Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Επιθετικός προσδιορισμός


"Ο έρωτας. Όνομα ουσιαστικό, πολύ ουσιαστικό" μας έλεγε
η Κική μας, όταν ήμασταν μικροί. Κι εμείς, λες και δεν επρόκειτο ποτέ
να γνωρίσουμε τον αληθινό κόσμο με τα χιλιάδες άλλα ουσιαστικά,
(και κυρίως τα επίθετα) την πιστεύαμε.

Γεμάτος ο ντουνιάς μας με ουσιαστικά. Κάποια σημαντικά:
"όνειρο", "ελπίδα", "φιλία"
και κάποια άλλα ακόμα πιο σημαντικά "γονείς", "αγάπη",
"θάνατος", "συνδυασμός".
Και αυτό που μένει για να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στα υπόλοιπα,
είναι τα επίθετα.

"Έρωτας", "Μεγάλος έρωτας",
"αξεπέραστος έρωτας", "μοναδικός έρωτας",
"μονόπλευρος έρωτας".

Μονόπλευρος έρωτας. Η πιο άξια κατηγορία έρωτα.
Ο λόγος για να γραφτούν τα πιο μεγάλα άσματα,
να εκδηλωθούν τα πιο θυελλώδη πάθη,
να ειπωθούν τα πιο υπερβολικά λόγια.
Άλλωστε πώς να το κάνουμε;
Οι ευτυχισμένοι έρωτες, και οι αμοιβαίοι,
θα είναι πάντοτε δέσμιοι σε μια δυστυχία
συμβατική.

Κι απο το δικό μας χέρι τίποτα δεν περνά...

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Δράμα-μήνες


Ο Τρούμαν Καπότε κάποτε είχε πεί πως: "Η ζωή είναι μια θεατρική παράσταση, με πολύ κακή τρίτη πράξη". Ο ίδιος, ήταν ενα ασθενικό, ομοφυλόφιλο και απο όλες τις πλευρές ταλαντούχο πλάσμα. Και μελοδραματικά δυστυχισμένο σε όλες τις φάσεις της μικρής ζωής του. Στο τέλος του, πνιγμένος μέσα στις παραισθήσεις του αλκοόλ υπέγραψε την τρίτη πράξη με ενα ηρωικό τέλος. Αν η κατάθλιψη θεωρείται βεβαίως, ηρωική πράξη.

Πρέπει να παραδεχτώ πως τον Τρούμαν τον θαυμάζω απεριόριστα. Απο την πρώτη πράξη του, ως και την τελευταία. Πρέπει να παραδεχτώ επίσης, πως η ζωή του είναι απο μόνη της μια έμπνευση.

Μέσα σε δράματα ζούμε όλοι. Και όποιος σας πει το αντίθετο λέει ψέμματα. Ή απλά είναι πολύ έξυπνος. Ή τυχερός. Όπως και να χει, μη φυσιολογικός. Απο την άλλη, πόσο φυσιολογικό είναι το δράμα, και αλήθεια πόσο κρατάει; Φεύγει; Πώς φεύγει; Μήπως τελικά το θέλουμε και λίγο; Και για αυτό το αναζητάμε, σαν δικαιολογία για να αιτιολογήσουμε κάθε μικρή μας βλακεία και ανοησία;
Μήπως είναι παραίτηση;

Όπως και να χει, το δράμα το δημιουργούμε μόνο εμείς. Και καμία άλλη ανώτερη δύναμη, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει ανώτερη δύναμη της ανθρώπινης. Το δράμα, είναι ο τρόπος μας να επιβιώνουμε και να γινόμαστε καλύτεροι.
Το δράμα τελικά είναι η αφορμή για το ξέσπασμα.
Το μεγάλο.

Εγώ, κάθε μέρα σε δράματα ζω.
Και δεν ξέρει κανείς πόσο μα πόσο φοβάμαι για αυτή την επερχόμενη τρίτη πράξη.
Την τρέμω.
Και αυτό γιατί αρνούμαι να αποδεχτώ το θάνατο.
Προτιμώ να είμαι "δραματική" απο συναισθηματικά "ανάπηρη".
Τουλάχιστον έτσι νιώθω -κάπως- ζωντανή.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Γλυκά του κουταλιού και σταυρωμένα ψηφοδέλτια


Αυτό το σπίτι εδώ, με τα 100 τετραγωνικά του σε ταβάνι, και τα 200 σε ουρανό, δεν ησυχάζει ποτέ.
Απο την ώρα που ανοίγω το μάτι μου, μέχρι να το κλείσω, βλέπω κόσμο. Φίλους, συγγενείς, θειούς, γείτονες. Και τα τηλέφωνα χτυπάνε. Μονίμως. Αυτά τα τηλέφωνα αν δεν προσγειωθούν καμία μέρα στο κεφάλι δικού μου συγγενή, δεν θα ησυχάσω. Μα ποιός χρησιμοποιεί το 2009 σταθερά; Υπάρχουν και κινητά hello!

