυρίως τη λάσπη.
Το γεύμα των εκλογών σερβίρεται ζεστό. Και έχουμε και λέμε. Έχει παστίτσιο, μακαρόνια με κιμά, κοτόπουλο με πατάτες και αυγά μάτια. Εμένα πάντως η όρεξη μου τραβάει κοκκινιστό! Τι; Δεν έχετε; Καλύτερα νηστική τότε. Συνήθισα.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Μια τελευταία παράκληση

Ω Θεέ μου...(Αλήθεια υπάρχεις;)
(Επίσης: αλήθεια με ακους; Ή είναι όλα μια ανούσια ικεσία; Απο αυτές που κάνουν οι απελπισμένοι;)
Πότε θα πάψουν να είναι όλα έτσι, πότε θα σταματήσει να ραγίζει καθημερινά η καρδιά μου δισεκατομύρια κομμάτια, και πριν προλάβω να τα μαζέψω να ξανασκορπάνε;
Με πλημμυρίζει αυτός ο ανείπωτος πόνος, που δεν ξεχνιέται με δάκρυα, που σε ηλεκτρίζει μόνο με ένα βλέμμα. Και τι να πεις; Τον βλέπεις μπροστά σου, γύρω σου και τι να πεις Θεέ μου; (Τώρα θέλω πραγματικά να πιστέψω πως υπάρχεις, θέλω μόνο το ανούσιο παρακάλι μου να μπορεί να απευθύνεται σε ενα πρόσωπο)
Μα δεν είναι όλα ψυχώσεις και εμμονές. Είναι λευκό. Και λιβάνι. Και ψαλμοί. Τίποτα.
Και μια φωτογραφία ακουμπησμένη έξω απο το ιερό με το τεράστιο χαμόγελο. Το ατέλειωτο και το ανεκπλήρωτο. Και δίπλα μου ακριβώς ο πόνος. Πώς να μη σε διαπεράσει Θεέ μου; Που έχτισες το κάστρο σου για τόσους κι όμως αφήνεις τους καλούς απο έξω. Και ενα πλάκωμα βαρύ. Προσπαθώ να αναπνεύσω και δεν μου φτάνει ο αέρας που έπλασες. Προσπαθώ να δώ κι ο λαμπερός σου ήλιος με τυφλώνει. Τα πάντα εν σοφία εποίησες... Κι έμεινα να τα κοιτάζω ενδεής.
Χωρίς να μπορώ να ζήσω, Θεέ μου. Μου έχεις κόψει όλα μου τα φτερά, γιατί παλιότερα πετούσα. Και μάλιστα τόσο ψηλά που με ζηλεύαν όλοι. Και τώρα έχω γίνει ενα περιστέρι πάνω στα κυπαρρίσια, ένα φάντασμα.
Για αυτό το άσπρο μαρμάρινο παραλληλόγραμο με το μεγάλο χαμόγελο.
Τα δέντρα που φύτεψαν με περισσή φροντίδα στο πλάι.
Τα χαμηλωμένα δάκρυα και τα βλέμματα.
Και το παράπονο μαζί με το ζεστό χέρι της μαμάς "Μου λείπει, κορίτσια"

Είναι το τελευταίο γράμμα μου Θεέ μου. Υπάρχεις και δεν ξαναμιλώ. Ανοίγω τα φτερά μου και πετάω. Για δες με. Χρυσά φτερά ψηλά στο φώς, κι εγώ κέρινη.

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Τα άσχημα γνωρίσματα του γραφέα

