Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010
Η αγάπη / Που δε θέλησα αλλού να δοκιμάσω
Όλα περνάνε. Τις τελευταίες μέρες έχω καταφέρει να κάνω μια απόσβεση. Δεν κόλλησα πουθενά αυτό το καλοκαίρι. Πέρασε σαν νερό ευτυχώς. Δεν ερωτευθηκα, ούτε πόνεσα. Πήγα μόνο δυό μέρες διακοπές γιατί τόσο έπρεπε, έκανα δέκα μπάνια μετρημένα και τόνωσα περισσότερο τη σχέση μου με το κλιματιστικό. Μπορώ να πω πως ήταν ένας καλοκαιρινός έρωτας. Αφού απο τον επόμενο μήνα θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. Θα τον αφήσω για το καλοριφέρ. Ανάγκες, πώς αλλιώς να το κάνουμε;
Ο Σεπτέμβριος όμως ήταν ανέκαθεν απο τους αγαπημένους μου μήνες. Έχει αυτή την ωραία νοσταλγία (για τους άλλους) αλλά για εμένα έχει αποκτήσει πλέον το όμορφο αυτό χρώμα της αναμονής, της μετάβασης. Πάντα μου άρεσαν οι μεταβάσεις. Τις στάσεις μισούσα. Οι θάλασσες σιγά σιγά ερημώνουν απο τους βάνδαλους που τις καταπατούν κρατώντας πλαστικά ποτηράκια, φεύγουν και οι ξαπλώστρες που τις κάνουν να μοιάζουν με ανοιχτό νοσοκομείο και επιτέλους μπορείς να δεις τα κοχυλάκια που κρύβονταν απο κάτω όλους αυτούς τους τρείς μήνες.
Άραγε τα σκέφτονται αυτά οι φυσικοί άνθρωποι ή παρασύρθηκα πάλι; Φυσικά και παρασύρθηκα. Έχω τάσεις φυγής ανεξέλεγχτες. Για εξωγαλαξιακά ταξίδια. Μοναχικά, κυρίως. Ώρες ώρες όμως σκέφτομαι και τα ανεκπλήρωτα και θέλω να τα πάρω μαζί μου. Θολές σκέψεις, ούτε καν τις διακρίνω πιά, δεν τις αναγνωρίζω απο τις κανονικές. Η αγάπη άλλωστε έχει καταφέρει να κορεστεί μέσα μου. Και με το χρόνο ωριμάζει σαν το καλό κρασί.
Τα υπόλοιπα ας τα εξομολογηθεί το τραγούδι. Και είναι όλες οι σκέψεις μου που γεννιούνται απο μια μικρή στιγμούλα. Μια ανάμνηση.
Κυριακή 11 Ιουλίου 2010
Ηλιοβασιλέματα
Είμαι έξω στον κήπο και καπνίζω.
Είναι ένα δέντρο απέναντι. Εγώ το έχω φυτέψει. Τα κλαδιά του με ξεπέρασαν πριν χρόνια.
Εγώ έμεινα σκέτος κορμός. Με ξεπέρασαν. Πνίγομαι. Αγχωμένες τζούρες κάτω απο το φεγγάρι. Ούτε φώς, ούτε κερί. Δε σκεφτόμουν τίποτα. Ίσως για αυτό αρνήθηκε και το δάκρυ να έρθει. Δεν το προσκάλεσα με καμία υπερβολική σκέψη. Δε νιώθω αδύναμη. Νιώθω απλός σκελετός, για αυτό με διώχνω.
Μαμά, μην ξυπνήσεις ακόμη.
Θα γίνεις καλά. Θα αναρρώσεις. Μη τα παίρνεις όλα τόσα βαριά. Σου αρέσουν τα δράματα ε; Τη βρίσκεις; Θέλω να πάρω το αυτοκίνητο να κάνω βόλτα. Και αν ξυπνήσει; Όχι. Άρνηση. Επιβράβευση της παράτολμης σκέψης με χαμόγελο. Αυτό ήταν μου πέρασε. Όλα περνάνε. Όλα. Το φεγγάρι κι αυτές οι μικρές κουκίδες γύρω του είναι που με κάνουν να υπερβάλλω.
