Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Άγνοια κινδύνου

Η σημερινή ημέρα είναι μια αλλόκοτη Παρασκευή. Απο αυτές τις μουτρωμένες, τις μέρες που εγώ τις λέω απλώς φορτίο με μελάνι, στο χαρτί του ημερολογίου. Τίποτα σημαντικό. Μα ούτε και ασήμαντο. Βουβαμάρα, εκτός απο λίγα όνειρα και χαμόγελα σε ενα τραπέζι με 4 καρέκλες. Και τρείς.

Κι εγώ να ανησυχώ για σένα, αλλόκοτο πλάσμα με την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Που δεν σε έχω ερωτευθεί, γιατί δεν κάνει, μα σε τρέμω σαν το ψαράκι το μικρό, που πιάνεται στα δίχτυα μαζί με τις φάλαινες. Και είναι άδικο να ξέρεις, να μην μπορείς να βγεις απο εκεί. Οι τρύπες είναι πολύ μεγάλες για το μέγεθος σου.

Ξέρω πως έχω άγνοια κινδύνου. Και εγώ, και το νεαρό αγόρι στα δεξιά μου. Παύλος. Ψηλός, γυμνασμένος, μελαχρινός. Με πράσινα μάτια και ένα σκουλαρικάκι μικρό στο δεξί του αυτί. Καπνίζει marlboro βαριά, και τρώει τιραμισού. Χαμογελάει συνέχεια. Παντελής άγνοια.

Θέλω να τον αρπάξω απο το χέρι, έστω απο το μανίκι, και να του πω στο αυτί: "Ξέρεις, κινδυνεύεις". Μα δεν αντέχω. Δεν του λέω κουβέντα. Και εκεί πάνω στην έξαρση μου την ευγενική αρχίζω και χαμογελάω κι εγώ. Με παρασύρει για λίγο και ξεχνάω την αλλόκοτη Παρασκευή μου. Βεβαίως ακόμα αλλόκοτη είναι. Ο Παύλος 23 και άνους. Χαμογελαστός άνους! Ένας χαμογελαστός ανόητος στο 617.

Πού ζείς, πού βρίσκεσαι, πού βαδίζεις; Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρώς;
Κινδυνεύεις;
Εγώ να δεις πως κινδυνεύω.






Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Να λες: ουρανός· κι ας μην είναι

Να λές ουρανός.
Να βλασφημάς μα να μην εκνευρίζεσαι.

Να νιώθεις κι ας μη σε νιώθουν.

Να πίνεις κι ας είναι να μεθάς.

Να ξεχνιέσαι μα να μην ξεχνάς.

Να ζείς και
να μην πλήττεις.
Να συμπαθείς μα να μην οικτίρεις.
Να αγαπάς χωρίς να ζητάς.
Να δίνεις κι ας μην παίρνεις.

Να παίρνεις.

Να παίρνεις.

Και να λές ουρανός!

Γιατί αν δεν είναι τώρα, κάποτε θα έρθει πάνω απ το κεφάλι σου.


Να περιμένεις.


Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πράσινα



Πράσινο 1
Το μέλλον μας μοιάζει με αγχωμένο συγγενή έξω απο το χειρουργείο. Ανήσυχο και απαισιόδοξο. Αυτό σκέφτηκα σήμερα, εδώ στο κτίριο το ψηλό, με τους πρασινωπούς τοίχους που ξημεροβραδιάζομαι. Το γιατί είναι πράσινοι δεν το γνωρίζω. Ίσως για να θυμίζουν λίγο τα δέντρα τα ψηλά, τα αειθαλή. Που μένουν πράσινα ακόμα και με τα χιόνια...