Γράφω. Είναι η εσωτερική μου ανάγκη να νικάω όλα τα ξένα γύρω μου. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Γιατί ο έξω κόσμος όλο αλλάζει και δεν μπορώ πάντα να τον παρακολουθήσω, μα ευτυχώς για μένα, που το μέσα μένει σταθερό...
Μάθαμε να απομακρυνόμαστε απο το χαρτί, για χάρη ενος κρύου κουτιού, να χάνουμε τη μυρωδιά του μελανιού και να εξασκούμε τα δάχτυλα να πατούν πλήκτρα. Και να κοιτάμε σε μια οθόνη, με χρώματα και προοπτικές απέραντες, μα χρειαζόμαστε μόνο το λίγο. Η αλήθεια είναι πως όλα εκείνα που αλλάζουν μας βάζουν πιο βαθιά μέσα στον εαυτό μας. Στέλνουμε εικονικά λουλούδια, αρνούμενοι τη μυρωδιά της γαζίας στον κήπο, και λέμε τις ευχές μας για υγεία και πολλά χρόνια πατώντας πλήκτρα, ξεχνώντας το φιλί και την αγκαλιά. Και δεν λέω... Καλός ο εαυτός μας, πάντοτε. Χρυσός και ο καλύτερος. Άλλωστε για να μπορείς να γράφεις (έστω πατώντας πλήκτρα) πρέπει να είσαι εγωιστής στα όρια του αυτοκαταστροφικού. Και το πιο σημαντικό...ατέλειωτα δυστυχισμένος. Αλλιώς δεν μπορείς να γράψεις. Θα προσπαθήσεις, να γράψεις για έρωτα, για ωραίες στιγμές, για τα ταξίδια σου. Μα δεν θα έχουν ενδιαφέρον. Δεν θα έχουν το ενδιαφέρον του θανάτου, της απώλειας, και του άδοξου έρωτα. Πεζά.
Άλλωστε τα μεγαλύτερα λόγια, τα πιο βαθιά βγαίνουν απο ανθρώπους μαύρους. Αυτούς που γνωρίζουν τη ζωή όχι μόνο απο την καλή και τη ρόδινη, μα κι απο την άλλη την σκοτεινή την πλευρά. Συγγραφέας δεν μπορεί ποτέ να σημαίνει ευτυχισμένος. Οι ευτυχισμένοι κάνουν έρωτα, τρώνε, χαμογελούν, και ψάχνουν συνεχώς άλλους ανθρώπους. Δεν κάθονται σε στιγμές αυτοκαταστροφής να καπνίζουν και να βάζουν συνεχώς τον εαυτό τους πρωταγωνιστή σε μελόδραμα (συνήθως, ενίοτε σε θρίλερ). Και δεν γίνεται να αγαπάς. Πρέπει να αγαπάς μόνο τον εαυτό σου, εσυ που γράφεις. Τόσο πολύ που να νιώθεις πως θα εκραγείς απο αυτή την στραμένη στο "εγώ" σου αγάπη. Και κανέναν άλλο.

Κι εγώ... Μια κουκίδα μες στο άπειρο των μεγάλων, που δεν θα γίνω ποτέ μου τρανή, σκυμένη πάνω σε ενα μολύβι κι ενα χαρτί, γιατί, καταραμένη κληρονομιά, μου μάθαν να αγαπάω.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

40 μέρες μαύρη

Χτές σε είδα στον ύπνο μου. Δεν λέω στο όνειρο μου, δεν είμαι σίγουρη αν ήταν όνειρο, θέλω να πιστεύω πως γλίστρησες απο τη λήθη σου, για να ρθεις στο μυαλό μου. Στην καρδιά μου είσαι ουτως ή άλλως, μην αμφιβάλλεις.

Σε είδα μέσα σε ενα άσπρο φόντο (κλισέ το χρώμα για τους αγγέλους). Μα ήσουν κουρασμένη. Έσερνες το πάντα καλοφτιαγμένο σώμα σου, με κινήσεις αργές, μηχανικές, συρτές. Και εγώ δεν σηκώθηκα να σε βοηθήσω.

Πάντοτε αφηνόμουν σε ενα βόλεμα. Για να μη κουραστώ, για να μη κουραστείς. Ήρθες και κάθισες πλάι μου σε ένα κρεβάτι. "Πονάς;" σε ρώτησα. "Θα μου περάσει" μου απάντησες με σιγουριά, και τα μεγάλα σου μάτια άστραψαν.

"Μη το βάζεις κάτω", μου αποκρίθηκες. "Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω. Σ'αγαπάω" Το έλεγες συνέχεια. Και άρπαζες τα χέρια μου που κρέμονταν απο τους ώμους. Σαν να μην σε πίστευα. Κι όμως, καλή μου.

Εγώ δεν είμαι λευκή. Είμαι μαύρη. Που και που και λίγο κόκκινη. Αλλά στη βάση μου είμαι ενας έρεβος. "Βοήθησε με" σου λέω με λαχτάρα. Να γίνουν το μάυρο μου με το άσπρο σου ένα γκρίζο!

Ζηλεύω την ελευθερία σου. Το άσπρο φόντο σου. Την αιώνια χαραγμένη νέα μορφή σου. Τα λευκά σου ρούχα. Μα όχι την κούραση σου... Που ξέρεις, ίσως σε βρω. Θα σε ψάξω. Θα σε ψάχνω. Μέχρι να γίνω κι εγώ Κόκκινη, Γκρίζα και Λευκή...