Εντάξει είμαι λίγο εκνευρισμένη. Έχουν μαζευτεί πάλι χύλιοι μύριοι, και δεν είναι ότι είμαι αντικοινωνική απλά με ενοχλεί η πολλή βαβούρα. Εχω συνηθίσει σε μοναξιές και ελάχιστη χαβούζα. Και αν μη τι άλλο, σε αυτό τον τόπο επικρατεί αρκετή. Και είναι γενικό το φαινόμενο ενόψει εκλογών. Κάτι σαν παραμονή τελικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου μυρίζει η ατμόσφαιρα. Και τα βεγγαλικά έτοιμα και στημένα.

Να τη και η θεία μου! Αυτή που πάντα μας θυμάται τέτοιες εποχές. Έρχεται με το παλιό το σκουλαρίκι στο αυτί, αυτό με το κλίπ, και τα δυό της χέρια γεμάτα. Στο ένα, το βάζο με το γλυκό συκάκι, και στο άλλο τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια. Τέσσερα. Βέβαια, φέτος ψηφίζει και ο αδερφός μου, κερδίσαμε έναν. Θα τρίβει τα χέρια της.
Αφήνει τα ψηφοδέλτια στο τραπέζι, μας κάνει και το σήμα της νίκης φεύγοντας, και φεύγει.
Οι υπόλοιποι κερνιούνται γλυκό.
Εγώ πάλι ποτέ μου δεν τα χώνεψα τα γλυκά του κουταλιού.
Εντάξει, ούτε τα σταυρωμένα ψηφοδέλτια.

Γελάω με τους υπόλοιπους που λένε ο καθένας μυστικά και έμπιστα τι θα ψηφίσει, και αποχωρώ.
Αναρωτιέμαι τώρα: Τέτοιοι μας κυβερνάνε; Τόσο φρέσκα μυαλά;
Κοιτάζω βέβαια και τους υποψηφίους. Όλοι τους 50 άνω.
Η σοφία πάει πάντα μαζί με την ωριμότητα;
Και απο ποιόν είναι αυτό δεδομένο;
Το γλυκό μου φέρνει αναγούλα.
Θα το έτρωγα μόνο αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο και πεινούσα φονικά.
Με παρόμοιο σκεπτικό θα πάω και αύριο να ψηφίσω.
Γιατί το μενού δεν έχει τίποτα φρέσκο και πρέπει αναγκαστικά
να φάω, με την ελπίδα πως θα χορτάσω.
Αλλά πού;

Άκουσα επίσης πως σήμερα το βράδυ απαγορεύεται το αλκοόλ.
Εμένα πάντως δεν μου το παίρνει κανείς απο το χέρι μου το κρασάκι.
Μήπως έπρεπε να γίνει το αντίθετο;
Να πίνουμε όλοι μέχρι σκασμού την προηγούμενη και να πηγαίνουμε ντίρλα στην κάλπη μπας και βγάλουμε καμία κυβέρνηση της προκοπής απο τύχη;
Λέω εγώ τώρα ρε παιδί μου!
Καλή ψήφο(μη στραμπουλήξετε κανένα πόδι στο παραβάν)!



Η εποχή της ξεπέτας

Γυναικεία συζήτηση σε παγκάκι πλάι στην ακροθαλασσιά, τη Χαλκιδείκη, αυτή με τα τρελά νερά μπροστά σου, και τη γέφυρα του Ευρίπου στο βάθος.
"Για πείτε, με πόσους έχετε πάει;".
Χα, ευκαιρία να συγκρίνουμε σκέφτονται οι άλλες.
Χα, ευκαιρία να δουν πόσο τσούλα είμαι, σκέφτομαι εγώ.
"Δηλαδή τι πειράζει που ο δικός μου αριθμός είναι διψήφιος;"
Βουβαμάρα.