Ο ήλιος είναι πάντα σύμμαχος. Μην ακούς τη λένε. Απ' όπου κι αν τα αντικρύζεις όλα τα ηλιοβασιλέματα ίδια είναι. Και οι ανατολές. Όλες ίδιες είναι.
Ασε με λίγο ακόμα όμως μαμά, να λατρέυω τη δύση.
Μην ξυπνήσεις σε παρακαλώ,
Μην ξυπνήσεις.
Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010
Οι αποχωρισμοί

Όταν δεν είμαι χαρούμενη γράφω. Με μανία και διάθεση. Και όχι ακριβώς για εμένα. Αυτό εγώ δεν το ήξερα. Το έμαθα σε αυτή εδώ την πόλη. Τις άλλες στιγμές πάλι, που είμαι σε ευτυχισμένη διέγερση τα ξεχνάω όλα. Μέχρι να έρθουν πάλι αυτές οι στιγμές που θα πρέπει να τα βάλω όλα κάτω για να παλέψω τον εαυτό μου. Τους αποχωρισμούς όμως θέλω να τους κάνω με τελετουργικό. Γραπτό και προφορικό. Γιατί δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά τους καταλαβαίνω πάντοτε όταν έρχονται. Μπορεί να πιστεύεις κάτι, αλλά πάντοτε το έχεις σαν πιθανότητα. Μόνο όταν το βλέπεις με σάρκα και οστά αντιλαμβάνεσαι πως ναι, το ζούσες κι είναι αλήθεια. Μόνο τότε.
Δεν είχα γίνει ακόμα δεκαοχτώ χρονών. Φοβισμένη και δειλή. Φερμένη απο μια πατρίδα όπου τα νερά πηγαίνουν πάνω κάτω, κι είναι παντού. Κλεισμένη μετά σε ένα σπίτι με τοίχους παντού. Μου είχε κακοφανεί. Τις νύχτες κοιμόμουν με δυσκολία, και τις μέρες δεν εγκατέλειπα ποτέ τους τοίχους. Ίσως μια βόλτα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Την έχω συνδέσει με πολύ μοναξιά εκείνη την περιοχή. Δεν ξέρω, όπως κάθε τι μεγάλο αργείς μάλλον πάντα να συνειδητοποιήσεις την αξία του. Και έτσι περνούσαν μέρες. Απο εκείνο το χρόνο θυμάμαι τις μοναχικές βόλτες στην πλατεία. Τα πρώτα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Την ανάγκη. Και τον ουρανό που μου έλειπε πιο συχνά.
Πέρασε καιρός. Τα λεωφορεία και τα αμάξια στις λεωφόρους συνέχιζαν να με φοβίζουν. Κι ύστερα σαν μαγικό τα αγάπησα όλα. Μεγάλωσα. Και ήρθα και σε ντουβάρια που αγάπησα. Γίνεται άραγε να αγαπήσεις ντουβάρια; Εγώ δεν ξέρω τα αγάπησα πάντως. Έτσι απλά και ξαφνικά. Δεν θα πώ πως αγαπώ ακριβώς αυτή την πόλη, όσο τις αναμνήσεις της. Και δεν πρέπει να είναι αγάπη κάτι το τόσο ζωντανό. Αυτό είναι έρωτας. Με κτητικότητα. Με ανάγκη. Με επιθυμία. Δεν ξέρω επίσης αν είναι καλύτερα να μην επιχειρήσεις κάτι, απο το να αποτύχεις κάνοντας το. Και στις δύο περιπτώσεις χαμένος είσαι. Ίσως στην πρώτη με λιγότερες απώλειες, όσο και εμπειρίες.