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Μικρές ζωές, μεγάλοι θάνατοι

Τα χρόνια της αθωότητας. Έτσι λένε κάποιοι το παρελθόν τους, χωρίς να αναρωτιούνται αν όντως ήταν αθώοι, αν υπήρξαν ποτέ ως αθώοι. Και αν τους ξαναρωτήσεις, θα σου πουν πάλι πως θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό το νεφελώδες. Τι παράνοια! Η επιθυμία μιας ευτυχίας, που θυμούνται αμυδρά, και η παραίτηση απο το τώρα και το σήμερα, απο το ένοχο παρόν. Κι όμως η Νίνα υπήρξε ευτυχισμένη. Κάποτε, εκεί στο παρελθόν. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχει η ευτυχία. Νομίζεις, τότε πάνω στην έξαρση της και τον οργασμό, πως θα παραμείνουν όλα για πάντα έτσι. Και εκείνη ήταν τόσο αθώα, που το είχε πιστέψει πραγματικά. Ίσως ήταν ο τρόπος μιας ανώτερης δύναμης να της πει, πως έπρεπε να ρουφήξει κάθε στιγμή, πριν έρθει το ένοχο μέλλον, να ζήσει με όλες της τις δυνάμεις. Αλλά και πάλι, όταν κοιτούσε γύρω της χαμογελούσε πάντα. Και όλα είχαν πάντοτε τη μορφή της παιδικής της κούκλας που χαμογελούσε, και τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου χαλβά που έψηνε η μητέρα της στο μικρό τηγάνι. Δύο μπουκιές φαί. Για εκείνη και την αδερφή της. Ζούσε κι εκείνη σε αυτό το παρελθόν της αθωότητας, μέσα στον όμορφο κύκλο. Έπαιρναν απο ένα μικρό κουτάλι και καθάριζαν χωρίς ντροπές, ολόκληρο το τηγανάκι. Και η μάνα τους τους φώναζε που ήταν ανυπόμονες. Και εκείνες γελούσαν δυνατά. Μάλωναν για το ποιά μεριά θα έπαιρναν, και έκαιγαν δάχτυλα και γλώσσες στην προσπάθεια τους να αποδείξουν πως μπορούν να πάνε κόντρα στις φωνές της μητέρας. Η αλήθεια είναι πως ήταν πράγματι αθώες! Με κάποιο τρόπο ήταν γραμμένο αυτό να μην αλλάξει ποτέ. Ήταν γραφτό. Και δεν πήγαιναν ποτέ κόντρα σε αυτή τη δύναμη... Ακόμα και αν δεν πίστευαν στο γραμένο, παρα μονάχα στα παιχνίδια με τις κούκλες, τα μικρά κοριτσάκια που είχαν αρματωμένα πάνω στο ράφι του γραφείου τους, και στα ανέμελα παιχνίδια στην ταράτσα του σπιτιού. Τότε, που έπιαναν το λάστιχο και έβρεχαν η μια την άλλη με τις ώρες, χωρίς να χορταίνουν. Τις μεθούσε μια δύναμη αλλιώτικη. Και πάλι η μητέρα τους φώναζε. Η αλήθεια ήταν πως και εκείνη, πρώτα χαμογελούσε και μετά φορούσε τη μάσκα της αυστηρής. Δεν ήθελε να φαίνεται πως αγαπούσε κι εκείνη τα παιχνίδια τους. Γιατί αυτή δεν ήταν αθώα... Και ρουφούσε τις μικρές αυτές στιγμές, τα άδοξα σαχλαμαρίσματα, και τις ανεπαίσθητες κινήσεις. Και τότε, σαν απο μαγικό, γινόταν κι εκείνη πάλι αθώα. Ως τη στιγμή, που θα έπαιρνε το αυστηρό της ύφος, και θα έλεγε τη συνηθισμένη φράση της "δεν θα μεγαλώσετε ποτέ εσείς" σαν να ήξερε, λες και ήξερε... Όλα όμως έπαιρναν άλλη μορφή τη νύχτα. Τις νύχτες. Όταν εξαντλώντας όλη την αυστηράδα της, πλησίαζε τα κορίτσια, ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους. Και τότε, παράξενη συνήθεια, έβαζε τα δάχτυλα της βαθιά στο πλάι του κρεβατιού και έσπρωχνε απαλά μέσα το πάπλωμα, μέχρι να το φυλακίσει εντελώς εκεί. Να μην κρυώνει, να μην κρυώνουν. Και τις κοιτούσε με τις ώρες. Δεν ήξερε αν την έβλεπαν, μα και να την έβλεπαν δεν την ένοιαζε εκείνη τη μοναδική στιγμή. Ήταν ολόκληρη μέσα στη φούσκα της ευτυχίας. Γιατί φούσκα είναι η ευτυχία. Και μάλιστα εύθραυστη. Σπάει με το παραμικρό και εκρύγνηται. Μπάμ