Εντάξει, είμαι μελό κάποιες φορές. Και εμμονική ναι. Και κολλάω με όλους όσους δεν με θέλουν ναι.
Αλλά κατα βάση, είμαι πολύ ελευθεριάζουσα.
Πάντοτε είχα γκόμενους με το τσουβάλι. Γιατί;
Γιατί πολύ απλά μπορούσα.
Και επίσης πολύ απλά, έτσι ήθελα.
Εντάξει;

Σε αυτή την πόλη, την κάπως ρετρό, όλα είναι απλά.
Σε θέλω με θές.
Με θές. Με θές.
Αυτά τα πάθη μου ποτέ δεν τα κατάλαβα.
Κατώτερα, και αμαρτωλά.
Μα γούσταρα.
Πώς αλλιώς;

Εντάξει, δεν είμαι και η πουτάνα του χωριού.
Είμαι η πουτάνα της πόλης! Χα!
Σήμερα ξαναείδα μια ντουζίνα απο πρώην μου.
Και κάποιους επίδοξους θαυμαστές.
(Ωραία σε αυτή την πόλη είμαι περιζήτητη, δε θα μείνω ποτέ στο ράφι!)
Και τι περίεργο. Αυτοί που σε έχουν ξεχασμένη, αρκεί να
σε δούν μόνο μια φορά για να σε θυμηθούν. Και να αναζητήσουν λίγη
ακόμα περιπέτεια. Τι περίεργο δεν βρίσκω ησυχία.
Τα κινητά χτυπάνε, προτάσεις για ραντεβουδάκια,
ποτά, ξενύχτια, κουβεντούλες σε στενοσόκακα.

Και μερικά πεταχτά φιλάκια.
(Είπαμε, υποκύπτω εύκολα, πάντα μου άρεσε κι εμένα
η περιπέτεια).


Τι θα κάνω αύριο;
Θα εκμεταλευτώ τη φήμη μου, για κερασμένα ποτά διπλά και τριπλά.
Και θα φλερτάρω με όλους.
Είπαμε, σε όλους δίνομαι, μα δεν χαρίζομαι σε κανένα.
Και απο Δευτέρα αντίο σας.
Είμαι κυνική με το παρελθόν μου.
Πώς να το κάνουμε αγόρι;
Λατρεύω να σε μισώ, να ξέρεις.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Αυτό είναι έρωτας

Σήμερα μου βγήκαν όλα. Μαζεμένα.
Σαν μια έκρηξη. Θυμός και νευρικότητα μαζί.
Για εσένα, και μόνο για εσένα.
Λες και ονειρευόμουν όλες αυτές τις μέρες.
Με όνειρο έμοιαζε, μα ήταν κατα βάση,
ένας εφιάλτης.
Και πώς δεν το κατάλαβα;
Με τι είχα ντυθεί;

Σήμερα όλα. Μεγάλη έκρηξη, πίσω στο πατρικό.
Με τον πατέρα, πάντα.
Πατρικό σπίτι χωρίς πατέρα γίνεται;
Δε γίνεται.
'Εστω το μείον απο το 80% του.
Δάκρυα.
Είχες καιρό.
Θυμήθηκες πως σαν σήμερα πάνε και δύο μήνες
που έχασες κι εκείνη.
Αυτοί οι μήνες...Ο καθένας σου παίρνει και απο κάτι.
Και τώρα αρχίζει ενας ολοκαίνουργιος.
Και τρέμεις.

Τι δεσμός κι αυτός. Ήταν δεν ήταν 25 όταν σε πρωτοκράτησε στα χέρια του. Η κόρη. Η πρωτότοκη και η μονάκριβή. Εσύ όλα αυτά. Για δύο ολόκληρα χρόνια, μέχρι να σου κλέψει λίγη απο τη δόξα ο γιός που ερχόταν απο πίσω. Λίγη μόνο, γιατί ποτέ δεν έπαψες να είσαι πρώτη στην κατάταξη της καρδιάς του. Πάνω και απο τη μάνα. Μα κάνεις τις πράξεις. Εκείνη τον ξέρει και τον αγαπάει 24 χρόνια. Εσύ 22. Σιγά τη διαφορά. Αλλωστε αυτοί οι έρωτες δε σβήνουν με τα χρόνια. Μόνο φουντώνουν. 22 χρόνια φουντωμένα. Με παράπονα και τρυφερότητα σε λόγια, και σε πράξεις.
Κυρίως σε πράξη. Η αγάπη είναι πράξη. Η αγάπη δεν είναι το "σ'αγαπώ", το αβίαστο.