Μεσημέρια. Απογεύματα. Πλατεία Ομονοίας, Συντάγματος, πλατεία Καρύτση, Μαβίλη και Κολοκοτρώνη. Βόλτες. Κουβέντες. Κι ύστερα τα βράδια τα υπέροχα. Με τη χρυσόσκονη. Θα μου λείψει πρώτα αυτή η υπέροχη αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Ταυτίστηκε και με την ευτυχία. Θα μου λείψει. Και όλοι όσοι μοιράστηκα μαζί τους αυτή την ελευθερία. Αυτοί κι αν θα μου λείψουν. Είναι μεγάλη πατρίδα αυτή η πόλη. Και ύστερα θυμάμαι κι άλλα μικρά και αυτονόητα. Τους μεγάλους περιπάτους στον Εθνικό κήπο με τους άγνωστους περαστικούς. Τα παγκάκια. Κι αυτά θα τα αλλάξουν έμαθα. Δε βαριέσαι, εγώ πάντα θα θυμάμαι την παλιά τους θέση. Την πρώτη φορά που ανακάλυψα την υπέροχη θέα της Ακρόπολης απο το στενό μου. Η διαδρομή στο τρόλει, γύρω απο τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Το μαρμάρινο στάδιο. Οι επιγραφές. Οι ζητιάνοι με τα χαρτομάντηλα.
Εκείνη η καφετέρια στην Κολοκοτρώνη. Και η άλλη. Δεν ξέρω αν με πονάει περισσότερο που δεν θα ξαναπάω, όσο αν θα θυμάμαι επιστρέφοντας που ήταν ακριβώς. Άραγε θα καταφέρει να διατηρηθεί; Να μείνει στη θέση της για να την ξαναβρώ; Ή θα κάνει κύκλους; Κι εγώ θα κάνω κύκλους στίβοντας το μυαλό μου να θυμηθώ που ήταν ακριβώς. Μα όταν την βρώ σίγουρα θα θυμηθώ. Αν βέβαια υπάρχει ακόμα και δεν έχει γίνει "υλικά οικοδομών". Και τα βράδια σε μια άλλη πλατεία. Πλατεία μαζεμένη και ονειροπόλα. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Κι ας μην κοιτάω ποτέ νοσταλγικά την παλάμη μου, κι ας μην την κοιτάω καθόλου.
Το σπίτι μου, τα σπίτια σας. Το έδαφος, τα πλακόστρωτα. Το έτοιμο φαγητό. Τα κρεβάτια. Άραγε οι καινούργιοι ιδιοκτήτες θα καταφέρουν να φτιάξουν αναμνήσεις αντίστοιχες μέσα σε αυτά τα ντουβάρια; Ή θα αρκεστούν σε μια ζωή συμβατική με νερό, φαγητό και ύπνο; Θα κατεβάζουν τα στόρια όταν κοιμούνται; Θα ξέρουν ότι το θυροτηλέφωνο δεν λειτουργεί και το παρκέ τρίζει πότε πότε; Οι δικοί μου άνθρωποι τα ξέρουν όλα αυτά. Και λέω δικοί μου γιατί έτσι είναι. Κι ας το αποκαλύπτω σπάνια. Πώς να μην είσαι ευγνώμων σε αυτόν που σε διδάσκει; Ήρθα τουρίστας και φεύγω ερωτευμένη. Δεν ξέρω όμως σε τι κούτα να κλείσω όλες αυτές τις αναμνήσεις. Και αν θα μπορέσω ποτέ να την ανοίξω, κυριευμένη απο τη μανία μου να θυμηθώ, να φυλακίσω τον χρόνο. Τουλάχιστον θα έχω τον αποχωρισμό μου να λατρεύω.
