Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Το ποτό (ή γιατί πρέπει να υπάρχει αλκοόλ)


Η μεγαλύτερη παραίσθηση. Ψευδαίσθηση. Ψέμμα δηλαδή.
Κι όμως εγώ αυτά που μου συμβαίνουν όταν το αίμα είναι γεμάτο κρασί τα λέω αλήθεια.

Είναι σαφώς μια μεγάλη ηλιθιότητα. Αλλά πάντοτε στη ζωή μου είχα καταφέρει να κρατάω την αίσθηση του μέτρου (όποιος διαφωνήσει με αυτό να έρθει αύριο με τον κηδεμόνα του). Αλήθεια, τώρα δεν έχω πιεί! Δεν συνηθίζω να πίνω όταν δεν προσδοκώ, κι όταν παραδίδω τα χέρια και τα όπλα μου στην άκρη. Τα συμπεράσματα της παρούσας μου ανάγκης, δικά σας.

Η πραγματικότα είναι μια μεγάλη ηλιθιότητα επίσης. Οπότε καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στο λιγότερο ηλίθιο. Στην παραίσθηση δηλαδή του ποτού ή στην πραγματική ζωή.
Δεν μ'αρέσει να διαλέγω όμως. Τα μεγαλύτερα πάθη μου, τα πιο ανομολόγητα, και τις μεγαλύτερες εξομολογήσεις μου τις πιο βαθιές τις έχω ζήσει με ένα ποτήρι στο χέρι γεμάτο. Και δεν μετανιώνω για τίποτα.

Ποτέ μου όμως δεν συμπάθησα τους ρηχους και ανέρωτους ανθρώπους. Αυτούς που φροντίζουν πάντοτε να έχουν μια λύση, που κρατάνε πάντα ομπρέλα ακόμα κι αν δεν βρέχει, που κρατιούνται γερά απο τα χαλινάρια τους. Εμένα μου αρέσει όταν έχει βροχή να τρέχω και να γίνομαι μούσκεμα. Μ'αρέσει στα βαθιά να κολυμπάω πρώτη. Να ονειροβατώ. Να αδειάζω το ποτήρι μου και να λέω "στην υγειά μας". Να εθίζομαι σε πρόσωπα και ψυχές και μετά να μπορώ να τις ξεχνάω. Γιατί αυτό συμβαίνει με την παραίσθηση του αλκοόλ. Κάποτε περνάει.

Ξεχνάει όμως μόνο εκείνος που ζαλίστηκε περισσότερο.

Όταν μπαίνεις μέσα στη λήθη δεν σου είναι εύκολο να ανατρέξεις σε αγκάθια. Δεν σου αρέσει ούτε να πληγώνεσαι, ούτε να πληγώνεις. Αλκοόλ όμως πρέπει να υπάρχει. Για να βρίσκουν λύσεις και οι ανύμποροι, να αισθάνονται και οι φοβισμένοι, για να παθιάζονται οι τρελοί. Ανήκω και στις τρείς κατηγορίες. Σερβίρετε μου, δεν κάθομαι με αδειανό ποτήρι!