Είναι η πρώτη βόλτα στη θάλασσα. Απο το χέρι πάντα. "Μα δεν θα πάω βαθιά ρε μπαμπά!".
Σου φοράει μπρατσάκια και σε έχει απο το χέρι. Και σε τραβάει στα ρηχά. Εκεί με τα κουβαδάκια, και τα μαύρα βότσαλα. Σου φοράει και ενα σωσίβιο, μαζί με τα μπρατσάκια ναι! Και η μάνα κοροιδεύει.

Είναι οι πρώτες βραδινές εξορμήσεις. Δεν κοιμήθηκε ποτέ. Και δεν είπε κουβέντα τη μέρα που τέσσερις η ώρα ντύθηκε για να έρθει να σε πάρει απο το κλάμπ, και τον σταμάτησαν για αλκοτέστ, και ήταν μόνο με τα εσώρουχα και ντρεπόταν. Μα δεν βλασφήμησε!
Και εσύ γέλαγες.

Είναι το πρώτο φοιτητικό σπίτι. Το πιο μεγάλο έλεγε. Και το έντυσε τριγύρω με κάγκελα, γιατί φοβόσουν μόνη, και με σύρτες σε πορτοπαράθυρα. Σωστό φρούριο, κι εσύ πριγκίπισσα.
Και το κουζινάκι που στο χαν φέρει λάθος. Διέσχισε την εθνική οδό κάθετα, κουβαλώντας το. Και στο φερε στη σωστή του θέση.

Είναι το χέρι του δίπλα στο δικό σου, και οι ώμοι του. Δίπλα σου. Κι εσύ να κλαίς, να κλαίς μπροστά στο ιερό, παρέα με όλους τους συμμαθητές σου. Και να σου λέει με σιγουριά λίγο μετά πως "Εγώ αυτό δεν θα το αντέξω. Θα χαθώ." Και να τον πιστεύεις.

Είναι οι πρώτες νύχτες στο νοσοκομείο. "Δεν θα πάθεις τίποτα" να λές. Και να σε πιστεύει. Και να κάθεσαι εκεί με τις ώρες. Όχι για να προσφέρεις κάτι. Απλά ξέρεις πως σε θέλει εκεί, έστω να τον βλέπεις να κοιμάται.

Και οι άλλες νύχτες. Αυτές λίγο πριν κοιμηθείς. Που έχεις κλειστά τα μάτια σου, και τον ακους να πλησιάζει. Και δεν τα ανοίγεις, για να απολαύσεις το κρυφό φιλί του στο μάγουλο.


Αυτό είναι αγάπη.
Για την ακρίβεια είναι έρωτας.
Αγάπη μπορεί να θεωρηθεί κάτι παλιό. Κι αυτό εδώ είναι ζωντανό, υπάρχει και θα υπάρχει.
Όσο υπάρχεις, και υπάρχω. Και λίγο παραπάνω.
Για όλη μου τη ζωή θα ανησυχώ. Άλλωστε σε σένα τη χρωστάω. Όχι μόνο τη δημιουργία. Και την επιβίωση. Και την ευτυχία. Και την Ελένη. Που ποτέ δεν την είπες Ελένη. Λίλα. Σαν τις σοκολάτες που έτρωγα μικρή και ακόμα τρώω. Και φώναζα "Λίλα, λίλα αγελάδα". Λίλα. Απο τότε.

Τα δάκρυα μου θα κυλούν πάντα. Μέσα. Πίσω απο το χαμόγελο.
Κι αυτό δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Υπόσχομαι.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Στην καμπίνα της Ιπποδάμου

Αυτή η μέρα ξημερώνει με τον ίδιο ήλιο, μόνο που μου φαίνεται λίγο πιο φωτεινός. Μόνο λιγάκι.
Και ανοίγω και τα μάτια μετά απο δεκατρείς ώρες σε λήθαργο.
Μπέρδεψα τον ύπνο με το θάνατο.
Ανενόχλητη σήμερα, και απερίσπατη.
Ευτυχώς.

Ο Παύλος με καλημερίζει, και κάνει και παράπονο που δεν πήγα νωρίς να πιούμε τον καφέ μας.
Ας τον πιούμε αλλού, δεν χανόμαστε, του απαντάω.
Και εκείνος θα αδειάσει το 617.
Μοναχικός όπως ήρθε.
Δυστυχώς.