Ξέρω, πως απόψε θέλω να κάνω μνημόνιο. Να φέρω όμορφα και εξηγημένα δάκρυα στα μάτια μου με κόπο. Να βάλω κάτω όλους τους λόγους μου και να τους αναλύσω. Έτσι μόνο θα φύγει απο πάνω μου η νοσταλγία. Με διαδικασίες τυπικές και στοχευμένες. Ξέρω, πως θα κλαίω σε όλη τη διαδρομή και κανένας δεν θα ξέρει το γιατί. Τουλάχιστον όχι, το γιατί ακριβώς. Δεν είναι αποχωρισμός αυτό εδώ. Είναι απλώς ένας αποχαιρετισμός. Μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθώ στα ίδια, μα όχι στα ίδια ακριβώς. Σήμερα το βράδυ θα ανέβω νύχτα στο στενάκι πλάι μου, και θα καπνίσω ένα τσιγάρο αγναντεύοντας τη θέα του φωτισμένου βράχου. Κι όσο για τη χαρά μου, αυτή θα την βρώ στην πορεία, κάπου εκεί στα "τρελά νερά". Δεν μπορεί, κάπου εκεί είναι, δεν είναι;
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Το καλό σερβίτσιο
Ποτέ δεν κατάλαβα τους ανθρώπους που φύλαγαν πράγματα. "Για μετά" μου έλεγαν. 'Αλλοι "Για περίπτωση ανάγκης". Δεν είχα καταφέρει ποτέ να φυλάξω το οτιδήποτε. Μάλλον γι αυτό μισούσα αυτή τη συνήθεια. Έπαιρνα τη σοκολάτα απο το ράφι, και δεν ησύχαζα αν δεν την έτρωγα όλη. Ούτε λόγος να βάλω στην άκρη ένα κομμάτι για την επόμενη λιγούρα. Θα τη φάς ολόκληρη. Κι αμα πεινάσεις μετά, να τιμωρηθείς με την αναμονή της επόμενης. Α όλα για όλα. Με τον εαυτό μου πάντα καλά τα είχαμε. Και με τις τιμωρίες. Και με τις αμαρτίες. Και με αυτές καλά.
Σήμερα θυμήθηκα όμως την παλιά βιτρίνα της μητέρας μου. Αυτή που είναι γεμάτη με φλιτζάνια και πιάτα που δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Κάτι όμορφα κινέζικα και λεπτά φλιτζανάκια. Με λεπτά χείλη που δεν είναι φτιαγμένα για στόματα. Και κάτι κολωνάτα όμορφα ποτήρια απο φυσητό γυαλί. Πανέμορφα. Τα θαύμαζα με τις ώρες όταν ήμουν πιο μικρή. Πλέον απλώς τα προσπερνάω. Έστιψα το μυαλό μου όμως γιατί η μητέρα μου τα φυλάει εκεί, και σε περίοπτη θέση ενώ απαγορεύεται να τα αγγίξουμε. Δε βρήκα καμία εξήγηση.
Μέχρι που κοίταξα και τα δικά μου σερβίτσια. Τα ακριβά μου. Εκείνους τους ανθρώπους που έτσι και μου σπάσουν σε κομμάτια, θα καταστραφώ κι εγώ. Όχι επειδή θέλω να τους χρησιμοποιώ, αλλά να, θέλω να ξέρω πως υπάρχουν και να τους θαυμάζω έξω απο τη βιτρίνα τους. Δεν θέλω να τους χαρακώσω το πρόσωπο με γρατζουνιές. Δεν θέλω καν να τους κάνω δαχτυλιές. Θέλω να είναι ήρεμοι, ακίνητοι και να τους αγαπώ. Θέλω να τους αιχμαλωτίσω για πάντα, και να τους εκθέτω σε θέση περίοπτη, για να ξέρουν όλοι πως αυτοί είναι η περιουσία μου. Όσα ποτήρια κι αν περάσουν απο τα χέρια μου λοιπόν, πλαστικά ή ψεύτικα γυάλινα φθαρτά, πάντοτε εσυ θα είσαι το καλό μου το σερβίτσιο.
Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010
Εν ληθάργω

Κι όμως ήσουν παντού. Όλο αυτό τον καιρό τον τελευταίο, που προσπαθώ να βάλω τις σκέψεις σε μια σειρά, πάντα κάτι περίσσευε, δεν ταίριαζε ή απλά πεταγόταν στη λάθος θέση απο το πουθενά. Ήσουν εσύ. Και μετά πάλι απο την αρχή πάσχιζα να τα ξαναβάλω όλα σε μια σειρά. Κι ύστερα πάλι εσύ. Και δεν έψαξα να βρω τι συμβαίνει, απλά σε έβαζα στην άκρη και συνέχιζα.