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Τραπουλόχαρτα




Αγαπητοί φίλοι και αναγνώστες,

όπως θα έχετε διαπιστώσει τον τελευταίο καιρό έχω γίνει λίγο πιο διαπροσωπική.
Έχει σταματήσει να με βασανίζει η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μου, και έχω στραφεί και σε άλλους ανθρώπους πέρα απο την πάρτη μου. Ως εκ τούτου, έχω πάψει να μελαγχολώ (είχα προειδοποιήσει για αυτό άλλωστε), και έχω αφεθεί σε μια αυστηρά φυσική ζωή. Όλα είναι μέλι και γάλα μαζί.
Αλλά.
Όπως κάθε ηλίθιο έλογο ανθρώπινο όν, που θέλει κάτι να το βασανίζει για να συνεχίσει να πορεύεται προς ένα στόχο, παιδεύω συχνά το μυαλό μου με σκέψεις πολλές, ανούσιες, και απευθυνόμενες κυρίως προσωπικά. Στιγμές είναι, σας ορκίζομαι, δεν υποκύπτω ποτέ πλέον στα πάθη μου, αποφάσισα να αλλάξω σύστημα, ήχο και ρυθμό. Να επαναστατώ σιωπηρά, και να ελέγχω τις όποιες αποφάσεις μου επιφέρουν ντόμινο. Δηλαδή κομμάτια που πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο και γκρεμίζονται, και όταν φτάνουν στο τελευταίο σταματάει και το παιχνίδι.
Μ'αρέσει να παίζω όμως.
Το θέμα είναι πως στα παιχνίδια χρειάζεσαι και έναν αντίπαλο. Αντίπαλο ενεργό και πρόθυμο. Τα παιχνίδια που παίζω μόνη μου τα βαριέμαι. Τα έχω παρατήσει στις άκρη απο το δημοτικό. Μετά τις κούκλες, το χάος. Θέλω να παίζω αμπάριζα, τάβλι, μπιρίμπα και μουτζούρη. Θέλω να παίζω και να κερδίζω, ενίοτε να χάνω, αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι μέσα στο παιχνίδι;
Κλείσε τα μάτια σου. Θα παίξουμε ενα παιχνίδι και θα κάνεις τον δολοφόνο. Τι; Δεν αντέχεις να σκοτώνεις; Δεν πειράζει. Όταν ξανανοίξεις τα μάτια σου ίσως ο δολοφόνος να είμαι εγώ. Η ζωή είναι μια εναλλαγή ρόλων σε παιχνίδι. Άλλος θα είναι ο αρχηγός και άλλος ο ηττημένος. Ποτέ και οι δύο μαζί.
Ή θα νιώθω εγώ ή εσυ.
Ποτέ και οι δυό μαζί.
Τα συναισθήματα μας είναι ή αρχηγικά ή χαμένα.
Συγχρονίσου, παίζεις.

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Έρωτας, όπως Έμφραγμα


Οι άγγλοι το λένε "heart attack". Αν το πάρεις κυριολεκτικά είναι σαν μια επίθεση της καρδιάς σε ολόκληρο το σώμα σου, που το παραλύει και τελικά καταλήγεις να χεις στηθάγχη, λιποθυμία μέχρι και άλλα πολύ χειρότερα. Ουσιαστικά όμως δεν επιτίθεται. Απλά σταματάει να λειτουργεί. Άρα θα πρεπε να λέγεται "heart failure" ή ίσως "heart off". Το θέμα είναι πως όλο το υπόλοιπο σώμα εξαρτάται απο αυτή και η όποια παραίτηση ή πιθανή παύση της καρδιάς αποκλείεται. Είναι καταδικασμένη εκεί να χτυπάει. Αυτά περι ανατομίας.

Αυτό το καλοκαίρι ήταν μέσα στην ιλαρότητα του, ένα εποικοδομητικό καλοκαίρι για τα συναισθήματα μου. Ήταν ωραίο. Το ξέρουνε όσοι με ξέρουν και όσοι διαβάζουν το μπλόγκ μου. Και είχε θέματα πολλά. Που ανοίγονταν συνήθως σε ενωμένα τραπέζια, με πολλές (πάρα πολλές!) καρέκλες και πάντοτε με συνοδεία ούζου (πλωμάρι!). Τους νέους ανθρώπους δεν τους απασχολούν πολλά. Μπορούν να σκάνε και να πεθαίνουν για έναν καυγά. Ή να τρελαίνονται για κάποιον, να ασχολούνται συνέχεια μαζί του, και μετά απλώς να τον ξεχνάνε. Για τους νέους ανθρώπους όλα είναι απλά, και λύνονται ακόμα πιο απλά.