Τη λατρεύω αυτή την ησυχία, την απίθανη σιγαλιά του μεσημεριού. Λές και κλείνει ένας διακόπτης, μόλις ο ήλιος φτάνει στο κατακόρυφο, και φροντίζει ώστε να κάνουμε σιωπή. Σιωπή και ήρεμες κινήσεις. Και ησυχία, σαν νεκρική. Μεγάλο θέμα τα νοσοκομεία το μεσημέρι. Μοιάζουν με νεκροταφεία το βράδυ. Μα και πάλι, μήπως δεν είναι και λίγο νεκροταφεία;


Πράσινο 2
Ο εθνικός κήπος σήμερα φορούσε τα καλύτερα του ρούχα. Σαν να ήταν έτοιμος για γιορτή. Τα δέντρα καθόλου ανήσυχα, τα χώματα απαλά, και τα νερά της μικρής λιμνούλας πιο καθαρά απο ποτέ, και πράσινα σαν μελαγχολικά μάτια. Βρήκα και θέση δίπλα στη λιμνούλα! Στο γεφυράκι! Τι τυχερή που είμαι εδώ γυρτή κάτω απο το πεύκο το μοναχικό... Και είχα ξεχάσει πόσο με εμπνέει το χαρτί και το μολύβι!

Δεν ξέρω γιατί γράφω, και όλοι με κοιτάζουν τριγύρω, σαν το παράξενο πουλί. Σαν την αποτυχημένη συγγραφέα που ψάχνει διεξόδους πάνω σε πέτρες και νερά, μέσα στο κέντρο της -γεμάτης βαβούρα- πρωτεύουσας. Ίσως γιατί ξέρω πλεόν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ούτε το σήμερα, ούτε το αύριο. Μόνο το χθες είναι, μα κι αυτό κάποτε ήταν σήμερα και άρα όχι δεδομένο. Μα δεν πενθώ για αυτό! Αλίμονο!

Απλά προσπαθώ να μιλάω, να σας μιλάω αγαπημένοι μου, απο τώρα μέχρι να χαθώ. Και όταν δεν θα υπάρχω, θα σας μιλάω ακόμα, μέσα απο αυτό το μαγικό κομμάτι χαρτί. Που ίσως όταν τελειώσω το φουντάρω τυλιγμένο στα νερά απο το γεφυράκι. Είπαμε, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Ούτε ότι τα φύλλα θα είναι πάντα πράσινα...
Ούτε ότι εγώ θα υπάρχω για να τα δώ να αλλάζουν χρώμα...



Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Δεν

Δεν μπορώ να κρατώ άλλο τον εαυτό μου σφαλερό,
δεν το αντέχω κι είναι κρίμα.


Γύρω και παντού αγάπη. Μικρή και ανούσια. Για να
είμαι πιο ειλικρινής: Πολύ μικρή, και πολύ ανούσια.


Δεν ζήτησα τίποτα ποτέ μου, σαν άλλη Μπλάνς
Ντιμπουά, πάντοτε στηριζόμουν στην καλοσύνη.


Όχι των ξένων απαραίτητα. Άλλωστε και τους ξένους
μου νιώθω να τους αγαπώ.


Κι η μοναξιά, μια πλάνη...
Το κάνουμε όλοι. Όταν το γύρω δεν είναι όμορφο,
ανοίγουμε ενα κουτί και μπαίνουμε μέσα.
Αυτό είναι η μοναξιά. Δική μας θέληση και μόνο.


Μα εμένα δεν θα με βάλει τίποτα κάτω.
Για το κανείς, ας αμφιβάλλω λίγο ακόμα....


Δε θα λυγίσω και δεν θα σκύψω.
Οι άνθρωποι που γονατίζουν δίνουν την αφορμή
για να τους κλωτσήσουν.


Και έγω έχω μάθει να κλωτσάω. Και να αγαπάω.
Και τα δύο.