Δεν έμεινες όμως στην άκρη σου. Μάλλον δεν βολευόσουν αρκετά ή ίσως ήταν πολύ μικρή για τα γούστα σου και πνιγόσουν. Πάλι, με έναν παράξενο τρόπο έβρισκες το δρόμο και ξαναφύτρωνες στα τακτικά. Και πάσχιζα με τις ώρες να βρω το γιατί. Να σε βάλω σε μια θέση που επιτέλους θα βολευτείς, να αδειάσω ράφια, να τα μετακινήσω, ίσως αν σε τοποθετούσα ψηλά; Τα φοβάσαι τα ύψη.
Πόσο αφελής ήμουν. Για μια ακόμα φορά δεν είχα καταλάβει τίποτα. Μέσα στο ίδιο μου το σώμα κι όμως δεν έβλεπα τίποτα απο αυτά που έβλεπαν οι άλλοι γύρω. Μέχρι που βρέθηκε κάποιος να μου το πει το μυστικό. Και μου ψιθύρισε στο αυτί την πραγματικότητα. Δεν δέχτηκα τίποτα. Μόνο ένα σφίξιμο στο στομάχι για τα κλειστά μου μάτια.
Έπιασα ένα κομμάτι χαρτάκι και εκεί τα έγραψα όλα. Μέσα σε πέντε σειρές. Αρκούσαν για να τα αντιληφθώ όλα. Σαν να ξύπνησα απο βαθύ κώμα και ζητούσα τα απολύτως απαραίτητα. Φαγητό, νερό κι εσένα. Όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά.
Κανένα λάθος δεν είχα κάνει. Απλώς δεν ήξερα. Αλήθεια δεν είχα καταφέρει τίποτα. Χρειάστηκαν πολλά τραγούδια, άλλες τόσες συγκινήσεις, λίγα δάκρυα στο μαξιλάρι μου, και τρομακτικά φιλιά για να καταλάβω.
Κοιμήθηκα για αρκετούς μήνες μέσα στο αστικό τοπίο. Κινήθηκα σε σκοτεινούς δρόμους και υπόγειες διαβάσεις. Τράφηκα με ψίχουλα γιατί νόμιζα πως θα μου αρκούσαν. Μπήκα σε ξερά σώματα. Μέχρι που τα αρνήθηκα κι αυτά. Κι αν θέλεις να ξέρεις αυτός ήταν ο λόγος. Μετά απο ένα ζωντανό αγκάλιασμα, ότι κι αν επιχειρήσεις θα είναι σα βιασμός σε πτώμα. Αρνήθηκα. Αρνούμαι.
Είναι δύσκολο να δω τον ουρανό απο αυτό εδώ το μπαλκόνι. Μα τον φαντάζομαι γεμάτο αστέρια. Να μη χορταίνεις λαμπυρίσματα. Αν κάποιο απο αυτά έπεφτε θα έκανα ευχή. Μια ευχή για εσένα. Να χορεύεις για πάντα μέσα στα όνειρα μου. Ποτέ να μην ξυπνήσεις εσύ. Ποτέ να μη φύγεις απο τον ύπνο σου. Να μην ξυπνήσεις ποτέ. Και πάντα να εμφανίζεσαι μπροστά μου να μου χαλάς τα σχέδια. Σου μιλάω για λατρεία υπνωτισμένη...
Κυριακή 27 Ιουνίου 2010
Πλατεία Φωτογραφία

Είμαι ντυμένη με ένα λάγνο ερωτισμό. Και φορώ για σκουλαρίκι, μια φθηνή ικανοποίηση. Τα χέρια μου έχουν σκύψει και ακουμπάνε πάνω σου. Αυτά δεν είναι ντυμένα. Τα άφησα γυμνά επίτηδες, για να ντυθούν τους ώμους σου.