Δεν είμαι σίγουρη για τα θέματα που συζητούσαμε κάθε βράδυ. Ήταν αστεία όμως, τόσο αστεία που πάντα θα γελούσα μόνη μου και μετά. Αυτή είναι η αξία μιας ωραίας παρέας. Να διαρκεί η επίδραση της και τις ώρες που είσαι μόνος. Θυμάμαι όμως όταν μιλήσαμε για έρωτα. Και τι να ξέρουν οι νέοι άνθρωποι για αυτά; Νομίζουμε οι κακόμοιροι πως τα γνωρίσαμε όλα. Προσπαθούσα με μανία να πείσω τους πάντες ότι ήξερα. "Ο έρωτας φίλοι μου, είναι άρρωστο πράγμα. Είναι διεκδίκηση, μανία". Μάλλον τον Νίτσε σκεφτόμουν και κατέβαζα αράδες έτοιμες στο μυαλό μου. (Που τις είχα διαβάσει άραγε;). Στην πραγματικότητα δεν είχα μπεί ποτέ στην εξαντλητική διαδικασία διεκδίκησης κάποιου. Βαριόμουν, τα έχανα. Μάλλον δεν ξέρω πως γίνεται και χρειάζομαι πάντα οδηγίες για ό,τι κι αν κάνω. Ε, δεν είχα οδηγίες.

Το έμφραγμα όμως σου έρχεται ξαφνικά. Ξέρεις τι σημαίνει έμφραγμα στα ελληνικά; Οτιδήποτε χρησιμοποιήται για να φράξει. Φράγμα. Στοπ. Μπάρα πώς το λένε; Αν τα συνδέσεις μαζί με τον έρωτα, το έμφραγμα ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση μου. Αρα έρωτας δεν είναι διεκδίκηση. Φραγμός είναι. Και έρχεται ξαφνικά. Σου γυρίζει το κεφάλι, κατεβάζεις την μπάρα εκεί που την είχες όρθια και τα πάντα ανοιχτά, και σταματάς. Σταματάς να νιώθεις όμως; Όχι, απλώς συνηθίζεις. Βάζεις τη μπάρα και την ξανασηκώνεις μόνο όταν θέλεις. Τις περισσότερες φορές είναι αργά. Κάποτε η κουβέντα έφτασε και στην αγάπη. Αυτή δεν την άγγιξα καν. Είναι μια μαγική χώρα. Κάτι σαν τη χώρα του Πίτερ Παν. Φαντασία.

Μπορεί να σου ακούγονται νεφελώδη αυτά που λέω. Αλλά συχνά χρησιμοποιώ πρακτικές μεθόδους για να μετρήσω συναισθήματα. Οπότε οι αποδείξεις είναι -τουλάχιστον- αληθοφανείς! Είναι η τετράγωνη λογική μου που φυσικά με καταπιέζει. Έρωτας μπορεί και να υπάρχει. Δε θα βγάλω κανένα απόφθεγμα. (Έχω και φίλους που αν με διαβάσουν θα αρχίσουν να μου τα χώνουν για την απολυτοσύνη μου οπότε δεν θα το κάνω!). Ξέρεις τι προέκυψε όμως μέσα απο όλα αυτά; Μια ζωή στην οποία μπορώ να είμαι λιγάκι πιο πολύ ο εαυτός μου. Και όχι ο καταπιεσμένος. Ο -σχεδόν- ελεύθερος.
Υγιαίνετε, τα λέμε στο δημοτικό καφενείο.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Αύγουστος



Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
αυτός ο μήνας το έκανε πάλι το θαύμα του. Πέρυσι με είχε εκπλήξει με την εισαγωγή του με το χειρότερο τρόπο. Και φυσικά φέτος, για να μην περάσω πάλι τα ίδια κλείστηκα στο καβούκι μου με σκοπό να μην τον αφήσω να μου κάνει κανένα κακό. Άμυνα, απαισιοδοξία, όπως θέλεις πες το. Πράγμα που τήρησα κιόλας αρκετά πιστά.
Αλλά όπως κάθε άνθρωπος που έχει αδυναμίες και ελαττώματα δεν το τήρησα ολοκληρωτικά. Και απο αυτό το παραθυράκι που άφησα γυρτό μπήκε μέσα ένας ολόκληρος καινούργιος κόσμος. Ευτυχώς τελικά που δεν το είχα σφαλίσει εντελώς. Ο φετινός Αύγουστος μου έφτιαξε αναμνήσεις. Με πέταξε σε μια θάλασσα λάδι για να κολυμπήσω. Μου έφερε φίλους παλιούς, βλέμματα, ιστορίες, τραγούδια, εβδομάδες ξενύχτισσες, λουλούδια στα χέρια, ποτά γυαλιά, κουτσομπολιά και ανάσες. Και άλλα πολλά που, αγαπημένο μου ημερολόγιο τα φαντάζεσαι, αφού μου έχουν ξανατύχει στο παρελθόν.
Και όπως κάθε τι που περνάει, σε τσιμπάει και φεύγει, έτσι κι αυτό το καλοκαίρι έχει την περίοδο επούλωσης του. Τώρα την περνάω και δεν είναι καθόλου εύκολη. Ειδικά όταν αρνείσαι τα πάντα. Ποιός ξέρει; Ίσως έτσι συνηθίσω αλλιώς. Δεν μπορώ να πω όμως πως η πληγή είναι εκτεθειμένη. Την έχω καλύψει επιμελώς για τυχόν μολύνσεις. Άλλη φορά, θα σου γράψω και για την καινούργια μέλισσα που πέταξε κι αυτή μετά το τσίμπημα πίσω στο μελίσσι της. Δεν ήρθε η ώρα ακόμα. Είναι νωρίς.
Σχεδιάζω δύο ταξίδια μέσα σε αυτό το μήνα. Σχεδιάζω και κάτι άλλο. Ούτε αυτό ήρθε ακόμα η ώρα να στο αποκαλύψω. Πολλούς γρίφους με γέμισε αυτό το καλοκαίρι. Δεν καλούμαι όμως να τους λύσω. Όλα τα προηγούμενα καλοκαίρια αυτό έκανα. Όχι, αυτό το καλοκαίρι δεν θα λύσω κανένα γρίφο, καμία εξίσωση. Θα περιμένω τη λύση ουρανοκατέβατη. Κι αν δεν έρθει;
Δεν πειράζει. Μια μέρα έμεινε ακόμα στον Αύγουστο. Απο Τετάρτη θα έχουμε Φθινόπωρο.
Θα αλλάξουν όλα. Δεν το πιστεύω. Ήθελα απλά να βάλω μια πινελιά αισιοδοξίας στο τέλος, χάριν εντυπωσιασμού. Για να μη με λένε κάποιοι απαισιόδοξη. Εγώ θα τους το ξαναπώ. "Βεβιασμένη ρεαλίστρια" είμαι...

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Η αγάπη / Που δε θέλησα αλλού να δοκιμάσω

Σήμερα δε θα μελαγχολήσω. Το πήρα απόφαση. Για την ακρίβεια δε θα ξαναμελαγχολήσω ποτέ. Δεν θα θυμάμαι τίποτα. Δε θα ελπίζω σε κανένα μέλλον και θα ζώ σαν φυσικός άνθρωπος. Τι σημαίνει αυτό; Θα με ενδιαφέρει το φαγητό, το ποτό, τα παπούτσια μου και οι σειρές στην τηλεόραση. Θα κοιτάζομαι στον καθρέφτη μόνο για να δώ αν ταιριάζουν τα ρούχα μου μεταξύ τους. Και θα φεύγω. Δε τους φοβάμαι τους καθρέφτες τόσο πιά. Τους ξεπέρασα.