Μέσα στην τρέλα μου και την τρεχάλα μου,
σε ξέχασα, μικρή μου λαχτάρα.
Μα δεν σε έσβησα. Μη θαρρείς.
Και δε με νοιάζει που όταν σε ρώτησα:
"Θα σε πείραζε να σε ερωτευθώ;"
μου κούνησες αρνητικά το κεφάλι.

Κάτι ερωτήσεις που κάνω κι εγώ, καιρούς
με καιρούς. Και απορώ.
Σε μέρες που οι αυθεντικοί άνθρωποι
φεύγουν για ψηλά. Τι κάνω εγώ;
Που ψάχνω για διαμάντια στα σκουπίδια;
Μια ρακοσυλλέκτρια παριστάνω.
Μια πεταμένη της ζωής μου.

Σε σκέφτομαι συχνά,
τόσο συχνά που με ανησυχώ.
Και τα βράδια συνεχίζω να μην κοιμάμαι.
Μήπως έρθεις και θέλεις να με φιλήσεις πάλι.
Υγρά.
Μα εσύ μεταμφιέζεσαι.

"Πέτα τα πέπλα ρε πουλάκι μου! Λυτρώσου! Καλύτερα "λουλού στο σύρμα", παρά μίζερος και καταπιεσμένος. Ευτυχής όποιος γεύεται την κάθε επιθυμία του..."
όπως πολύ σωστά ξεστόμισε και μια τσίφτισσα,
μπριόζα και αυθεντική, της περασμένης -πια- εποχής.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2009

Πόσα χαμόγελα σε μια Κυριακή;


Πάντοτε στη ζωή μου είχα την εξαιρετική δυνατότητα να αλλάζω κεφάλαια με ενα κλίκ. Όσο απότομα γυρνάς τις σελίδες ενος βιβλίου για το επόμενο κεφάλαιο, ξέρεις το πιο συνταρακτικό. Και δεν μου αρέσει να κολλάω σε ένα!

Όχι, όσο δυσκατανόητο κι αν είναι, εγώ ξεφυλλίζω.

Κυριακή στην Αρεοπαγίτου. Τίγκα στους τουρίστες. Το να έχεις φίλους που αργούν, σου δίνει τη μοναδική στιγμή μέσα στο εικοσιτετράωρο, να μπορείς να απολαύσεις παπούτσια, πόδια, κεφάλια, γυαλιά ηλίου, ζευγαρωμένα δάχτυλα, ανενόχλητη και απερίσπαστη.
Σχεδόν απερίσπαστη. "May I have a picture of you?" Ο νεαρός τουρίστας, που σε έχει περάσει προφανώς για αξιοθέατο, κάτι σαν την Ακρόπολη ενα πράγμα σου ζητάει μια πίκτσουρ. Κι εσύ, ντίβα σκέτη, ποζάρεις στο φακό με το γυαλί ηλίου και το νάζι το ελληνικό.
Σου φιλάει το χέρι φέυγοντας... Άντρες, και μάλιστα ξανθοί, κρύοι.


Ενα χωριό ολόκληρο στο μουσείο, το τεράστιο οικοδόμημα ανάμεσα στα νεοκλασικά γειτονόπουλα, που το κοιτάζουν σαν γήπεδο, ή κάτι τέτοιο τρομερό και γιγαντιαίο τελος πάντων. Και λίγη καρυδόπιτα με παγωτό στην ταράτσα. Έτσι γιατί σε κούρασαν οι ζωφόροι και οι καρυάτιδες. (Τις λυπάσαι κιόλας τις καρυάτιδες, και που να το πείς; Άδικη μοίρα ακίνητες να υπομένουν το βάρος η μια δίπλα στην άλλη). "Είναι ωραίο αυτό που τρώτε;" δεν ακους. Μα γιατί όλοι έχουν την ελπίδα πως παρακολουθείς τα πάντα γύρω σου; Είσαι στο κόσμο σου δεν το βλέπουν, μέσα στο πιάτο και μέσα στις σκέψεις. Τελικά απαντάς μετά απο δεύτερη ερώτηση του σερβιτόρου "Είναι τόσο ωραίο που συνεπήρε τις αισθήσεις μου και δεν σας άκουσα!" Χαμογελάς. Έτσι θέλουν.