Θέλεις το φόντο; Μια συννεφιασμένη ειρωνία, δύο τσιγάρα και δύο λουλούδια. Όχι του αγρού, της γλάστρας, απο αυτά που προτιμούν οι ευκολόπιστοι και οι εφήμεροι. Δε διαρκούν, αλλά τουλάχιστον μυρίζουν.
Ασύλληπτα και ξεχασμένα δάκρυα επιστρέφουν στον τόπο της φθοράς τους. Στα μάτια βουρκώνει μια νοσταλγία, γιατί να μη μπορώ να μπώ μες στη φωτογραφία να με ξυπνήσω και να με ζωντανέψω;
Θα ήθελα να ήμουν ένα μέρος του φόντου αυτής της φωτογραφίας. Η απόφαση έχει παρθεί. Ένα απο τα κάδρα που είναι ακουμπισμένα πίσω στον τοίχο. Ή ίσως το καρφί που τα στερεώνει στο σοβά.
Φαίνεσαι να έχεις αιχμαλωτίσει μέσα στα μάτια σου, το πιο μεγάλο μυστικό του κόσμου. Κι όμως το στόμα σου κλειστό, δε θα το ξεστομίσεις ποτέ. Είσαι ντυμένος μέχρι το λαιμό με ένα σιδερένιο πλέγμα ανασφάλειας.
Γέρνω, ακουμπάω και ματώνω. Τα μάτια μου μικραίνουν στο βάρος του πόνου. Αλλά η πηγαία ευχαρίστηση του ακουμπήματος σου είναι στο στόμα μου. Αυτό δεν κρύβεται. Έχει καρφωμένο σαν πολύτιμο πετράδι πάνω του, το πιο απλωτό χαμόγελο του κόσμου.
Έχει σφραγισμένη επάνω του, την άγνοια.
Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010
Κοιτάζω απ' το παράθυρο

Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλί-
σανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;
Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βρο-
χερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του
πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασι-
λεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι...
Α! Θέλω να' ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν' αρπάζουν. Η μέση των
συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέ-
βουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το
χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας
Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!
Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη κα-
ταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη
φεγγοβολή του.
Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της
καίει η απουσία.
Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει...
Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!
Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται
όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφιερωμένη...
Στ' αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου
εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ' άφησε κει
δε ρώτησε.
Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη
μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ' από τ' άνθη.
Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.
Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.
Κι όμως πίσω από τ' αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναί-
σθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.
Δε φεύγει δεν επιστρέφει.
Ένα δίχτυ αόρατο συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλή-
θειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβολία.
Φυσάει το αμέριμνο στόμα.
Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι
επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό
του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μες στις κόρες των μα-
τιών του.
Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε
την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυ-
χτερινής χλόης μου.
Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε
γι' αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή
που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.
Φεύγα ζαρκάδι!
Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή.
Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβά-
ζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου.
Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί
μες στις ερωτοτροπίες των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων;
Δυο χέρια περιμένουνε.
Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη γη.
Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση.
Πίσω απ' το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Είχε φύγει μέσ' από το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα εί-
χανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ' τον ίσκιο
της επιθυμίας μου - κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της
αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία
τους ήτανε φωτεινή.
Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.
Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσό-
τερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ' αναγαλ-
λιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι.
Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δέντρα θα βρουν τη μακροχρόνια
εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου
ξεγνοιασιά θ' αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου
θα δροσίσει τη δροσιά.
Τότε θ' ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα
συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Κι ενώ θα
τρέχει ο ουρανός κάτω απ' τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας
ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώ-
σουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές
Τότε θα δώσουμε
Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!
