Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Υπερβολική



Όμορφα περνούν οι μέρες, όμορφα και επικίνδυνα.
Ίσως και επικίνδυνα όμορφα.
Και αυτό το έτος το μαύρο που φεύγει,
έχει βαλθεί να με εκπλήξει με χρώμα.
Και οι νύχτες όμορφες κι εκείνες, και παράξενες.
Όχι, εκείνες δεν είναι επικίνδυνες.
Απλά παράξενες, διαφορετικές. Δε μοιάζουν
με τις άλλες. Τις προηγούμενες.

Σίγουρα υπερβάλλω πάλι.
Είναι στη φυση μου άλλωστε να ελπίζω.
Έχω όμως την επίγνωση του λάθους,
κι αυτό το κάνει να μοιάζει περισσότερο σωστό,
απο απλή αδυναμία.
Αν και δεν αισθάνομαι αδύναμη.
Ο φόβος έχει εκλείψει πλήρως.
Έφυγε κι αυτός, παρέα με τις ενοχές.
Έφυγε κι εκείνος.

Μα η ευτυχία δεν είναι ακριβώς το παρόν.
Δεν είναι καν το παρελθόν, και σίγουρα
όχι το μέλλον.
Η ευτυχία είναι η προσμονή της.
Μόνο αυτό.
Να ξέρεις πως το μέλλον θα ρθεί,
και θα ναι και χαρούμενο.
Αυτό κι αν είναι υπερβολή!

Έχω την τάση όταν ερωτεύομαι να γίνομαι γλυκανάλατη.
Και απίστευτα ονειροπόλα.
Και τρομερά αισιόδοξη.
Και υπερβολική.
Μα αλίμονο, δεν αξίζει αλλιώς.
Και ευτυχώς, που μπορώ ακόμα και νιώθω.

Κουράγιο.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Ανασκόπηση




Τι έμαθα κατα τη διάρκεια του (σωτήριου), εντος παρενθέσεως και φουλ στην ειρωνία, έτους 2009:
1. Εκτίμησα τη φιλία. Και απέρριψα τον έρωτα. Σε μια χρονία που δεν είχε έρωτα.
2. Έμαθα να βάζω στόχους, κι ας μην τους κατακτήσω ποτέ.
3. Εκτίμησα τη φύση, τα δέντρα, τη θάλασσα, τον Εθνικό κήπο.
4. Ανακάλυψα ανθρώπους που μου μοιάζουν, και τους αγάπησα.
5. Αποδέχτηκα την εικόνα μου, εκεί ανάμεσα στα γυμναστήρια και τις κρέμες αδυνατίσματος.
6. Έμαθα να παρκάρω με μια κίνηση!
7. Δικαίωσα τους γονείς μου, με ένα πτυχίο στον τοίχο.
8. Έμαθα πόσο δύσκολα βγαίνει ο πρώτος μισθός. (Και πόσο εύκολα τρώγεται)
9. Μέθυσα κι έκανα κεφάλι.
10. Έμαθα να μη μου κοστίζουν τίποτα οι παροδικές περιπέτειες που περνούν απ τα χείλη και το κρεβάτι μου.
11. Απέρριψα τον παιδικό μου έρωτα.
12. Απέρριψα τον έρωτα σαν κάτι λιγότερο απο ιδέα.Κάτι σαν το Θεό, ξέρεις ότι υπάρχει αλλά δεν έχει κάνει κανένα θαύμα για σένα.
13. Έμαθα πως ανα πάσα στιγμή μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο και τα νέα που θα ακούσεις να είναι αρκετά ώστε να λιποθυμήσεις.
14. Έκλαψα, χάθηκα σε άλλο κόσμο, φόρεσα μαύρα.
15. Μέθυσα και ξεπέρασα το στάδιο του "κάνω κεφάλι".
16. Έκλαψα για 2 ώρες συνεχόμενα.
17. Έμαθα ποια είναι η ποινή, όταν δαγκώνεις το χέρι που σε ταίζει.
18. Έγινα αστέρι στο να αγαπάω.
19. Κοιμήθηκα σε άβολες καρέκλες θαλάμων νοσοκομείου.
20. Έζησα 7 ώρες αγωνία.
21. Απέκτησα φύλακα άγγελο, και νιώθω αθάνατη.
22. Νίκησα για λίγο το θάνατο με 2 νέες ψυχούλες.
23. Είδα και τους δύο γονείς μου σε ασθενοφόρο.
24. Μέθυσα και βρέθηκα σε ξένα σεντόνια.
25. Είδα όλα μου τα παιδικά χρόνια σε ένα μαρμάρινο 1,79.
26. Δεν αρρώστησα ούτε μια φορά (Δεν πρόλαβα)
27. Σταμάτησα να κάνω Θεό τον κάθε Αθεο.
28. Πίστεψα για λίγες μέρες, ώρες, πως ερωτεύτηκα. Μετά άλλαξα γνώμη.
29. Έβαλα όμως κάθε αδύναμο πουλάκι κάτω απο τις φτερούγες μου. Ανέπτυξα ένστικτο.
30. Έχασα για πάντα μια φίλη, χωρίς να μπορώ να την ξαναδώ ποτέ,
απέκτησα όμως μια φίλη, που θα έχω για πάντα .