(Μα πάντα οι πιο μεγάλες νύχτες,
θα είναι αυτές που κλαίς και δεν σ'ακουν. Ίσως
γιατί έχεις κλειστά πατζούρια και πόρτα)

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Ακόμα βροχή

The fountain soundtrack-Tree of life(κλικ)



Κάθε ήχο σου τον άκουγα, είχα αυτή την δυνατότητα,
και την κραυγή και τη σιωπή σου, τον πιο βαθύ λυγμό σου,
και το ουρλιαχτό σου.
Μιλούσες σχεδόν αθόρυβα τις νύχτες, εκεί στο φώς,
κάτω απο τις λάμπες και τα κεριά που ανάβαμε,
κι εγώ σε άκουγα.
Έμοιαζες με ψαλμό στο ημίφως, έμοιαζες λίγο και με Θεό.
Μα οι Θεοί, καλέ μου δεν προσκυνούν,
περιμένουν τις ικεσίες υπομονετικά,
δεν σκύβουν και δεν λυγίζουν.
Προσπαθούσα να σε φέρω στα αδύναμα χέρια μου,
να ανεβείς μαζί τους και να πετάξεις,
ξέρεις, φτερά ήταν τα χέρια μου πάντα.
Κι ας μην τα έψαξες ποτέ.
Σε θυμάμαι να μεθάς κάτω απο τις κερασίες,
μόνο με ουρανό και φιλιά,
τα χείλη μου πάντοτε δρόσιζαν τη στερεμένη πηγή σου,
και το σώμα μου,
κουνιόταν σαν τα φύλλα και τα κλαδιά,
πάνω απο το κεφάλι μας, το κεφάλι σου.
Να μη σου λείψει τίποτα.
Μέθη και ήττα η αγάπη. Και χάσαμε,
πριν προλάβουμε να νικηθούμε αγάπη μου.
Πρίν προλάβουμε, να αρχίσουμε τη μάχη,
χάσαμε και μείναμε με τα όπλα στο χέρι,
να κοιτάμε τον εχθρό,
να κοιτάμε ο ένας τον άλλο.
Δεν είμαστε δέντρα, για να μείνουμε ακίνητοι,
δεν είμαστε κλαδιά για να κουνιόμαστε με τον αγέρα,
είμαστε δυό πουλιά, αγάπη μου,
που σκίζουν τον αιθέρα,
που ψάχνουν για φωλιά και κρίνα.
Μα ο ουρανός δεν μας αντέχει, δεν αντέχουμε κι εμεις,
είναι ο καιρός κρύος, και βρέχει σταγόνες παγωμένες,
πέφτουν στα καυτά κορμιά μας,
και μουσκεύουν τα φτερά μας, πουλί μου,
και δεν μπορούμε να πετάξουμε,
και δεν μπορούμε να κρυφτούμε.
Ίσως, κάτω απο κάποιο πρεβάζι,
ή στον κορμό ενος μεγάλου πλατάνου, ίσως αγάπη μου,
εκεί να μπορώ να μείνω, εκεί, μονάχη.
Και να κοιτάζω τη βροχή σα δίνη, μπροστά μου,
να δω πότε και αν θα φανείς, να δω μήπως με ξέχασες ή με θυμάσαι.
Και να αποκοιμηθώ δίπλα στο βρεγμένο ξύλο,
για να περιμένω αιώνια,
έναν ύπνο βαθύ, απο αυτούς που κάνουν τα πουλιά
πάνω απο τους μαρμαρένιους τάφους,
απο αυτούς που σε στέλνουν στην αιωνιότητα.
Κι όταν ανοίξω τα μάτια μου αητέ μου,
γιατί με αυτό το πουλί μόνο θα μπορούσες να συγκριθείς,
εσύ θα έχεις έρθει,
να με σκεπάσεις βρεγμένη, με τη φτερούγα σου.
Μα εγώ, με τα ανοιχτά μου μάτια,
δεν θα μπορώ να σε δώ,
δεν θα σε βλέπω,
δεν θα σε αισθάνομαι καν.
Τα ανοιχτά μου μάτια θα είναι το εισητήριο,
για αυτόν τον άλλο κόσμο,
που τόσο λαχταρώ, εδώ μακριά σου,
μα κυρίως, χωριστά σου.
Το τέλος.
Θυμάμαι ακόμα πως γελούν τα βλέφαρα σου,
μέσα στο σκοτάδι, και το φώς των κεριών,
πως ακουμπάς με τα ακροδάχτυλα, τυφλά,
σαν να ψάχνεις για φαντάσματα,
σε θυμάμαι να κλαίς χωρίς δάκρυα,
μα δεν θυμάμαι να γελάς.
Τα ξέχασα τα ανοιχτά σου χείλη,
και τα λακάκια στα μάγουλα σου,
που έμοιαζαν με πηγάδια, άπατα, κι εγώ χανόμουν,
αβοήθητη στα νερά τους.
Και τα θυμάμαι όλα αυτά, είναι αστείο, τώρα,
που βαδίζω κορδωμένη στην αιωνιότητα.
Με ενα σπαθί στο χέρι για τους δράκους,
κι ένα φως στο άλλο, για το δρόμο τον σκοτεινό.
Έλα να με πάρεις,
δεν είναι ό,τι φοβάμαι,
αλλά να καλέ μου, τα χέρια μου είναι γεμάτα,
μα η καρδιά κενή.
Πιάσε την καρδιά μου και προχώρα,
ακούμπησε την, κι εκείνη θα σου πει,
το παρελθόν, το τώρα,
και το δρόμο μας.
Ακόμα βρέχει;
Μάταιη η ικεσία μου.