{Όταν αποφασίσεις να απαρνηθείς κάθε εξωτερική δύναμη,
φρόντισε τουλάχιστον να διατηρείς πάντα μια σταθερά. Εγώ Σ'αγαπάω.}
"Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή"
Οδυσσέας Ελύτης
Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010
Στοιχεία

Γή: Μου στοίχισε. Σου στοίχισε. Μας στοίχισε. Έγειρα λίγο στον καναπέ σου και αποκοιμήθηκα. Μετά, έπρεπε να φύγω. Πάντα έτσι γίνεται. Πάντα πρέπει να φύγω. Και να πατάω σταθερά στο έδαφος για να μην αιωρούμαι. Η γή, λές πρέπει να είναι ο οδηγός μου. Να μασάω την τροφή του σπόρου καλά, και να κρατιέμαι απ τις χειρολαβές στα λεωφορεία. Ήμουνα πάντα σταθερή πριν σε αντικρίσω. Ποτέ δε διέγραφα ελλειπτικές πορείες. Είχα καταφέρει να αρνηθώ μέχρι και τη φυγόκεντρο. Έκανα κύκλους και δεν έπεφτα. Σκόνταψα σε μια ευθεία και κατηφόρα. Πήρα φόρα.
Αέρας: Αερόστατα. Αεροπλάνα. Το πιο ψηλό σημείο που έχω βρεθεί είναι μια ρόδα λουνα πάρκ. Σου αρέσει να πετάς. Πάντα σου άρεσε. Είναι σαν να γίνεσαι Θεός. Εσύ, που προτρέπεις να περπατάμε στη γή με τα τέσσερα αν γίνεται. Αιωρείσαι τόσο ψηλά. Κι εγώ δεν έχω βρεθεί ποτέ σε αεροπλάνο. Μόνο στη ρόδα του λούνα πάρκα της Βιέννης. Και εκεί φοβόμουν να κοιτάξω έξω. Έμεινα να αγναντεύω τον ξύλινο πάγκο. Τον πάγκο που είχε χαραγμένα πάνω του χιλιάδες ονόματα. Θηλυκά και αρσενικά. Και αγάπες που είχαν το θάρρος να αιωρούνται και να κοιτάζουν απ τα παράθυρα.
Φωτιά: Καμίνι. Έρωτας. Γλώσσες. Γλύφω. Κάποτε είδα έναν άνθρωπο να καίγεται. Έμοιαζε με τις κούκλες μου όταν τις έβαζα να κάνουν έρωτα. Πονούσε κι έλιωνε. Κι ύστερα κάηκα κι εγώ. Ελαφρά μόνο και γλίτωσα. Αν και είχα μια πρωτόγνωρη επιθυμία να αφήσω τις πορτοκαλί φλόγες να μου ξεσκίσουν τη σάρκα. Να λιώσω κι εγώ μέσα σε καμμένες ψευδαισθήσεις και να γίνω ξανά αέρας και γή. Να επιστρέψω αλλόκοτα σε σένα που πετάς, κι σε εμένα που μένω σταθερή και να μπορέσω έτσι να μας ενώσω.
Νερό: Μάταια. Ήρθε το νερό και έσβησε όλα τα επίπονα όνειρα. Ευλογημένο να ναι. Το λατρεύω όπως ο κρατούμενος τη φυλακή του. Όπου κι αν πάω δεν μπορώ να του ξεφύγω. Πιάνω το ποτήρι μου το δαγκώνω, στάζουν οι σταγόνες στο πάτωμα. Νερό και αίμα, αρχέγονα υλικά. Ποιό κακό να πάθω ακόμα; Πώς να επιστρέψω στα αρχέγονα τώρα που κινδυνεύω να γίνω αθάνατη; Και εκεί, πάνω στην εκκεντρική μανία μου, πάνω στα υδαρά όνειρα και μια σειρά απο καρπούς αραδιασμένους στον πάγκο σαν τιμαλφή πολέμου, πάνω στο πιο τρελό μπαλόνι που ξέφυγε ποτέ και πήγε κι αυτό να συναντήσει το Θεό, εκεί ήρθε η θάλασσα η απλωτή και έσβησε όλους τους καημούς μου.
Έριξε αλάτι, με έκαψε, με έκανε να αιωρούμαι ατέλειωτα υποβρυχίως, κι ύστερα σαν απο θαύμα με έσωσε απο τον καπνό και με σβησε.
Για αυτό την αγαπάω περισότερο απο εσένα.
Θές να κολυμπήσουμε -για λίγο- και μαζί;