Και κάπως έτσι μπαίνουμε στο 10. Πάντοτε νηφάλια

(Εύχομαι μόνο κάθε χρονιά που περνάει να μεγαλώνω μόνο ένα χρόνο απο εδώ και πέρα. Το 2009 μου έβαλε τουλάχιστον 10 στην πλάτη και στο μυαλό)

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Είναι όλα άυπνα


Τον τελευταίο καιρό, κάθε που νυχτώνει, αρνούμαι πεισματικά να κλείσω τα μάτια μου. Δεν είναι ότι δεν μπορώ, αλίμονο, πάντα μπορούσα να τα κλείνω ερμητικά, ακόμα και τις νύχτες που ήμουν μόνη και ανήσυχη. Είναι που νιώθω έναν ανείπωτο φόβο. Απο αυτούς που δε τους φανερώνεις ούτε στους κοντινότερους, τους εσωτερικούς. Και τη φοβάμαι τη νύχτα. Έχω καταφέρει να ξαναφέρω πίσω, όλα τα φαντάσματα της εφηβείας μου. Να βιώνω μεταφυσικές εμπειρίες μέσα στον ύπνο μου. Και να μεθώ για να ξεγελώ μια πραγματικότητα άθλια και σχεδόν τρομερή. Αυτή είναι που φοβάμαι περισσότερο. Και νοσταλγώ τις περιόδους που υπήρξα ευτυχισμένη. Ήταν πάντα εκείνες οι εποχές που άνθιζαν τα ρόδα. Κι δε ένιωθα φόβο αληθινό. Μόνο αυτόν τον παιδικό, που σε σηκώνει ξαφνικά και σε κάνει να τρέχεις στο κρεβάτι των γονιών. Να χώνεσαι ανάμεσα τους και να μπερδεύεσαι στα όνειρα τους. Τέτοιος φόβος όχι δεν υπήρχε. Παρόλο που τα αντικείμενα του φόβου είναι πάντα τα ίδια. Ο θάνατος και η απειλή του. Μα απο τότε περάσαν μέρες. Και κυρίως νύχτες. Πολλές νύχτες. Πολλά σκοτάδια. Πολλά αστέρια, πολλά φεγγάρια. Πολλές μοναξιές, πολλά χάδια. Πολλά σημάδια. Πολύς θάνατος. Ανεξήτιλα όλα τα βράδια. Άραγε θα καταφέρω σήμερα να κοιμηθώ;

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Μια νύχτα στην Οδό Ονείρων

Σε μια βραδιά αφιερωμένη στο μεγάλο Μάνο,
τίποτα δεν απασχολεί βασικά το κεφάλι σου.
Ούτε η βροχή, ούτε το άτσαλο πάρκινγκ, ούτε καν
η γκρίνια απο τους φίλους.
Άλλωστε δε το φανερώνεις σε κανένα, πως είτε
είναι εκεί, είτε δεν είναι, για σένα είναι το ίδιο.
Εφόσον υπάρχει τσιγάρο, αλκοόλ και νότες.