Μα τους ανθρώπους που είναι δίπλα σου εσύ τους αγαπάς! Σιγά παιδί μου, θα σκάσεις. Χαμογελάς ακόμα, χασκογελάς για την ακρίβεια σαν τα μικρά παιδιά στα νηπιαγωγεία και στις παιδικές χαρές. Ανέμελα. Ανέμελα κι όταν πηγαίνεις στο γνωστό σου το 617. Ανέμελα.
Ο Παύλος βλέπει ποδόσφαιρο και χαμογελάει. Σε ρωτάει πως πέρασες, του λες για την όμορφη μέρα σου με τη λιακάδα στα μαλλιά. Η δικιά σου λιακάδα τον κάνει κι εκείνον να γελάει. "Θα φύγω, θα πάω ταξίδι!" σου λέει. Παρανοικό ακούγεται, κι εσύ ακόμα πιο παρανοική συμφωνείς...

Εκείνος, μέσα στην άγνοια του είναι ευτυχισμένος.
"Και όχι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Μακάριοι οι αισιόδοξοι." λες στη μάνα σου μές στο ασανσέρ.
Αύριο θα πάω να γεμίσω μια μπουκάλα αλφα θετικό.
Έτσι γιατί είμαι αισιόδοξη.
Και μου αρέσουν τα χαμόγελα και οι λιακάδες. Και η Αρεοπαγίτου. Και οι άνθρωποι μου.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ατσαλένια


Δεν είμαι ακριβώς σίγουρη, πόσοι πρέπει να περάσουν απο πάνω σου στη ζωή σου, για να σε κάνουν αυτό που είσαι. Δεν είμαι καν σίγουρη ότι σε φτιάχνουν αυτοί ή αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο για πλάσιμο πάνω σε τραπέζια και κρεβάτια, σαν την πλαστελίνη.
Πάνω απο εμένα πάντως έχουν περάσει αρκετοί. Δεκάδες δάσκαλοι με γνώσεις, φίλοι με όρεξη και κέφι, συμμαθητές και συμφοιτητές με παρόμοια όνειρα, και πολλοί ισοπεδωτικοί εραστές. Οι τελευταίοι ειδικά, αν δεχτώ πως είμαι πλαστελίνη, πάντοτε με φτιάχνανε σε κάτι σχέδια παράξενα, σχεδόν άθλια, και με παρατούσαν μέχρι να με παραλάβει κάποιος άλλος που θα δει στο μαλακό άσπρο υλικό εναν κύκνο.

Το πως είμαι στα 22 μου χρόνια, δεν θα μπορούσα ούτε να το φανταστώ, ούτε να το προβλέψω όταν έπαιζα και εγώ με πλαστελίνες. Και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Μέσα στην ατυχία μου, βεβαίως.
Γιατί έμαθα πολλά με τη ζωή, και με τον θάνατο, και κυρίως με το φόβο του θανάτου. Και μες στις δυσκολίες έμαθα να φεγγοβολώ. Γιατί το νόημα αυτό είναι. Να είσαι λευκός μέσα στο μαύρο. Μόνο έτσι ξεχωρίζεις, ούτε όταν είσαι μαύρος μες στο μάυρο, ούτε λευκός μέσα στο λευκό. Μόνο έτσι σε βλέπουν.
Και εμένα με βλέπουν, αυτοί που χρειάζεται να με δούν, και οι άλλοι.
Μα είναι στιγμές που φοβάμαι πως έχω συμβιβαστεί, πως έχω γίνει ατσαλένια σαν βέργα που είναι αδύνατο να λυγίσει. Μόνο να σπάσει μπορεί. Μεγάλο βάσανο να νιώθεις τα πάντα σε υπερβολή, μεγάλο λάθος και να μη νιώθεις τίποτα. Πρέπει να ελίσσεσαι και να ταλαντεύεσαι.
Φαντάσου μια μεγάλη τραμπάλα. Βάζεις πάντα κάποιον να σε βοηθάει να πηγαίνεις μια πάνω μια κάτω, μόνο με την παρουσια του και το βάρος του.
Και έτσι, μια προσγειώνεσαι για να πάρεις φόρα πατώντας τα πόδια στο χώμα, μια πετάς στους ουρανούς.
Και η μπάρα είναι ατσαλένια, σίγουρο δεν σπάει.
Μόνο όταν χάσεις τον απέναντι, τότε μένεις σταθερά στο έδαφος.
Μέχρι να βρεθεί ο επόμενος...