'Ακου άκου, είμαι εγώ



Μέρες σαν τη σημερινή, αρνούμαι κατηγορηματικά να ξυπνήσω...
Ακούω τα πράγματα γύρω μου, τα αντιλαμβάνομαι να είναι ζωντανά, κι εγώ θέλω να παραμείνω στο μικρό μου θάνατο, τον ύπνο, λες και αν κρατήσω τα μάτια μου κλειστά θα καταφέρω να πεθάνω κιόλας.
Μα δεν βολεύομαι στο μικρό μου το κρεβάτι. Στριφογυρνάω σαν το διάολο, δεν κάνει για ήσυχο ύπνο. Μα να μου πεις και πότε έκανα εγώ ήσυχο ύπνο; Κάποτε, λίγο πριν τα έξι, και λίγο μετά τα δεκαεννιά...
Βόλεμα είναι όλη μας η ζωή κι εγώ είμαι ανήσυχη. Το παρελθόν, ένα βόλεμα, και το παρόν βόλεμα, κι ο έρωτας. Σύμβαση με νόμους και κανόνες. Ένα κι ένα κάνουν δύο. Ή αν προτιμάτε μισό και μισό κάνουν ένα. Μαθηματικά.
Μα εγώ με τις πράξεις δεν ήμουν ποτέ καλή. Μου πήρε χρόνια να μάθω την προπαίδεια. Και έτσι έμαθα να μην ακολουθώ τα δάχτυλα, αλλά τη γλώσσα μου, και συνεπώς την καρδιά μου.
Η ανταμειβή μου δεν είναι το μέλλον. Είναι το παρόν. Όχι οι στιγμές που παρακαλάω να πεθάνω, οι άλλες. Οι τωρινές, οι χαμογελαστές. Και αυτές που δίνω...Δίνω...
Κι ας μην παίρνω. Η αγάπη πρέπει να είναι ανέξοδη, και ανιδιοτελής. Το να αγαπάς αυτόν που σε αγαπάει το κάνουν ακόμα και οι φοροεισπράκτορες. Κι εγώ πάντα ήθελα να ξεχωρίζω... Κι ας γυρνάω με τη μαθηματική ακρίβεια που τόσο απεχθάνομαι στο μηδέν. Δεν πειράζει. Μου δίνει το έναυσμα να φτάσω στο εκατό. Και θα φτάσω, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Έχω δρόμο, και δυνατά πόδια.
Ευχή και κατάρα η αγάπη μαζί.
Τα άνοιξα τα μάτια μου. Σηκώθηκα και απο το άβολο κρεβάτι. Τώρα θέλω μόνο να μπορώ να δώσω για να ζήσω (για να ξεγελάσω τον εαυτό μου να ζήσει).
Κι αν δεν θέλεις να πάρεις, απλά κλείσε την παλάμη σου. Εγώ θα σε κλείσω σε μια στιγμούλα μικρή όσο το παρόν σου το κενό. Και θα σε κρατήσω εκεί, κλεισμένο,
χωρίς ανάσα, ουρανό, κι αγάπη... Μέχρι να αποφασίσεις να παλέψεις για να βγείς.
Καλημέρα , δηλαδή Καληνύχτα