Πιάνεσαι απο τις νότες. Και περνάς σε άλλη διάσταση.
Πάντοτε αυτό έκανες. Μικρό παιδάκι στα ωδεία,
σχόλαγες και μουρμούραγες τις μελωδίες του Χατζιδάκι.
Και μετά έμαθες πως γράφεται το όνομα του.
Όλα ανάποδα τα έκανες. Απο το τέλος στην αρχή.
Και αυτή η βραδιά που έρχεται στη ζωή σου,
είναι ακόμα μαγική...

Δεν ξέρεις αν ήταν τα μπλέ φώτα και η μαγική φωνή του τραγουδιστή.
Μάλλον ξέρεις και είσαι σίγουρη.
Είναι αυτή η μοναδική σχέση έρωτα της μορφής του με την παρτιτούρα.
Μάλλον δεν είσαι σίγουρη αν χρησιμοποιούσε πάντα παρτιτούρες.
Όπως και οι συγγραφείς δεν χρειάζονται αναγκαστικά μελάνι.
Κάθονται απλα και κοιτάζουν τον ουρανό και συνθέτουν,
με το κεφάλι τους, και πλάθουν με τα χέρια τους. Νότες και λέξεις.

Κάπως έτσι σε ένα μικρό σπιτάκι, λίγο πιο κάτω απο το δικό μου,
σε ενα στενάκι στο Παγκράτι, τον φαντάζομαι να μελαγχολεί,
να παρατηρεί την Ακρόπολη και τους περαστικούς, το Γιάννη το φονιά,
και τη Ραλλού, να κλαίει, να τρομάζει, και να χαμογελάει.
Ακόμα και όταν ακουώ τα πιο θλιμένα λόγια, και τις πιο μελαγχολικές νότες,
τις μινόρε, ένα πράγμα είναι αυτό που με κάνει να τον αγαπώ.
Πως όλες του οι νότες, κρύβουν μια συγκαλυμμένη ευτυχία, μια χαρά,
πέρα απο το ανύπαρκτο νόημα της παρατήρησης.
Μέσα στα δύσκολα χρόνια, μέσα στους κινδύνους, ο Κύριος αυτός,
είχε καταφέρει να είναι ευτυχισμένος.
Δεν μπορώ να εικάσω πως ήταν κάτι άλλο που μου δίνει αυτή την
εντύπωση, παρά η ευτυχία που τον γέμιζε ο έρωτας με το πιάνο του.
Και κάθε τραγούδι του, με τις πεταχτές νότες και τις αναιπαίσθητες παύσεις,
που τις φαντάζεσαι να ντύνονται απο τον ήχο της λατέρνας είναι ένα
παιδί, γεννημένο απο έρωτα πεταχτό. Απο έρωτα με οργασμό.

Εσύ όμως, τον έχεις εγκαταλέιψει. Δεν έφτασες ακόμα τα 22
και τον παράτησες να αιωρείται σαν ανύπαρκτη ιδέα.
Μακριά απο τις πράξεις.
Πλανάσαι πλάνην οικτράν μικρή μου.
Σε γέλασαν και γελάς.
Απομακρύνσου εγκαίρως απο τον καθρέφτη.
Η ζωή είναι λίγο πιο έξω απο αυτό το φράχτη.
Η ζωή είναι να φωνάζεις δυνατά, κι όχι να αποφεύγεις τις ματιές.
Και η άρνηση του έρωτα είναι η μεγαλύτερη ταπείνωση.
Και μια αιώνια σκλαβιά, σε ανοργασμικές ερωτικές πράξεις
και ανούσια παιδιά.