Όλα περνάνε. Τις τελευταίες μέρες έχω καταφέρει να κάνω μια απόσβεση. Δεν κόλλησα πουθενά αυτό το καλοκαίρι. Πέρασε σαν νερό ευτυχώς. Δεν ερωτευθηκα, ούτε πόνεσα. Πήγα μόνο δυό μέρες διακοπές γιατί τόσο έπρεπε, έκανα δέκα μπάνια μετρημένα και τόνωσα περισσότερο τη σχέση μου με το κλιματιστικό. Μπορώ να πω πως ήταν ένας καλοκαιρινός έρωτας. Αφού απο τον επόμενο μήνα θα χωρίσουν οι δρόμοι μας. Θα τον αφήσω για το καλοριφέρ. Ανάγκες, πώς αλλιώς να το κάνουμε;

Ο Σεπτέμβριος όμως ήταν ανέκαθεν απο τους αγαπημένους μου μήνες. Έχει αυτή την ωραία νοσταλγία (για τους άλλους) αλλά για εμένα έχει αποκτήσει πλέον το όμορφο αυτό χρώμα της αναμονής, της μετάβασης. Πάντα μου άρεσαν οι μεταβάσεις. Τις στάσεις μισούσα. Οι θάλασσες σιγά σιγά ερημώνουν απο τους βάνδαλους που τις καταπατούν κρατώντας πλαστικά ποτηράκια, φεύγουν και οι ξαπλώστρες που τις κάνουν να μοιάζουν με ανοιχτό νοσοκομείο και επιτέλους μπορείς να δεις τα κοχυλάκια που κρύβονταν απο κάτω όλους αυτούς τους τρείς μήνες.

Άραγε τα σκέφτονται αυτά οι φυσικοί άνθρωποι ή παρασύρθηκα πάλι; Φυσικά και παρασύρθηκα. Έχω τάσεις φυγής ανεξέλεγχτες. Για εξωγαλαξιακά ταξίδια. Μοναχικά, κυρίως. Ώρες ώρες όμως σκέφτομαι και τα ανεκπλήρωτα και θέλω να τα πάρω μαζί μου. Θολές σκέψεις, ούτε καν τις διακρίνω πιά, δεν τις αναγνωρίζω απο τις κανονικές. Η αγάπη άλλωστε έχει καταφέρει να κορεστεί μέσα μου. Και με το χρόνο ωριμάζει σαν το καλό κρασί.
Τα υπόλοιπα ας τα εξομολογηθεί το τραγούδι. Και είναι όλες οι σκέψεις μου που γεννιούνται απο μια μικρή στιγμούλα. Μια ανάμνηση.

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Ηλιοβασιλέματα


Θέλω να πω ναι. Θέλω να πω όχι. Θέλω να πω. Δεν κύλησε ούτε ένα δάκρυ. Αυτό θέλω να πω. Το βίασα πολύ για να τρέξει, κι αυτό δεν έκανε καμία βόλτα γύρω απ την ίριδα. Κρύφτηκε. Κρύβεται κι αυτό. Χτές το βράδυ βγήκα στην αυλή για να καπνίσω. Το ξέρεις μαμά, καπνίζω. Δε σε κάνω καθόλου υπερήφανη. Μαμά, δεν κοιμάμαι.
Είμαι έξω στον κήπο και καπνίζω.

Είναι ένα δέντρο απέναντι. Εγώ το έχω φυτέψει. Τα κλαδιά του με ξεπέρασαν πριν χρόνια.
Εγώ έμεινα σκέτος κορμός. Με ξεπέρασαν. Πνίγομαι. Αγχωμένες τζούρες κάτω απο το φεγγάρι. Ούτε φώς, ούτε κερί. Δε σκεφτόμουν τίποτα. Ίσως για αυτό αρνήθηκε και το δάκρυ να έρθει. Δεν το προσκάλεσα με καμία υπερβολική σκέψη. Δε νιώθω αδύναμη. Νιώθω απλός σκελετός, για αυτό με διώχνω.
Μαμά, μην ξυπνήσεις ακόμη.