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Βρε παιδί μου αμάν

Βασικά δεν είμαι αισιόδοξη...Μα δεν με λές και απαισιόδοξη... Κάτι ανάμεσα τους. Όπως ανάμεσα σε όλα είμαι σε όλη μου τη ζωή. Στο "θέλω" και "δεν θέλω". Στο "πρέπει" και "δεν πρέπει". Στο μαύρο και στο άσπρο. Στο γκρί.

Και ταλαντεύομαι. Πότε προς το ένα άκρο, πότε προς το άλλο, φλερτάρωντας ανάλογα τις καταστάσεις με νου και με σώμα. Κυρίως με σώμα. Με το σώμα μου έμαθα να τα κάνω όλα. Ακόμα και αυτά που νιώθω. Με το σώμα...





Οι δύο άκρες είναι παράξενες. 'Εχουν απο εναν μαγνήτη δυνατό. Ο μαγνήτης του μαύρου μοιάζει λίγο και με δίνη. Αν φτάσεις κοντά στον πόλο του σε ρουφάει τόσο δυνατά. Και είναι δύσκολο να ξεφύγεις. Πρέπει να παλέψεις. Και ο μόνος τρόπος είναι να μοιάσεις στον άλλο πόλο. Τον λευκό. Και συνεπώς να τον απωθήσεις...


Η αισιοδοξία κρύβει άλλες παγίδες. Σε ντύνει με ένα πέπλο. Σε γεμίζει θαυμαστικά και γέλια σπαστικά και αυθόρμητα. Και σιγουριά. Πως θα κατακτήσεις όλο το μαύρο κόσμο. Σε στέλνει δηλαδή στην ουτοπία. Κι αυτή είναι ωραία... Συναρπαστική και απίθανη πάντα.


Μα τα όνειρα...

Δεν έχουν μάθει να επιβιώνουν τη μέρα. Ούτε τις ώρες εκείνες που προσκολλημένος στον μαύρο πόλο της αισιοδοξίας με το -απ- στερητικό, βουλιάζεις. Τα όνειρα κρατούν λίγες μονάχα στιγμές, τη νύχτα, εκεί λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου, και λίγο μετά.

Έτσι είναι. Με ρούφηξε πάλι η δίνη η ακαταμάχητη.
Χρειάζομαι ενα χέρι ξέρεις, όχι απαραίτητα δυνατό. Απλά ενα χέρι λευκό και γκρίζο.

Μου δίνεις το δικό σου;

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Καλή τύχη (ή αλλιώς ευ-τυχία)