Κίνδυνος αποτυχίας. Κίνδυνος ούτως ή άλλως.
Η ασφάλεια άλλωστε κρύβεται στο αληθινό.
Γιατί που είναι το αληθινό; Ή μάλλον καλύτερα, γιατί, που ήταν το αληθινό;

{Αισθήσεις και παραισθήσεις....}

Ας συνεχίσει ο ουρανός

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Το πένθος




Κάπως έτσι πρέπει να γίνεται πάντα στον κόσμο των μεγάλων.
Να μην προλαβαίνεις να συνειδητοποιήσεις το τι σου συμβαίνει,
να μην προλαβαίνεις να θρηνήσεις για αυτό που χάνεις.
Και να χάνεις το επόμενο.
Κομμάτια του πάζλ είναι και διαλύονται, χάνει ο πίνακας που
έφταχνες με τα χέρια σου τη μορφή του.
Μικρά κομμάτια με αναμνήσεις πολλές.

Και σκέφτεσαι και αποδομείς.
Όλα αρχίζουν όμορφα με χάδια και αγκαλιές.
Και τελειώνουν με αναμνήσεις. Ποτέ άσχημες.
Αυτή την εξαιρετική ιδιότητα έχει το πένθος. Να κρύβει όλα
τα άσχημα. Να ντύνει τα πάντα με ένα πέπλο.
Κάπως έτσι μοιάζει και το παρελθόν.
Τυλιγμένο με πέπλο.

Και κατα βάθος μου αρέσει που έχω ακόμα τη
δυνατότητα να κλαίω. Να γεμίζω δάκρυα όλο το
λεκανοπέδιο της Αττικής, και ολόκληρη την επικράτεια
της πρωτέυουσας. Και να λυπάμαι. Πολύ.
Και να πενθώ. Ακόμα πιο πολύ.
Φόβος δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε μια στιγμή.

Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι άρνηση.
Αλλά φαίνεται είμαι ακόμα στο πρώτο στάδιο του πένθους.
Δε δέχομαι το ότι κάτι τόσο ζωντανό δεν υπάρχει πιά.
Το σκεπάζει χώμα.
Δέχομαι με ευκολία τις τύψεις που με πλακώνουν
καθημερινά.

Και κάνω τα πάντα για να ξεχαστώ.
Για να ξεχνιέμαι.
Για να ξεχνάω.
Για να ξεχάσω.

Δύσκολος ο κόσμος των μεγάλων.
Δύσκολος πολύς κι ο θάνατος.
Ακόμα πιο δύσκολη όμως. Η ζωή. Χωρίς.

(Ευτυχώς που είμαι ακόμα παιδί)

{Στον κόσμο αυτό γυρίζοντας
την πλάτη. ..}

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Μυωψία


Με τα πραγματικά μου μάτια,
δεν έχω δει ποτέ τον κόσμο.
Ο γιατρός ήδη απο τα 12 μου,
είχε διαγνώσει μυωψία.
Και σε συνδυασμό με την μυωπία,
μπαίνω απευθείας στην κατηγορία των τυφλών.
Ποτέ δεν έχω δει τον ουρανό μπλέ,
ποτέ δεν έχω δει τους τοίχους λευκούς.
Έχω παράσιτα στα μάτια,
που πάντοτε τα μισούσα, στο τέλος όμως τα συνήθισα.
Δεν έκλεισα όμως τα μάτια.
Αυτό θα ήταν παραίτηση.

Το μόνο που έκανα ήταν να αλλάξω μάτια.
Να κοιτάζω με τα μέσα μου.
Ή να βλέπω τα σχέδια που σχηματίζονται στον ουρανό
και να παίζω μαζί τους.

Μοιάζαν συχνά με μικρά σκουλήκια,
τους έδινα και ονόματα.
Ή σκύλοι. Πότε πότε και μαργαρίτες.
Έπλαθα πάντα με τη φαντασία μου το δικό
μου κόσμο, και τον έβλεπα με τα μάτια μου.

Ακόμα και τώρα στα μελαγχολικά σου μάτια,
με τα δικά μου μάτια βλέπω χρυσές πεταλούδες.
Και γαρδένιες. Και γεράνια.
Κάνω πως δε βλέπω τη θλίψη σου,
βάζω πάνω της με τις κουκίδες των ματιών μου,
χρώμα. Μπλε και κόκκινο.

Μακάρι να μπορούσες να με δεις κι εσύ χρωματιστή.
Μπορεί να βλέπεις καθαρά.
Αλλά ξέρεις, είναι καιρός να ανοίξεις τα μάτια σου.