Θα γίνεις καλά. Θα αναρρώσεις. Μη τα παίρνεις όλα τόσα βαριά. Σου αρέσουν τα δράματα ε; Τη βρίσκεις; Θέλω να πάρω το αυτοκίνητο να κάνω βόλτα. Και αν ξυπνήσει; Όχι. Άρνηση. Επιβράβευση της παράτολμης σκέψης με χαμόγελο. Αυτό ήταν μου πέρασε. Όλα περνάνε. Όλα. Το φεγγάρι κι αυτές οι μικρές κουκίδες γύρω του είναι που με κάνουν να υπερβάλλω.
Ο ήλιος είναι πάντα σύμμαχος. Μην ακούς τη λένε. Απ' όπου κι αν τα αντικρύζεις όλα τα ηλιοβασιλέματα ίδια είναι. Και οι ανατολές. Όλες ίδιες είναι.
Ασε με λίγο ακόμα όμως μαμά, να λατρέυω τη δύση.
Μην ξυπνήσεις σε παρακαλώ,
Μην ξυπνήσεις.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Οι αποχωρισμοί


Όταν δεν είμαι χαρούμενη γράφω. Με μανία και διάθεση. Και όχι ακριβώς για εμένα. Αυτό εγώ δεν το ήξερα. Το έμαθα σε αυτή εδώ την πόλη. Τις άλλες στιγμές πάλι, που είμαι σε ευτυχισμένη διέγερση τα ξεχνάω όλα. Μέχρι να έρθουν πάλι αυτές οι στιγμές που θα πρέπει να τα βάλω όλα κάτω για να παλέψω τον εαυτό μου. Τους αποχωρισμούς όμως θέλω να τους κάνω με τελετουργικό. Γραπτό και προφορικό. Γιατί δεν ξέρω τι είναι ακριβώς, αλλά τους καταλαβαίνω πάντοτε όταν έρχονται. Μπορεί να πιστεύεις κάτι, αλλά πάντοτε το έχεις σαν πιθανότητα. Μόνο όταν το βλέπεις με σάρκα και οστά αντιλαμβάνεσαι πως ναι, το ζούσες κι είναι αλήθεια. Μόνο τότε.

Δεν είχα γίνει ακόμα δεκαοχτώ χρονών. Φοβισμένη και δειλή. Φερμένη απο μια πατρίδα όπου τα νερά πηγαίνουν πάνω κάτω, κι είναι παντού. Κλεισμένη μετά σε ένα σπίτι με τοίχους παντού. Μου είχε κακοφανεί. Τις νύχτες κοιμόμουν με δυσκολία, και τις μέρες δεν εγκατέλειπα ποτέ τους τοίχους. Ίσως μια βόλτα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Την έχω συνδέσει με πολύ μοναξιά εκείνη την περιοχή. Δεν ξέρω, όπως κάθε τι μεγάλο αργείς μάλλον πάντα να συνειδητοποιήσεις την αξία του. Και έτσι περνούσαν μέρες. Απο εκείνο το χρόνο θυμάμαι τις μοναχικές βόλτες στην πλατεία. Τα πρώτα ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Την ανάγκη. Και τον ουρανό που μου έλειπε πιο συχνά.

Πέρασε καιρός. Τα λεωφορεία και τα αμάξια στις λεωφόρους συνέχιζαν να με φοβίζουν. Κι ύστερα σαν μαγικό τα αγάπησα όλα. Μεγάλωσα. Και ήρθα και σε ντουβάρια που αγάπησα. Γίνεται άραγε να αγαπήσεις ντουβάρια; Εγώ δεν ξέρω τα αγάπησα πάντως. Έτσι απλά και ξαφνικά. Δεν θα πώ πως αγαπώ ακριβώς αυτή την πόλη, όσο τις αναμνήσεις της. Και δεν πρέπει να είναι αγάπη κάτι το τόσο ζωντανό. Αυτό είναι έρωτας. Με κτητικότητα. Με ανάγκη. Με επιθυμία. Δεν ξέρω επίσης αν είναι καλύτερα να μην επιχειρήσεις κάτι, απο το να αποτύχεις κάνοντας το. Και στις δύο περιπτώσεις χαμένος είσαι. Ίσως στην πρώτη με λιγότερες απώλειες, όσο και εμπειρίες.