Η Αθήνα. Η ομορφιά της στο νου μου συγκρίνεται μόνο με την απεραντοσύνη της. Και τις δυνατότητες της. Ατέλειωτη δηλαδή.
Το πρωί αρχίζει μαύρο. Στους ασφυκτικά γεμάτους διαδρόμους του νοσοκομείου, άνθρωποί περιφέρονται χωρίς σκοπό. Ασθενείς και οδοιπόροι. Μόνο αν στρέψεις το βλέμμα έξω απο το παράθυρο βλέπεις λίγο λευκό ουρανό. Μην κάνεις το λάθος όμως και κοιτάξεις κάτω. Απο τον όγδοο όροφο του κτιρίου με τους πράσινους τοίχους το έδαφος μοιάζει σαγηνευτικό. "Μπές μέσα θα πέσεις" μια γνώριμη αγαπημένη φωνή σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Αυτή που αρνείσαι γιατί είναι μαύρη. Κι όμως ο ουρανός είναι λευκός...
Το μεσημέρι τα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο. Εσύ κάθεσαι ανάσκελα στο κρεβάτι στη γνωστή σου θέση. Να κοιτάς το ταβάνι περιμένοντας να σου μιλήσει. Με τις ώρες. Με τα πόδια ψηλά ακουμπησμένα στον τοίχο, κάνοντας πως διαβάζεις. Και στο μυαλό σου γυρνάνε ευτυχισμένες στιγμές. Μόνο στιγμές και βλέμματα. Ψεύτικα κατα βάση. Τα σύνεφα έγιναν τώρα πολλά. Μια παρέα. Τα ζηλεύεις που δεν είναι μόνα τους, και χαίρεσαι, χαμογελάς σαν τα κοιτάς. Αναζητάς και εσύ το δικό σου σύννεφο για παρέα. Πίνετε γλυκά ποτά και χαμογελάτε αραδιάζοντας όνειρα σε ενα τραπέζι. Και μετά φεύγεις σα μοναχική νεφέλη που σέρνει την καταιγίδα...
Με ενα τσιγάρο ελαφρύ και λεπτό στο χέρι, και μουσική κατευθειαν στα αυτιά. Για να φτιάχνεις το δικό σου κόσμο μέσα στο κόσμο των άλλων. Αυτοί τρέχουν. Εσύ όχι. Αυτοί κλαίνε. Εσύ όχι.
Χαμογελάς κι άλλο και κάποιοι περαστικοί στο ανταποδίδουν. Άλλοι σε παίρνουν απο πίσω στριφογυρνώντας τις γλώσσες τους. Αυτούς τους προσπερνάς με το χαμόγελο πάντα στα χείλη. Νιώθεις μια ανάταση. Έτοιμη να κατακτήσεις τον κόσμο. Ακόμα κι αυτούς που σε βγάζουν απ τον δικό τους...
Δύναμη. Και ευτυχία. Στα πιο μικρά πράγματα. Στο πώς προπαθείς να τεντώσεις το σκοινί στο μπαλκόνι για να απλώσεις τα ρούχα. Στο σούπερ μάρκετ και το μπακάλικο. Στο τσιγάρο που δεν σβήνει με τη μια και θέλει να το πατήσεις. Στη μαμά που μαλώνει το παιδί της στο δρόμο. Στον άγνωστο που σου χαμογελάει στο τρόλει. Και στο μοναχικό σου κρεβάτι και παλτό. Τα μπέζ.
Η νύχτα είναι εδώ. Στο χαμόγελο σου που πάει να βγεί απο το στόμα σου και στα σ'αγαπώ που λές απλόχερα σε φίλους και γνωστούς. Ευτυχία το λένε. Εχεις καταφέρει να νιώθεις μια λευκή νύχτα μετά απο τη μάυρη μέρα.
Και τα σύννεφα στον ουρανό μαζέυτηκαν τώρα πολλά. Και είναι έτοιμα για συναυλία. Ακους την πρώτη δυνατή νότα. Γεμίζεις τη λευκή νύχτα με λευκό κρασί στο ποτήρι, και νότες μαζί με τις νότες των νεφελών που κάνουν μαζί μια παράφωνη συναυλία. Κλείνεις και τα μάτια σου και συνεπώς τα αυτιά σου.
Άλλωστε το πρωί πάλι μαύρο θα ξημερώσει...
Και με τον ήλιο να χει διαλύσει την "μουσική" παρέα.
Κόλαση ευτυχίας μέχρι την άλλη νύχτα...