Κι εγώ υπόσχομαι να σου δείξω όλα τα λουλούδια.
Κι όλα τα σχέδια τα παιδικά.
Και να παίξουμε πάλι.
Να ταξιδέψουμε ξανά
με κρεβάτι για καράβι.
Σε ταξίδια γνώριμα.
Το υπόσχομαι.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Νόστος





Δεν ξέρω πως ακριβώς το λένε αυτό το συναίσθημα. Δεν ξέρω καν αν έχει όνομα. Δε θυμάμαι και πολλά για να πώ την αλήθεια. Μάλλον μεθυσμένη ήμουν πάλι. Γιατί η μνήμη μου νηφάλια, βάζει κάτω και ελέφαντα. Αλήθεια, όχι αστεία.

Κάτι σαν γλυκό είναι. Κάπως έτσι το θυμάμαι. Τούρτα σοκολατίνα, ή μπλάκ φόρεστ, κάτι λιπαρό πάντως, και χορταστικό. Που έκανε όλες τις αισθήσεις να πάλλονται. Και το σώμα. Σαφώς το σώμα, όλο το κορμί να ριγεί.

Σε ρυθμό αλλιώτικο. Έμοιαζε με μικρή ανάσταση, απο αυτές που νιώθουν σπάνια οι νεκροί. Και ενα δεύτερο ζευγάρι χέρια για να κρατούν το σώμα καλά, να το προσέχουν στα πιο απόκρυφα. Με μάτια κλειστά, πάντοτε.

Δεν είναι άλλωστε απαραίτητο να βλέπεις. Έχεις όλες τις υπόλοιπες αισθήσεις να δουλεύουν υπερωρίες. Ένας λαιμός να φτάνει στην απόλυτη έκταση του, κι άλλο ενα ζευγάρι μάτια κλειστά. Πόση ομορφιά Θεέ μου, σε αυτό το σκοτάδι.

Πόση νοσταλγία φώς μου, μην τολμήσεις να ανοίξεις το φώς.
Ούτε όταν ξημερώσει.
Μην ανοίξεις τις κουρτίνες και φοβηθώ.

Μα τώρα που ήρθε ο καιρός να βρεθώ έξω απο το στρώμα,
ξυπνάω απο το όνειρο σε λευκό φόντο,
ξυπνάω,
ωραίο το όνειρο, μα κρατάει μόνο για ένα βράδυ, πάντα τόσο κρατούσε.
Βρήκα και πως λένε το συναίσθημα που έψαχνα στην αρχή: Νοσταλγία.


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

'Εφυγα




Μικρές στιγμές απο όνειρα μου γεμίζουν ολόκληρη τη ζωή.
Κάτι τέτοιες ώρες, με μοναξιά βαριά και όμορφη,
και σκέψεις στα νυσταγμένα μάτια.

Και ένα μυαλό γεμάτο που δουλεύει στο ρελαντί,
και μια καρδιά σε παύση.
Πότε πάτησα το στοπ δεν το θυμάμαι, θυμάμαι μόνο
το μετά, το πριν διαγράφτηκε, εκείνη τη στιγμή.

Παράξενα πλάσματα που είμαστε.
Μας αρκεί μια κουκίδα για να φέρνουμε την καταστροφή,
και όταν αυτή η κουκίδα κρύβει χαρά, τη θάβουμε
κάτω απο τις άλλες, της μάχης.

Οι βιτρίνες της πόλης ντύνονται σιγά σιγά με λαμπιόνια.
Να δούμε πότε θα ντυθούν και οι καρδιές.
Παρόλο που αγαπώ αυτή τη γιορτή,
σ'αυτά τα χρόνια που έρχονται είμαι σίγουρη,
πως πάντα θα με θλίβει.

Έφυγα τώρα, με τριαντάφυλλο ανθισμένο,
γιατί τα Χριστούγεννα αργούν ακόμα...

(Αν και πάντοτε αγαπούσα περισσότερο την προσμονή για κάτι, παρα το ίδιο το Κάτι.)