Μεσημέρια. Απογεύματα. Πλατεία Ομονοίας, Συντάγματος, πλατεία Καρύτση, Μαβίλη και Κολοκοτρώνη. Βόλτες. Κουβέντες. Κι ύστερα τα βράδια τα υπέροχα. Με τη χρυσόσκονη. Θα μου λείψει πρώτα αυτή η υπέροχη αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Ταυτίστηκε και με την ευτυχία. Θα μου λείψει. Και όλοι όσοι μοιράστηκα μαζί τους αυτή την ελευθερία. Αυτοί κι αν θα μου λείψουν. Είναι μεγάλη πατρίδα αυτή η πόλη. Και ύστερα θυμάμαι κι άλλα μικρά και αυτονόητα. Τους μεγάλους περιπάτους στον Εθνικό κήπο με τους άγνωστους περαστικούς. Τα παγκάκια. Κι αυτά θα τα αλλάξουν έμαθα. Δε βαριέσαι, εγώ πάντα θα θυμάμαι την παλιά τους θέση. Την πρώτη φορά που ανακάλυψα την υπέροχη θέα της Ακρόπολης απο το στενό μου. Η διαδρομή στο τρόλει, γύρω απο τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Το μαρμάρινο στάδιο. Οι επιγραφές. Οι ζητιάνοι με τα χαρτομάντηλα.

Εκείνη η καφετέρια στην Κολοκοτρώνη. Και η άλλη. Δεν ξέρω αν με πονάει περισσότερο που δεν θα ξαναπάω, όσο αν θα θυμάμαι επιστρέφοντας που ήταν ακριβώς. Άραγε θα καταφέρει να διατηρηθεί; Να μείνει στη θέση της για να την ξαναβρώ; Ή θα κάνει κύκλους; Κι εγώ θα κάνω κύκλους στίβοντας το μυαλό μου να θυμηθώ που ήταν ακριβώς. Μα όταν την βρώ σίγουρα θα θυμηθώ. Αν βέβαια υπάρχει ακόμα και δεν έχει γίνει "υλικά οικοδομών". Και τα βράδια σε μια άλλη πλατεία. Πλατεία μαζεμένη και ονειροπόλα. Την ξέρω σαν την παλάμη μου. Κι ας μην κοιτάω ποτέ νοσταλγικά την παλάμη μου, κι ας μην την κοιτάω καθόλου.

Το σπίτι μου, τα σπίτια σας. Το έδαφος, τα πλακόστρωτα. Το έτοιμο φαγητό. Τα κρεβάτια. Άραγε οι καινούργιοι ιδιοκτήτες θα καταφέρουν να φτιάξουν αναμνήσεις αντίστοιχες μέσα σε αυτά τα ντουβάρια; Ή θα αρκεστούν σε μια ζωή συμβατική με νερό, φαγητό και ύπνο; Θα κατεβάζουν τα στόρια όταν κοιμούνται; Θα ξέρουν ότι το θυροτηλέφωνο δεν λειτουργεί και το παρκέ τρίζει πότε πότε; Οι δικοί μου άνθρωποι τα ξέρουν όλα αυτά. Και λέω δικοί μου γιατί έτσι είναι. Κι ας το αποκαλύπτω σπάνια. Πώς να μην είσαι ευγνώμων σε αυτόν που σε διδάσκει; Ήρθα τουρίστας και φεύγω ερωτευμένη. Δεν ξέρω όμως σε τι κούτα να κλείσω όλες αυτές τις αναμνήσεις. Και αν θα μπορέσω ποτέ να την ανοίξω, κυριευμένη απο τη μανία μου να θυμηθώ, να φυλακίσω τον χρόνο. Τουλάχιστον θα έχω τον αποχωρισμό μου να λατρεύω.

Ξέρω, πως απόψε θέλω να κάνω μνημόνιο. Να φέρω όμορφα και εξηγημένα δάκρυα στα μάτια μου με κόπο. Να βάλω κάτω όλους τους λόγους μου και να τους αναλύσω. Έτσι μόνο θα φύγει απο πάνω μου η νοσταλγία. Με διαδικασίες τυπικές και στοχευμένες. Ξέρω, πως θα κλαίω σε όλη τη διαδρομή και κανένας δεν θα ξέρει το γιατί. Τουλάχιστον όχι, το γιατί ακριβώς. Δεν είναι αποχωρισμός αυτό εδώ. Είναι απλώς ένας αποχαιρετισμός. Μέχρι την επόμενη φορά που θα βρεθώ στα ίδια, μα όχι στα ίδια ακριβώς. Σήμερα το βράδυ θα ανέβω νύχτα στο στενάκι πλάι μου, και θα καπνίσω ένα τσιγάρο αγναντεύοντας τη θέα του φωτισμένου βράχου. Κι όσο για τη χαρά μου, αυτή θα την βρώ στην πορεία, κάπου εκεί στα "τρελά νερά". Δεν μπορεί, κάπου εκεί είναι, δεν είναι;

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Το καλό σερβίτσιο


Ποτέ δεν κατάλαβα τους ανθρώπους που φύλαγαν πράγματα. "Για μετά" μου έλεγαν. 'Αλλοι "Για περίπτωση ανάγκης". Δεν είχα καταφέρει ποτέ να φυλάξω το οτιδήποτε. Μάλλον γι αυτό μισούσα αυτή τη συνήθεια. Έπαιρνα τη σοκολάτα απο το ράφι, και δεν ησύχαζα αν δεν την έτρωγα όλη. Ούτε λόγος να βάλω στην άκρη ένα κομμάτι για την επόμενη λιγούρα. Θα τη φάς ολόκληρη. Κι αμα πεινάσεις μετά, να τιμωρηθείς με την αναμονή της επόμενης. Α όλα για όλα. Με τον εαυτό μου πάντα καλά τα είχαμε. Και με τις τιμωρίες. Και με τις αμαρτίες. Και με αυτές καλά.

Σήμερα θυμήθηκα όμως την παλιά βιτρίνα της μητέρας μου. Αυτή που είναι γεμάτη με φλιτζάνια και πιάτα που δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Κάτι όμορφα κινέζικα και λεπτά φλιτζανάκια. Με λεπτά χείλη που δεν είναι φτιαγμένα για στόματα. Και κάτι κολωνάτα όμορφα ποτήρια απο φυσητό γυαλί. Πανέμορφα. Τα θαύμαζα με τις ώρες όταν ήμουν πιο μικρή. Πλέον απλώς τα προσπερνάω. Έστιψα το μυαλό μου όμως γιατί η μητέρα μου τα φυλάει εκεί, και σε περίοπτη θέση ενώ απαγορεύεται να τα αγγίξουμε. Δε βρήκα καμία εξήγηση.

Μέχρι που κοίταξα και τα δικά μου σερβίτσια. Τα ακριβά μου. Εκείνους τους ανθρώπους που έτσι και μου σπάσουν σε κομμάτια, θα καταστραφώ κι εγώ. Όχι επειδή θέλω να τους χρησιμοποιώ, αλλά να, θέλω να ξέρω πως υπάρχουν και να τους θαυμάζω έξω απο τη βιτρίνα τους. Δεν θέλω να τους χαρακώσω το πρόσωπο με γρατζουνιές. Δεν θέλω καν να τους κάνω δαχτυλιές. Θέλω να είναι ήρεμοι, ακίνητοι και να τους αγαπώ. Θέλω να τους αιχμαλωτίσω για πάντα, και να τους εκθέτω σε θέση περίοπτη, για να ξέρουν όλοι πως αυτοί είναι η περιουσία μου. Όσα ποτήρια κι αν περάσουν απο τα χέρια μου λοιπόν, πλαστικά ή ψεύτικα γυάλινα φθαρτά, πάντοτε εσυ θα είσαι το καλό μου το σερβίτσιο.